4η Συνδιάσκεψη ISp: Ο Μαρξισμός και το Εθνικό Ζήτημα (Μέρος ΙΙ)

Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ

Συνοψίζοντας: Το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση

75. Το γενικό πρόγραμμα του Μαρξισμού για το εθνικό ζήτημα προβάλλει το σύνθημα του δικαιώματος των εθνών στην αυτοδιάθεση. Ωστόσο, όπως εξήγησε ο Λένιν, κανένα πρόγραμμα δεν μπορεί να μην σχετίζεται με τον τόπο και τον χρόνο: «Είναι αναμφισβήτητο πως οι μαρξιστές οποιασδήποτε χώρας, όταν καταρτίζουν το εθνικό τους πρόγραμμα, πρέπει να παίρνουν υπόψη τους τις ιστορικές και συγκεκριμένες ιδιομορφίες της χώρας αυτής». Η εφαρμογή της μαρξιστικής μεθόδου στο εθνικό ζήτημα προϋποθέτει διεξοδική συζήτηση κάθε συγκεκριμένης κατάστασης.

76. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να προβάλλεται το σύνθημα του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση αποκομμένο από την ανάλυση της ταξικής σύνθεσης των εθνικών πολιτικών κινημάτων και, ιδιαίτερα, του ταξικού χαρακτήρα των δυνάμεων που ηγούνται αυτών των κινημάτων. Όπως τόνιζε ο Λένιν, το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση πρέπει πάντοτε να «υποτάσσεται στα συμφέροντα της ταξικής πάλης».

77. Ωστόσο, η απλή διακήρυξη αυτής της αρχής συνιστά μια κενή και δυνητικά επικίνδυνη φόρμουλα. Πρέπει να συνδέεται με μια προσεκτική προσέγγιση της συνείδησης των μαζών και, ειδικότερα, της συνείδησης της εργατικής τάξης. Οφείλουμε να δίνουμε διέξοδο στις γνήσιες εθνικές διεκδικήσεις των μαζών, χωρίς ποτέ να ενθαρρύνουμε τον εθνικό σοβινισμό ή να παρέχουμε πολιτική στήριξη σε εθνικιστικές ιδέες ή δυνάμεις.

78. Για τους Μαρξιστές, η διατύπωση του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά μέσο για την απομάκρυνση των εργατών και των άλλων καταπιεσμένων στρωμάτων από τον εθνικισμό. Το σύνθημα της αυτοδιάθεσης δεν πρέπει να εφαρμόζεται με τυπικό και άκαμπτο τρόπο. Ιδίως, δεν πρέπει ποτέ να χρησιμοποιείται με τρόπο που, αντί να αποσπά τους εργάτες από τον εθνικισμό, στην πράξη ενισχύει τον εθνικισμό και τις εθνικές διαιρέσεις. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να προβάλλεται το σύνθημα του δικαιώματος στην αυτοδιάθεση χωρίς αναφορά στην ταξική σύνθεση των εθνικών πολιτικών κινημάτων και, ειδικότερα, στον ταξικό χαρακτήρα εκείνων που ηγούνται αυτών των κινημάτων. Όπως τόνιζε ο Λένιν, «Ο αστικός εθνικισμός και ο προλεταριακός διεθνισμός — αυτά είναι τα δύο αδιάλλακτα εχθρικά συνθήματα που αντιστοιχούν στα δύο μεγάλα ταξικά στρατόπεδα όλου του καπιταλιστικού κόσμου και εκφράζουν δυο πολιτικές (κάτι παραπάνω: δυο κοσμοθεωρίες) στο εθνικό ζήτημα». «Όποιος θέλει να υπηρετεί το προλεταριάτο, πρέπει να συνενώνει τους εργάτες όλων των εθνών και να παλεύει ανειρήνευτα ενάντια στον αστικό εθνικισμό, και τον “δικό του” και τον ξένο».

79. Παρότι οι μαρξιστές υπερασπίζονται το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των καταπιεσμένων λαών, το δικαίωμα αυτό πρέπει να νοείται ως αρνητικό αίτημα. Συμφωνούμε με τον Λένιν, ο οποίος υποστήριξε στο Κριτικά Σημειώματα για το Εθνικό Ζήτημα: «Γι’ αυτό το προλεταριάτο περιορίζεται, για να το πούμε έτσι, στο αρνητικό αίτημα της αναγνώρισης του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης, χωρίς να δίνει εγγυήσεις σε κανένα έθνος, χωρίς να αναλαμβάνει την υποχρέωση να δώσει τίποτε σε βάρος ενός άλλου έθνους».

80. Στο πρόγραμμά μας υιοθετούμε τη θέση του Λένιν ενάντια στα εθνικά προνόμια και σε κάθε μορφή εθνικής καταπίεσης: «Για να μπορούν τα διάφορα έθνη να ζουν ελεύθερα και ειρηνικά το ένα κοντά στο άλλο ή να χωριστούν (όταν αυτό τους συμφέρει) και να σχηματίσουν διαφορετικά κράτη, είναι απαραίτητη η πλήρης δημοκρατία, την οποία επιδιώκει η εργατική τάξη. Ούτε ένα προνόμιο για κανένα έθνος, για καμιά γλώσσα! Ούτε η παραμικρή καταπίεση, ούτε η παραμικρή αδικία σε βάρος της εθνικής μειονότητας! – αυτές είναι οι αρχές της εργατικής δημοκρατίας».[18]

81. Η προσέγγιση που υιοθέτησαν ο Λένιν και οι Μπολσεβίκοι παραμένει επίκαιρη και σήμερα. Ωστόσο, είναι κρίσιμο να τονιστεί ότι στα γραπτά του Λένιν δεν μπορεί να βρεθεί ένα έτοιμο πρόγραμμα προσαρμοσμένο σε όλες τις καταστάσεις. Το πρόγραμμά μας και τα αιτήματά μας στο εθνικό ζήτημα πρέπει να συνδέονται με τις συγκεκριμένες συνθήκες, με την πραγματικότητα και με τη συνείδηση όλων των κοινωνικών στρωμάτων – και ιδιαίτερα της εργατικής τάξης. Οι αντικειμενικές συνθήκες αλλάζουν, ιδίως σε αυτή την εποχή της «μόνιμης κρίσης», και μαζί τους αλλάζει και η συνείδηση όλων των στρωμάτων. Η συνείδηση της εργατικής τάξης έχει καθοριστική σημασία σε όλους τους υπολογισμούς μας και, πάνω απ’ όλα, παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της φρασεολογίας του προγράμματός μας. Σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται, οφείλουμε να επανεκτιμούμε και να προσαρμόζουμε τα αιτήματά μας – με πυξίδα τον Μαρξισμό.

82. Αυτό που αντλούμε από τον Λένιν και από τον Μαρξισμό γενικότερα είναι η μέθοδος. Η μέθοδός μας, η ανάλυσή μας, μπορεί να μας βοηθήσει να ξεδιαλύνουμε τις πολυπλοκότητες του εθνικού ζητήματος και να βρούμε τον δρόμο μας μέσα σε αυτόν τον «λαβύρινθο». Χωρίς μια μέθοδο θεμελιωμένη στον Μαρξισμό, στον ιστορικό υλισμό, στον διαλεκτικό υλισμό και στη μαρξιστική πολιτική οικονομία, είμαστε χαμένοι.

83. Ο Λένιν υπογράμμιζε την ανάγκη να είμαστε συγκεκριμένοι, να βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι, όπως έχουν διαμορφωθεί και όπως εξελίσσονται: «Η κατηγορηματική απαίτηση της μαρξιστικής θεωρίας στην εξέταση οποιουδήποτε κοινωνικού προβλήματος είναι να το τοποθετεί σε συγκεκριμένα ιστορικά πλαίσια, και έπειτα, αν πρόκειται για μια χώρα (λ.χ. για το εθνικό πρόγραμμα μιας δοσμένης χώρας), να παίρνει υπόψη τις συγκεκριμένες ιδιομορφίες που διακρίνουν τη χώρα αυτή από τις άλλες μέσα στα όρια της ίδιας ιστορικής εποχής».

84. Αντίθετα, μεγάλο μέρος της Αριστεράς κινείται στο επίπεδο των αφαιρέσεων και αρνείται να αντιμετωπίσει τις πραγματικές συνθήκες. Ως αποτέλεσμα, πολλοί έχουν υιοθετήσει μια προσέγγιση αριστερού εθνικισμού. Εμείς, αντίθετα, τοποθετούμαστε από τη σκοπιά του διεθνισμού.

85. Αν και η ανάπτυξη του έθνους-κράτους, ως προϊόν του καπιταλισμού, συνέβαλε στην κοινωνική πρόοδο στο παρελθόν, οι σύγχρονες παραγωγικές τεχνικές έχουν προ πολλού ξεπεράσει τα όρια των εθνικών συνόρων. Οι αγορές που δημιούργησε ο καπιταλισμός στις σφαίρες επιρροής του –Ευρώπη, Βόρεια Αμερική και Ασία– δεν είναι πλέον επαρκείς για να καλύψουν τις παραγωγικές δυνατότητες των σύγχρονων επιχειρήσεων. Ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι ταυτόχρονα εθνικός και υπερεθνικός. Από τη μία πλευρά, εργαλειοποιεί τις εθνικές διαφορές για τους δικούς του σκοπούς· από την άλλη, τις υπερβαίνει στην αδιάκοπη αναζήτηση του κέρδους. Υπερασπίζεται τόσο τις εθνικές ιδιαιτερότητες (όπως τις χαμηλές φορολογίες σε εθνικό επίπεδο) όσο και την ανάγκη για διεθνείς κανόνες (όταν αυτοί εξυπηρετούν τα συμφέροντα των άπληστων ολιγαρχών).

86. Το έθνος-κράτος είναι ξεπερασμένο από την άποψη των καταστροφικών τάσεων της παραγωγής για το κέρδος. Είναι επίσης ξεπερασμένο από την οπτική του μέλλοντος. Μια αρμονική ανάπτυξη για το κοινωνικό συμφέρον, που προστατεύει το κλίμα, το περιβάλλον και τα οικοσυστήματα του κόσμου, παρέχοντας ταυτόχρονα ένα ασφαλές και σίγουρο μέλλον για όλους, μπορεί να βασιστεί μόνο σε ένα παγκόσμιο σχέδιο παραγωγής. Το έθνος-κράτος και η ατομική ιδιοκτησία συνέβαλαν στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων που τώρα αποτελούν τη βάση για την μετάβαση στον σοσιαλισμό.

87. Το σημείο εκκίνησης του προγράμματός μας είναι η ανάγκη για την ενότητα της εργατικής τάξης όλων των φυλών, θρησκειών και εθνών, τόσο εντός των συνόρων των υφιστάμενων κρατών όσο και πέρα από όλα τα σύνορα.

88. Απορρίπτουμε τη θεμελιώδη παραδοχή του εθνικισμού ότι έχουμε περισσότερα κοινά με τους «συμπατριώτες» μας απ’ ό,τι με τους εργαζόμενους άλλων εθνών. Αναγνωρίζουμε ότι σε κάθε καπιταλιστική χώρα υπάρχουν δύο διακριτές τάξεις –η άρχουσα τάξη και η εργατική τάξη– με διάφορα ενδιάμεσα στρώματα. Σε ζητήματα κοινών συμφερόντων, τρόπου ζωής και ευρύτερης κουλτούρας (που καθορίζονται όλο και περισσότερο από τις κοινές εμπειρίες της ψηφιακής εποχής), η εργατική τάξη μιας χώρας έχει πολύ περισσότερα κοινά με την εργατική τάξη κάθε άλλης χώρας απ’ ό,τι με τους δικούς της κυβερνήτες. Αν αυτό ίσχυε όταν ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραφαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, ισχύει ακόμη περισσότερο σήμερα. Υποστηρίζουμε τη διεθνή αλληλεγγύη μεταξύ των εργατών και όχι την εθνική «αλληλεγγύη» των εκμεταλλευόμενων με τους εκμεταλλευτές τους.

89. Τα πιο προχωρημένα τμήματα της εργατικής τάξης κατανοούν την έκκληση για ταξική αλληλεγγύη και διεθνισμό, όμως αυτό το στρώμα είναι σήμερα πιο περιορισμένο απ’ ό,τι τις προηγούμενες δεκαετίες. Επιπλέον, σε κάθε περίπτωση όπου η εθνική καταπίεση αποτελεί πραγματικότητα για τους εργαζόμενους, είναι αναγκαίο να διαμορφωθεί ένα πρόγραμμα που να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των καταπιεσμένων μαζών, αλλά ταυτόχρονα να αναδεικνύει την ανάγκη για διεθνή εργατική αλληλεγγύη, συμπεριλαμβανομένης της αλληλεγγύης ανάμεσα στους εργαζόμενους της καταπιεσμένης χώρας και εκείνους της χώρας που την καταπιέζει.

90. Οι μαρξιστές οφείλουμε να αποδεικνύουμε στην πράξη ότι είμαστε αντίθετοι σε κάθε μορφή εθνικής καταπίεσης και ότι είμαστε οι πιο συνεπείς υπερασπιστές των δικαιωμάτων των εθνικοτήτων και όλων των μειονοτήτων σε κάθε κράτος. Από εδώ προκύπτει η ανάγκη για ένα πρόγραμμα δημοκρατικών αιτημάτων: ενάντια στην καταπίεση, ενάντια στην καταστολή της γλώσσας και άλλων πλευρών της εθνικής κουλτούρας. Πρέπει όμως να προχωρήσουμε παραπέρα και να συμπεριλάβουμε και το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση: το δικαίωμα μιας εθνικής μειονότητας, εντός ενός κράτους, να αποσχιστεί από αυτό και να ιδρύσει ένα ανεξάρτητο κράτος.

91. Παρότι ο εθνικισμός είναι τελικά διχαστικός, έχει δύο αρκετά διακριτές όψεις. Ο εθνικισμός της δεξιάς δεν είναι το ίδιο με τον εθνικισμό μιας καταπιεσμένης μειονότητας (ή ενός έθνους). Ένας φασίστας ή ακροδεξιός εθνικιστής εκφράζει μια επεκτατική μορφή εθνικισμού σε βάρος άλλων λαών. Ένας Παλαιστίνιος σε ένα στρατόπεδο προσφύγων αγωνίζεται για μια πατρίδα για τον λαό του και εκφράζει την επιθυμία για ελευθερία και μια καλύτερη ζωή. Τα μαζικά κινήματα εθνικής απελευθέρωσης του εικοστού αιώνα υπήρξαν από τους σημαντικότερους κινητήριους μοχλούς (θετικής) ιστορικής αλλαγής.

92. Σε κάθε εθνικό κίνημα συνυπάρχουν αντικρουόμενα ταξικά στοιχεία. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο εθνικισμός της ανερχόμενης αστικής άρχουσας ελίτ, που επιδιώκει τη δημιουργία ενός έθνους-κράτους με σκοπό την εκμετάλλευση των «δικών της» εργατών και άλλων εθνικών μειονοτήτων. Από την άλλη, ο εθνικισμός των καταπιεσμένων, οι οποίοι αγωνίζονται για την απελευθέρωση από την κυριαρχία και για μια καλύτερη ζωή. Ένα μαρξιστικό πρόγραμμα στηρίζει τα προοδευτικά στοιχεία των εθνικών κινημάτων, αλλά απορρίπτει όλα τα οπισθοδρομικά χαρακτηριστικά τους. Όπως ήδη αναφέρθηκε, υιοθετούμε ένα “αρνητικό” πρόγραμμα: είμαστε ενάντια στην καταπίεση του πολιτισμού, της γλώσσας και της εθνικότητας, χωρίς να προτάσσουμε ή να υπερασπιζόμαστε καμία κουλτούρα, γλώσσα ή εθνικότητα έναντι των άλλων.

93. Ο στόχος αυτού του, σε μεγάλο βαθμό, αρνητικού προγράμματος είναι να καταδείξει σε όσους βλέπουν τον εθνικισμό ως λύση ότι η εργατική τάξη είναι η μόνη πραγματική εγγυήτρια των εθνικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων, καθώς και της απελευθέρωσης σε οικονομικό επίπεδο. Σκοπός του δεν είναι η προώθηση του εθνικισμού, αλλά το άνοιγμα των ταξικών αντιθέσεων στο εσωτερικό των εθνικών κινημάτων, η ανάπτυξη της ταξικής ενότητας και η προώθηση της ταξικής πάλης.

94. Το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση σημαίνει, βασικά, το δικαίωμα απόσχισης από ένα κράτος. Οι μαρξιστές δεν εφαρμόζουν αυτό το δικαίωμα σε κάθε μειονότητα, αλλά σε ιστορικά διαμορφωμένες κοινότητες που διαθέτουν μια διακριτή αίσθηση εθνικής ταυτότητας και που έχουν – ή θα μπορούσαν να αποκτήσουν – την αναγκαία εδαφική βάση για να συγκροτηθούν ως έθνος. Το αν ένα τέτοιο κράτος θα ήταν οικονομικά βιώσιμο δεν αποτελεί καθοριστικό κριτήριο. Κανένα μικρό ή ακόμα και μεσαίου μεγέθους κράτος δεν είναι πλήρως βιώσιμο στην εποχή των πολυεθνικών εταιρειών και της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής αγοράς.

95. Η υπεράσπιση του δικαιώματος στην απόσχιση δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι υποστηρίζουμε την απόσχιση από τα υπάρχοντα κράτη· αυτό εξαρτάται από μια σειρά παραγόντων. Στην περίπτωση των αποικιών ή των εδαφών που βρίσκονται υπό κατοχή ξένων στρατών, το ζήτημα τίθεται διαφορετικά. Υπό τέτοιες συνθήκες, οι Μαρξιστές υποστηρίζουν κατηγορηματικά την ανεξαρτησία και την αποχώρηση των ιμπεριαλιστικών στρατευμάτων. Χαρακτηριστικά, ο Τρότσκι απαίτησε από τη δημοκρατική κυβέρνηση, κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, να εκδώσει διάταγμα που θα εγγυόταν την ανεξαρτησία του Μαρόκου.

96. Όταν εξετάζουμε το ζήτημα μιας εθνικής μειονότητας εντός των συνόρων ενός υπάρχοντος κεντρικού κράτους – για παράδειγμα των Βάσκων και των Καταλανών στην Ισπανία ή των Σκωτσέζων και των Ουαλών στη Βρετανία – το ζήτημα είναι πιο σύνθετο. Έχουμε την ευθύνη να επισημαίνουμε τις παγίδες της ανεξαρτησίας, ιδιαίτερα όταν απευθυνόμαστε στα μέλη της ίδιας της εθνότητας. Παρότι αντιμετωπίζουμε με συμπάθεια τις εθνικές προσδοκίες του λαού, οφείλουμε να αντιπαλεύουμε τις ψευδαισθήσεις ότι η καπιταλιστική ανεξαρτησία μπορεί να αποτελέσει λύση στα προβλήματά του. Ταυτόχρονα, πρέπει να αναδεικνύουμε τους κινδύνους που συνεπάγεται η διάσπαση της ενότητας της εργατικής τάξης στο πλαίσιο του υπάρχοντος κράτους. Περιττό να πούμε ότι υποστηρίζουμε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης αυτών των λαών (Βάσκοι, Καταλανοί, Σκωτσέζοι, Ουαλοί) όταν το διεκδικούνε.

97. Η ιδέα ότι ένα εθνικό πρόβλημα μπορεί να λυθεί μέσω της απόσχισης είναι συνήθως μια ψευδαίσθηση. Αντί να επιλυθούν τα προβλήματα, συχνά ανακύπτουν νέα. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μαρξιστές υποστηρίζουν το δικαίωμα στην απόσχιση σε κάθε περίπτωση, αλλά ούτε και ότι αντιτίθενται στην εφαρμογή του σε όλες τις περιπτώσεις. Η στάση μας εξαρτάται από τη συγκεκριμένη κατάσταση και μπορεί να μεταβληθεί με την πάροδο του χρόνου, όπως συνέβη στην περίπτωση της Σκωτίας (βλέπε παρακάτω). Όταν η επιθυμία για ανεξαρτησία έχει κερδίσει σταθερά την πλειοψηφία της εργατικής τάξης, τότε θα πρέπει να εξετάσουμε το ενδεχόμενο να προχωρήσουμε παραπέρα και να θέσουμε το αίτημα της ανεξαρτησίας.

98. Αυτό πρέπει να αποτυπώνεται τόσο στο πρόγραμμά μας όσο και στη δράση μας. Οφείλουμε όχι μόνο να υποστηρίζουμε, αλλά και να αγωνιζόμαστε και στις δύο πλευρές του υπάρχοντος κράτους για την ανεξαρτησία, συνδέοντάς τη όμως με την προοπτική μιας σοσιαλιστικής ομοσπονδίας. Παρότι οι μαρξιστές γενικά υπερασπίζονται το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, δεν υποστηρίζουμε κατά κανόνα την απόσχιση ή τη δημιουργία νέων εθνικών κρατών. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες περιπτώσεις στις οποίες το κάνουμε. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι το αίτημα του κουρδικού λαού, ο οποίος σήμερα είναι διαμελισμένος σε τέσσερα εθνικά κράτη, για μια ανεξάρτητη πατρίδα. Ένα ακόμη παράδειγμα είναι το ζήτημα ενός ανεξάρτητου εθνικού κράτους για τον παλαιστινιακό λαό.

99. Θα ήταν φυσικά αδύνατο να εξετάσουμε όλες τις περιοχές όπου υπάρχουν εθνικά ζητήματα διαφορετικού χαρακτήρα. Στη συνέχεια εξετάζουμε ορισμένα παραδείγματα εθνικών ζητημάτων, πέρα από εκείνα που έχουν ήδη αναπτυχθεί, είτε λόγω της σημασίας τους και των διδαγμάτων που προσφέρουν είτε λόγω της εμπλοκής δυνάμεων που συνδέονται με το ISp, σε μια προσπάθεια να αναπτύξουμε τα ζητήματα πιο συγκεκριμένα και να τα εξετάσουμε σε μεγαλύτερο βάθος. Επίσης, στο τέλος του κειμένου παραθέτουμε έναν κατάλογο για περαιτέρω μελέτη, με άρθρα από την ιστοσελίδα μας.

Παλαιστίνη

100. Υποστηρίζουμε ότι το εθνικό πρόβλημα μπορεί να λυθεί τελικά μόνο στον σοσιαλισμό. Το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του παλαιστινιακού λαού μπορεί να πάρει ουσιαστική μορφή μόνο μέσα από ένα ανεξάρτητο σοσιαλιστικό παλαιστινιακό κράτος. Ταυτόχρονα, είμαστε αντίθετοι σε οποιαδήποτε ιδέα καταστροφής του Ισραήλ ως εθνικού κράτους, όπως υποστηρίζεται από τμήματα της Αριστεράς, και η οποία, όπως έχουμε αναπτύξει σε άλλα κείμενα, είναι εντελώς μη ρεαλιστική. Φυσικά, θα υποστηρίζαμε την ανατροπή του «αστικού κράτους» ή του «σιωνιστικού κράτους», όμως δεν χρησιμοποιούμε τέτοια ορολογία, καθώς μπορεί να προκαλέσει σύγχυση. Υποστηρίζουμε το δικαίωμα των Ισραηλινών Εβραίων να έχουν το δικό τους εθνικό κράτος. Φυσικά, θα θέλαμε να δούμε τους δύο λαούς να ζουν ειρηνικά ο ένας δίπλα στον άλλον, χωρίς σύνορα μεταξύ τους. Με τα σημερινά δεδομένα, όμως, αυτό δεν φαίνεται εφικτό. Εδώ είναι επίσης επίκαιρη η έκφραση του Μαρξ «διαχωρισμός και στη συνέχεια ομοσπονδία». Με άλλα λόγια, αυτό που θα ήταν σωστό να υποστηρίζουμε σήμερα είναι δύο σοσιαλιστικά κράτη: ένα για τους Παλαιστίνιους και ένα για τους Ισραηλινούς. Αυτό θα σήμαινε επαναχάραξη των υφιστάμενων συνόρων, καθώς ένα βιώσιμο παλαιστινιακό κράτος θα έπρεπε να περιλαμβάνει και εκείνες τις παλαιστινιακές περιοχές του Ισραήλ όπου η πλειοψηφία του πληθυσμού θα επέλεγε να ενταχθεί σε αυτό.

101. Η εναλλακτική πρόταση ενός ενιαίου σοσιαλιστικού κράτους –που σήμερα υποστηρίζεται ευρέως από τμήματα της Αριστεράς– δεν θα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες των Παλαιστινίων για μια δική τους γη. Παρότι υποστηρίζουμε τον τελικό στόχο της ένωσης, που προϋποθέτει ένα ενιαίο κράτος, και παρόλο που φυσικά αναγνωρίζουμε ότι η τελική δομή και μορφή του κράτους/κρατών θα αποφασιστεί από την παλαιστινιακή και ισραηλινή εργατική τάξη, το πρόγραμμά μας σήμερα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την πραγματικότητα της διαίρεσης. Παράλληλα, προωθούμε την προοπτική μιας σοσιαλιστικής ομοσπονδίας ολόκληρης της περιοχής. Όταν σχηματίζονται νέα κράτη, υποστηρίζουμε τη μέγιστη δυνατή συνεργασία μεταξύ τους. Είμαστε υπέρ της μεγαλύτερης δυνατής ενότητας της εργατικής τάξης και της κατάργησης όλων των συνόρων, όπου και όποτε αυτό είναι δυνατό. Ο τελικός μας στόχος είναι μια παγκόσμια ομοσπονδία σοσιαλιστικών κρατών, και το πρόγραμμά μας για το εθνικό ζήτημα αποτελεί εργαλείο για την επίτευξή του.

Το κουρδικό ζήτημα

102. Το Κουρδικό εθνικό ζήτημα είναι ένα από τα πιο μακροχρόνια και εκρηκτικά εθνικά ζητήματα στον κόσμο σήμερα. Αφορά δεκάδες εκατομμύρια Κούρδους, που ζουν σε τέσσερα κράτη –της Τουρκίας, του Ιράκ, του Ιράν και της Συρίας– καθώς και ένα μεγάλο πληθυσμό που βρίσκεται στη διασπορά. Τα σύνορα που διαμέλισαν το Κουρδιστάν διαμορφώθηκαν μετά την ήττα του επαναστατικού κύματος που ακολούθησε τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μέσα από ιμπεριαλιστικές συμφωνίες, όπως η Συμφωνία Sykes–Picot και η Συνθήκη της Λωζάννης. Οι Κούρδοι στερήθηκαν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση και τα νέα καθεστώτα βασίστηκαν στην καταστολή, παραχωρώντας κατά περιόδους περιορισμένα δικαιώματα στους κουρδικούς πληθυσμούς τους. Αυτό καθιστά το κουρδικό ζήτημα χαρακτηριστικό παράδειγμα του εθνικού ζητήματος στον καπιταλισμό: ανολοκλήρωτα δημοκρατικά καθήκοντα, βαθιές εθνικές αντιθέσεις και ανάγκη για ένα ανεξάρτητο πρόγραμμα της εργατικής τάξης.

103. Και στα τέσσερα κράτη οι Κούρδοι έχουν αντιμετωπίσει εθνική καταπίεση: απαγορεύσεις και περιορισμούς στη γλώσσα και τις πολιτιστικές παραδόσεις, αναγκαστική αφομοίωση, διακρίσεις και στρατιωτική καταστολή κάθε φορά που οργανώνονταν εθνικές διεκδικήσεις. Στην Τουρκία, ακόμη και η ύπαρξη ενός ξεχωριστού κουρδικού λαού αρνούνταν επίσημα για δεκαετίες. Στο Ιράκ, οι πολιτικές αυτές κορυφώθηκαν με την εκστρατεία Anfal στα τέλη της δεκαετίας του 1980, μια γενοκτονική επιχείρηση, και τη σφαγή στη Χαλάμπτζα το 1988, όπου χρησιμοποιήθηκαν χημικά όπλα. Στο Ιράν, οι κουρδικές εξεγέρσεις τόσο υπό τη δυναστεία των Παχλαβί όσο και υπό την Ισλαμική Δημοκρατία καταπνίγηκαν. Στη Συρία, το καθεστώς του Μπάαθ συνδύασε την αραβοποίηση με τη στέρηση της ιθαγένειας από πολλούς Κούρδους. Ταυτόχρονα, εκατομμύρια Κούρδοι έχουν ενταχθεί στην εργατική τάξη των πόλεων, όπου μοιράζονται χώρους εργασίας και γειτονιές με Τούρκους, Άραβες και Πέρσες εργαζόμενους –μια υλική βάση για ενωμένο ταξικό αγώνα, που επανειλημμένα έχει υπονομευθεί από εθνικιστικές, θρησκευτικές και σοβινιστικές ηγεσίες.

104. Και στις τέσσερις χώρες, οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις –πάνω απ’ όλα οι ΗΠΑ, αλλά επίσης τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ρωσία– έχουν εργαλειοποιήσει τις κουρδικές διεκδικήσεις: ενθαρρύνοντας εξεγέρσεις όταν αυτό αποδυναμώνει ένα αντίπαλο καθεστώς και στη συνέχεια εγκαταλείποντας τους Κούρδους όταν αλλάζουν οι συμμαχίες· εξοπλίζοντας κουρδικές δυνάμεις για να διεξάγουν τον αγώνα ενάντια σε τζιχαντιστικές οργανώσεις όπως το ISIS (Ισλαμικό Κράτος στο Ιράκ και τη Συρία), ενώ ταυτόχρονα διατηρούν στρατηγικές σχέσεις με τα κράτη που καταπιέζουν τους Κούρδους.

105. Οι μαρξιστές αντιτίθενται τόσο στην καταστολή που ασκούν οι περιφερειακές άρχουσες τάξεις όσο και στην κυνική χειραγώγηση από τον ιμπεριαλισμό. Απορρίπτουμε κάθε στρατηγική που αντιμετωπίζει την Ουάσιγκτον, τη Μόσχα, τις Βρυξέλλες, την Τεχεράνη, την Άγκυρα, τη Βαγδάτη ή τη Δαμασκό ως αξιόπιστους εγγυητές των δικαιωμάτων των Κούρδων.

106. Το πρόγραμμά μας για το κουρδικό ζήτημα περιλαμβάνει επομένως:

  • Πλήρη και άνευ όρων δημοκρατικά και εθνικά δικαιώματα για τον κουρδικό λαό –χρήση της κουρδικής γλώσσας σε όλους τους τομείς της ζωής, ελεύθερη ανάπτυξη του πολιτισμού, ανεξάρτητη οργάνωση, ελευθερία έκφρασης και πολιτική εκπροσώπηση, τερματισμό της στρατιωτικοποίησης, της καταστροφής χωριών και των αναγκαστικών εκτοπισμών, καθώς και απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων.
  • Υποστήριξη του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των Κούρδων, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος για ένα ενωμένο και ανεξάρτητο Κουρδιστάν, εφόσον αυτή είναι η συνειδητή και δημοκρατικά εκφρασμένη επιλογή των κουρδικών μαζών. Δεν αντιπαραθέτουμε την αφηρημένη «ενότητα» ή την «εδαφική ακεραιότητα» στις συγκεκριμένες διεκδικήσεις ενός καταπιεσμένου λαού.
  • Οικοδόμηση ανεξάρτητων, δημοκρατικών μαζικών οργανώσεων των εργαζομένων και των φτωχών, Κούρδων και μη Κούρδων, στους χώρους εργασίας, στις γειτονιές και στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ικανών να συνδέσουν τα εθνικά και κοινωνικά αιτήματα. Υποστηρίζουμε την κοινή δράση με κουρδικές οργανώσεις ενάντια στην καταπίεση, διατηρώντας παράλληλα την πολιτική μας ανεξαρτησία και συζητώντας ανοιχτά τα ταξικά όρια των ηγεσιών τους.
  • Μια προοπτική εθελοντικής σοσιαλιστικής ομοσπονδίας της Μέσης Ανατολής, στο πλαίσιο της οποίας είναι δυνατές διαφορετικές μορφές –ανεξάρτητο κουρδικό κράτος (ή κράτη), ομόσπονδες μονάδες, διασυνοριακές αυτόνομες περιοχές– μορφές που θα αποφασιστούν ελεύθερα από τους ίδιους τους λαούς.

107. Έτσι, η προσέγγισή μας δεν είναι ούτε να ακολουθούμε άκριτα τις αστικές εθνικιστικές δυνάμεις ούτε να υποβαθμίζουμε την πραγματικότητα της εθνικής καταπίεσης στο όνομα μιας αφηρημένης «ταξικής ενότητας». Ξεκινάμε από τη βιωμένη εμπειρία των Κούρδων εργατών, αγροτών, γυναικών και νέων, υπερασπιζόμαστε όλα τα δικαιώματά τους και υποστηρίζουμε ότι μόνο ο κοινός αγώνας όλων των εκμεταλλευόμενων και καταπιεσμένων της περιοχής, εξοπλισμένος με ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα, μπορεί να διασφαλίσει αυτά τα δικαιώματα με μόνιμο τρόπο.

Κύπρος

108. Η Κύπρος είναι ένα ακόμη από τα άλυτα προβλήματα στον καπιταλισμό, όπως και ο γενικότερος ανταγωνισμός μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, μέρος του οποίου αποτελεί το Κυπριακό. Δεν υπάρχει προοπτική επίλυσης του εθνικού ζητήματος του νησιού που κρατά τις δύο κοινότητες χωρισμένες από το 1974, όταν η Τουρκία εισέβαλε και κατέλαβε σχεδόν το 40% του νησιού. Δεν υπάρχει επίσης προοπτική επίλυσης του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού, ο οποίος καλύπτει ένα τεράστιο φάσμα ζητημάτων –πέρα από το Κυπριακό– από το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή γενικότερα.

109. Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, είναι αρκετά ξεκάθαρο ότι οι άρχουσες τάξεις και στις δύο πλευρές του νησιού, οι Τουρκοκύπριοι (Τ/Κ) στον βορρά και οι Ελληνοκύπριοι (Ε/Κ) στον νότο, έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι προτιμούν να διατηρήσουν τον σημερινό διαχωρισμό παρά να «ενώσουν» το νησί στο πλαίσιο οποιασδήποτε ομοσπονδιακής ή συνομοσπονδιακής λύσης. Η Τ/Κ άρχουσα τάξη, ακολουθώντας τη γραμμή του Ερντογάν στην Τουρκία, ξεκαθαρίζει ότι η μόνη «λύση» στο Κυπριακό είναι η δημιουργία δύο ξεχωριστών κρατών στο νησί. Η Ε/Κ πλευρά, με τη στήριξη της ελληνικής άρχουσας τάξης, προσποιείται ότι επιθυμεί μια λύση, μια τακτική προκειμένου να «εκθέσει» την Τουρκία ως δύναμη κατοχής που αρνείται να συμμορφωθεί με το «διεθνές δίκαιο» και τα ψηφίσματα του ΟΗΕ. Στην πραγματικότητα, όλες οι ενέργειές της δείχνουν ότι προτιμά να έχει το δικό της κράτος στο νότιο τμήμα του νησιού παρά να μοιραστεί κάποια κοινή ομοσπονδιακή δομή με τους Τ/Κ, η οποία θα την υποχρέωνε να μοιραστεί την κρατική εξουσία με τον αντίπαλό της. Η κατανομή της εξουσίας με την Τ/Κ άρχουσα τάξη σημαίνει ότι οι Ε/Κ καπιταλιστές θα πρέπει να κάνουν συμβιβασμούς και παραχωρήσεις προς τους αντίπαλους καπιταλιστές, κάτι που καμία καπιταλιστική άρχουσα τάξη δεν επιθυμεί. Σημαίνει περιορισμό της ελευθερίας τους να αποφασίζουν για τους καλύτερους τρόπους εξυπηρέτησης των κερδών και των γεωπολιτικών τους συμφερόντων. Στο πλαίσιο του γενικότερου ανταγωνισμού μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στην περιοχή, η κατανομή της εξουσίας σε ένα ομοσπονδιακό κράτος μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε παράλυση και αστάθεια, η οποία στη συνέχεια θα μπορούσε να κλιμακωθεί σε στρατιωτική αντιπαράθεση. Αυτό συνέβη τη δεκαετία του 1960, μετά την ανεξαρτησία του νησιού, και οδήγησε στην κατάρρευση της δομής μοιράσματος της εξουσίας που είχε θεσπιστεί με το Σύνταγμα της ανεξαρτησίας του 1960 και, τελικά, στην τουρκική εισβολή του 1974.

110. Η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική στην εργατική τάξη και στις οργανώσεις της Αριστεράς. Αυτές είναι οι μόνες δυνάμεις που μιλούν στο όνομα ενός κοινού νησιού για τις δύο κοινότητες. Σε επίπεδο λόγων, αλλά μόνο λόγων, αυτό υποστηρίζεται ακόμη και από τη ρεφορμιστική Αριστερά, το ΑΚΕΛ στον νότο και το CTP (Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα) στον βορρά (και τα δύο πρώην φιλοσοβιετικά, σταλινικά κόμματα). Αυτό αποτελεί αντανάκλαση του ταξικού χαρακτήρα του προβλήματος – μόνο η εργατική τάξη μπορεί να δημιουργήσει τη βάση για μια λύση. Ωστόσο, όταν τόσο το ΑΚΕΛ όσο και το CTP βρέθηκαν στην κυβέρνηση κατά το παρελθόν, απέτυχαν να σημειώσουν οποιαδήποτε πρόοδο στην προσέγγιση των δύο κοινοτήτων προς μια λύση. Ο λόγος είναι ότι και τα δύο κόμματα, ως ρεφορμιστικά, δεν είναι σε καμία περίπτωση διατεθειμένα να συγκρουστούν με την άρχουσα τάξη της δικής τους πλευράς.

111. Οι Ε/Κ μαρξιστές, στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν την καπιταλιστική προπαγάνδα και να οικοδομήσουν γέφυρες προς την Τ/Κ εργατική τάξη, χρειάζεται να συμπεριλάβουν στο πρόγραμμά τους το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των Τ/Κ. Εκ πρώτης όψεως αυτό μπορεί να φαίνεται αντιφατικό, δεδομένου ότι οι Ε/Κ μπορούν να υποστηρίξουν ότι είναι η εθνότητα που καταπιέζεται από τον στρατό και την άρχουσα τάξη της Τουρκίας. Ωστόσο, η αναγνώριση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των Τ/Κ είναι απολύτως απαραίτητη, ώστε οι Ε/Κ να μπορέσουν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των Τ/Κ, οι οποίοι, σε περίπτωση λύσης του προβλήματος στα πλαίσια ενός ενιαίου κοινού κράτους, θα βρεθούν στη θέση της μειονότητας –όπως συνέβαινε μέχρι το 1974.

112. Η αντικαπιταλιστική Αριστερά των Τ/Κ, από την άλλη πλευρά, ήδη υποστηρίζει την αποχώρηση του τουρκικού στρατού από το νησί και μια λύση που θα ενώσει τις δύο κοινότητες του νησιού. Με αυτόν τον τρόπο, η αντικαπιταλιστική Αριστερά των Τ/Κ υπερασπίζεται το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των Ε/Κ απέναντι στην τουρκική άρχουσα τάξη. Η μόνη ελπίδα για μια λύση του προβλήματος βρίσκεται στην ενίσχυση των δυνάμεων του μαρξισμού στο νησί, στη βάση της ενότητας της εργατικής τάξης και των φτωχών στρωμάτων, Ε/Κ και Τ/Κ. Η συγκεκριμένη μορφή του κράτους είναι δευτερεύον ζήτημα, εφόσον έχουν χτιστεί σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ των δύο κοινοτήτων: μπορεί να είναι ενιαίο κράτος, ενιαίο κράτος με πλήρως αυτόνομες περιοχές μειονοτήτων, ομοσπονδιακό ή συνομοσπονδιακό κράτος. Αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να αποφασιστεί από τις δύο κοινότητες υπό συνθήκες εργατικής εξουσίας και σοσιαλισμού.

Ελλάδα και Τουρκία

113. Οι ελπίδες, σε τμήματα της άρχουσας τάξης ή των ρεφορμιστικών κομμάτων, ότι οι εντάσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας θα μπορούσαν σταδιακά να αποκλιμακωθούν μέσα από την περαιτέρω ανάπτυξη των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων, διαψεύστηκαν, όπως είχαν προβλέψει οι μαρξιστές στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Κύπρο. Οι δύο χώρες έφτασαν αρκετές φορές κοντά στον πόλεμο και έχουν είναι μεταξύ αυτών που ξοδεύουν τις μεγαλύτερες δαπάνες για στρατιωτικούς εξοπλισμούς στο ΝΑΤΟ και διεθνώς.

114. Η Τουρκία αμφισβητεί τμήματα του Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένων πολλών νησιών (περίπου 150) που η Ελλάδα θεωρεί ελληνικά. Συνεχίζει επίσης την κατοχή σχεδόν του 40% της Κύπρου και αμφισβητεί το δικαίωμα της κυπριακής κυβέρνησης να εκμεταλλεύεται υδρογονάνθρακες στον θαλάσσιο βυθό γύρω από την Κύπρο, καθώς και μέσω των συμφωνιών της τελευταίας με το Ισραήλ κ.λπ. Η Ελλάδα υποστηρίζει το δικαίωμά της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, όμως, αν αυτό πραγματοποιηθεί, το Αιγαίο στο σύνολό του θα μετατραπεί ουσιαστικά σε ελληνική θάλασσα. Αυτό δεν θα γίνει ποτέ αποδεκτό από την Τουρκία, η οποία έχει χαρακτηρίσει μια τέτοια κίνηση casus belli («αιτία πολέμου»). Η κυπριακή κυβέρνηση θέλει να εκμεταλλευτεί τους υδρογονάνθρακες στον θαλάσσιο βυθό γύρω από το νησί, χωρίς όμως να αναγνωρίζει αντίστοιχα δικαιώματα στους Τ/Κ στον βορρά. Η Ελλάδα (και η Κύπρος) ανήκουν σε μια συμμαχία που έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες 1-2 δεκαετίες με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ. Η συμμαχία αυτή ξεκίνησε από κοινά συμφέροντα στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο και επεκτείνεται πλέον γρήγορα και στο στρατιωτικό επίπεδο. Η Τουρκία και το Ισραήλ ανήκουν σε διαφορετικά στρατόπεδα στις συγκρούσεις της Μέσης Ανατολής. Η Τουρκία υποστηρίζει, στα λόγια, τα δικαιώματα του παλαιστινιακού λαού και το νέο ισλαμικό καθεστώς στη Συρία, ενώ το Ισραήλ είναι αποφασισμένο να συντρίψει τον παλαιστινιακό λαό και οικοδομεί συμμαχίες με τους Δρούζους και τους Κούρδους στη Συρία, οι οποίοι αντιτίθενται στο καθεστώς. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο είναι τόσο έντονος, ώστε ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η Τουρκία θα πάρει τη θέση του Ιράν στη σύγκρουσή του με το Ισραήλ. Αυτό αποτελεί υπερβολή, αλλά δείχνει πόσο μακριά έχουν φτάσει τα πράγματα. Η Ελλάδα και η Τουρκία ανταγωνίζονται επίσης για την οικονομική διείσδυση στα Βαλκάνια. Πέρα από τους οικονομικούς παράγοντες, η Τουρκία αξιοποιεί το γεγονός ότι τμήματα των λαών των Βαλκανίων είναι μουσουλμάνοι, ενώ η Ελλάδα αξιοποιεί το γεγονός ότι άλλα τμήματα είναι ορθόδοξοι χριστιανοί. Αυτό φυσικά ρίχνει κι άλλο λάδι στη φωτιά των εθνικών και θρησκευτικών ανταγωνισμών και του φανατισμού στην περιοχή.

115. Και οι δύο χώρες είναι οπλισμένες μέχρι τα δόντια, σε έναν εξοπλιστικό ανταγωνισμό που διαρκεί εδώ και δεκαετίες, με την Τουρκία και την Ελλάδα να βρίσκονται τις περισσότερες φορές μεταξύ των τριών χωρών του ΝΑΤΟ με τις υψηλότερες «αμυντικές» δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ (η άλλη είναι οι ΗΠΑ). Σε αυτή την κούρσα η Τουρκία έχει σαφές πλεονέκτημα, για μια σειρά από λόγους: ο πληθυσμός της είναι περίπου εννέα φορές μεγαλύτερος από τον ελληνικό και το ΑΕΠ της περίπου πέντε φορές μεγαλύτερο, διαθέτει στρατό με πολεμική εμπειρία από τα πολλά μέτωπα στα οποία έχει εμπλακεί στη Μέση Ανατολή (ιδιαίτερα στις κουρδικές περιοχές της Τουρκίας, του Ιράκ και της Συρίας) και, τέλος, διαθέτει δυναμική εγχώρια πολεμική βιομηχανία. Το αφήγημα που καλλιεργούσε η ελληνική άρχουσα τάξη (μαζί με την ελληνοκυπριακή) ότι η ένταξη στην ΕΕ θα παρείχε στήριξη απέναντι στην «τουρκική επιθετικότητα» έχει αποκαλυφθεί πλήρως ως αυταπάτη. Οι βασικές ευρωπαϊκές δυνάμεις παίρνουν διαφορετικές θέσεις ανάλογα με τα συμφέροντά τους (και το εμπόριο όπλων): η Γαλλία έχει μια φιλελληνική τάση, ενώ η Γερμανία και η Βρετανία μια φιλοτουρκική.

116. Θα πρέπει να είναι κανείς αφελής για να πιστεύει ότι αυτά τα αντικρουόμενα συμφέροντα μπορούν με κάποιον τρόπο να επιλυθούν ειρηνικά στο πλαίσιο του καπιταλισμού από τις δύο άρχουσες τάξεις. Τα πράγματα πηγαίνουν από κλιμάκωση σε κλιμάκωση. Μια στρατιωτική σύγκρουση στο μέλλον δεν μπορεί να αποκλειστεί. Μόνο η εργατική τάξη μπορεί να βάλει τέλος σε αυτή την κατάσταση –οι Έλληνες και οι Τούρκοι εργαζόμενοι δεν έχουν τίποτα να χωρίσουν μεταξύ τους· δεν έχουν αντικρουόμενα στρατηγικά ή οικονομικά συμφέροντα. Ωστόσο, δεν υπάρχει ηγεσία στην Αριστερά που να μπορεί να προσφέρει μια διεθνιστική προοπτική. Στην πραγματικότητα, την τελευταία φορά που η ρεφορμιστική Αριστερά (ΣΥΡΙΖΑ) βρέθηκε στην εξουσία, δηλαδή με τον Τσίπρα την περίοδο 2015-2019, οι σχέσεις Ελλάδας και Ισραήλ γνώρισαν νέα ώθηση, ενώ η επιδείνωση των σχέσεων με την Τουρκία συνεχίστηκε κανονικά.

117. Για ακόμη μία φορά, το χτίσιμο νέων δυνάμεων της Αριστεράς, σοσιαλιστικού-επαναστατικού-μαρξιστικού χαρακτήρα, είναι ο μόνος δρόμος για να υπάρξει λύση στους εθνικιστικούς ανταγωνισμούς. Μια σοσιαλιστική ομοσπονδία της Τουρκίας, της Ελλάδας και της Κύπρου θα αποτελούσε τη φυσική εξέλιξη από τη στιγμή που η εργατική τάξη θα πάρει την εξουσία και στις τρεις χώρες, στο πλαίσιο, φυσικά, της ευρύτερης περιοχής, της Μέσης Ανατολής, των Βαλκανίων και της ευρωπαϊκής ηπείρου.

Νιγηρία

118. Το εθνικό ζήτημα της Νιγηρίας παραμένει άλυτο από την ανεξαρτησία της το 1960, οδηγώντας σε πολιτική αστάθεια, επαναλαμβανόμενες εθνοτικές εντάσεις και κατά διαστήματα σε διεκδικήσεις για αυξημένα δικαιώματα των εθνοτικών μειονοτήτων, καθώς και για αυτοδιάθεση και απόσχιση. Το θεμελιώδες ζήτημα είναι το εξής: πώς μπορεί ένα κράτος που αποτελείται από διαφορετικά έθνη, το καθένα με τη δική του ιστορία, τον πολιτισμό και τις επιδιώξεις του, να διαθέτει ένα ενιαίο πολιτικό πλαίσιο που να είναι δίκαιο, ισότιμο και δημοκρατικό; Η σημερινή κατάσταση έχει τις ρίζες της στον ρόλο της βρετανικής αποικιοκρατίας, η οποία δημιούργησε τη Νιγηρία για να εκπληρώσει τα δικά της οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα. Το 1914, ο βρετανικός ιμπεριαλισμός συνένωσε διαφορετικές περιοχές σε αυτό που θα γινόταν η σύγχρονη Νιγηρία, χωρίς τη συγκατάθεση των λαών που κατοικούσαν σε αυτές. Αυτή η τεχνητή ένωση αγνόησε τις βαθιές διαφορές μεταξύ εθνικοτήτων όπως οι Ίγκμπο, οι Γιορούμπα, οι Χάουσα-Φουλάνι, οι Ίτζο και πολλές άλλες. Μετά την ανεξαρτησία, αντί να επαναδιαπραγματευτούν αυτή τη διευθέτηση, οι διαδοχικές κυβερνήσεις –είτε εκλεγμένες είτε δικτατορικές– συγκέντρωσαν την εξουσία στο κεντρικό κράτος, ευνοώντας συχνά ορισμένες εθνοτικές ομάδες εις βάρος άλλων.

119. Το αίτημα για ανεξάρτητη Μπιάφρα επανέρχεται και πάλι στο προσκήνιο. Αυτό αποτελεί αντανάκλαση των διαχρονικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν πολλοί άνθρωποι στη Νοτιοανατολική Νιγηρία. Για ορισμένους, μια ανεξάρτητη Μπιάφρα αντιπροσωπεύει την προοπτική της δικαιοσύνης, της αξιοπρέπειας και της αυτοδιακυβέρνησης. Παράλληλα όμως, δημιουργεί ανησυχίες σχετικά με την οικονομική βιωσιμότητα, τον περιφερειακό κατακερματισμό και τους κινδύνους μιας νέας σύγκρουσης. Αυτή η αντίφαση αναδεικνύει το κεντρικό δίλημμα: μπορεί η Νιγηρία να αναδιαρθρωθεί ώστε να ανταποκρίνεται στην ποικιλομορφία της ή οι αντιφάσεις της θα συνεχίσουν να δημιουργούν φυγόκεντρες πιέσεις;

120. Οποιαδήποτε προσπάθεια απόσχισης που δεν συνδυάζεται με ένα μαζικό κίνημα για τη διασφάλιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων –συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των μειονοτήτων μέσα σε οποιοδήποτε νέο κράτος– και με την ανατροπή του καπιταλισμού, θα οδηγήσει σε σύγκρουση. Η δημιουργία ενός νέου κράτους στα πλαίσια του καπιταλισμού θα σήμαινε την αντικατάσταση μιας μορφής εξουσίας των ελίτ από μια άλλη. Χωρίς σοσιαλιστική προοπτική, ένα νέο κυρίαρχο κράτος της Μπιάφρα θα αποτελούσε αδιέξοδο για τους εργαζόμενους. Σε ένα σοσιαλιστικό κράτος, οι βασικοί τομείς της οικονομίας θα περνούσαν σε δημόσια ιδιοκτησία, κάτω από δημοκρατικό εργατικό έλεγχο και διαχείριση, επιτρέποντας τον σχεδιασμένο προσανατολισμό των πόρων στην κάλυψη των κοινωνικών αναγκών αντί για το ιδιωτικό κέρδος. Το τμήμα του ISp στην Νιγηρία, το Revolutionary Socialist Movement (RSM), υπερασπίζεται το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, μέχρι και την απόσχιση, εφόσον αυτή αποφασιστεί δημοκρατικά, ενώ παράλληλα υποστηρίζει σταθερά την ενότητα της Νιγηρίας στη βάση μιας κυβέρνησης των εργαζομένων και των φτωχών, που θα εφαρμόζει σοσιαλιστικές πολιτικές.

Σκωτία

121. Ένα παράδειγμα από τις τελευταίες δεκαετίες, που δείχνει την ευελιξία που απαιτείται γύρω από ένα συγκεκριμένο ζήτημα, είναι εκείνο της ανεξαρτησίας της Σκωτίας. Στη δεκαετία του 1970, δεν θα ήταν σωστό να υποστηριχθεί η απόσχιση της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο· αντίθετα, θα έπρεπε να τονιστεί τη σημασία μιας ενωμένης βρετανικής εργατικής τάξης, με κοινές ταξικές οργανώσεις (τα συνδικάτα και το συνδεδεμένο με αυτά Βρετανικό Εργατικό Κόμμα). Η απογοήτευση και η απομυθοποίηση που προκάλεσε η αποτυχία των εργατικών κυβερνήσεων της δεκαετίας του 1960 και του 1970 να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των εργαζομένων ενίσχυσαν το εθνικό αίσθημα. Η υποστήριξη για την ανεξαρτησία της Σκωτίας αυξήθηκε και, σε διάστημα αρκετών δεκαετιών, απέκτησε έναν πιο εργατικό χαρακτήρα. Ενώ η προηγούμενη υποστήριξη για τον σκωτσέζικο εθνικισμό βασιζόταν κυρίως σε ένα αγροτικό στρώμα, άρχισε πλέον να συμπληρώνεται από την αυξανόμενη υποστήριξη για την απόσχιση μεταξύ νέων εργαζομένων στις αστικές περιοχές, οι οποίοι αναζητούσαν μια καλύτερη κοινωνία και έβλεπαν την ανεξαρτησία ως μέσο για την αλλαγή.

122. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, το ζήτημα της ”Αποκέντρωσης”, ή της μερικής αυτονομίας της Σκωτίας εντός του Ηνωμένου Βασιλείου, αναδείχθηκε σε σημαντικό πολιτικό θέμα και το Militant (πρόδρομος του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Βρετανία και του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Σκωτίας) πήρε θέση υπέρ της μεταβίβασης εξουσιών (αποκέντρωσης – devolution), αλλά μόνο έπειτα από μια έντονη εσωτερική συζήτηση, η οποία οδήγησε στην παραίτηση ενός αριθμού ηγετικών στελεχών. Σε δημοψήφισμα του 1978, η αποκέντρωση εξουσιών εγκρίθηκε, αλλά όχι με την απαιτούμενη πλειοψηφία του 60%, και ως εκ τούτου δεν εφαρμόστηκε. Μεταξύ 1979 και 1993, η Σκωτία ψήφισε κατά των Τόρις σε όλες τις εκλογές και συντριπτικά υπέρ του Εργατικού Κόμματος. Η αποβιομηχάνιση και η αίσθηση ότι ο πλούτος που δημιουργούσε το πετρέλαιο της Βόρειας Θάλασσας εξανεμιζόταν, οδήγησαν σε άνοδο του εθνικισμού από τη δεκαετία του 1980 έως τον 21ο αιώνα, η οποία ενισχύθηκε περαιτέρω από τις πολιτικές της κυβέρνησης του Νέου Εργατικού Κόμματος από το 1997 και μετά. Σε αυτό το πλαίσιο, οι μαρξιστές μετακινήθηκαν από μια θέση υπέρ της αποκέντρωσης εξουσιών (devolution) σε μια θέση υπέρ της ανεξαρτησίας, σε σύνδεση με την προοπτική μιας σοσιαλιστικής Σκωτίας. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι, παρότι αυτή η αλλαγή θέσης ήταν σωστή, πήγε υπερβολικά μακριά, καθώς δεν δόθηκε επαρκής έμφαση στη σημασία ενός ενωμένου εργατικού κινήματος, συμπεριλαμβανομένων των ενωμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, καθώς και στις κατακτήσεις που απέφερε αυτό το κίνημα (ιδίως το Εθνικό Σύστημα Υγείας). Επιπλέον, η έμφαση σε μια ανεξάρτητη σοσιαλιστική Σκωτία δημιουργεί την εντύπωση ότι η ανεξαρτησία από μόνη της θα είναι επωφελής, καθώς δεν ισορροπήθηκε από επαρκή έμφαση στην παραδοσιακή μαρξιστική θέση ότι τα μεγαλύτερα ενιαία κράτη είναι, γενικά, προς το συμφέρον της εργατικής τάξης.

123. Η Σκωτία δεν αποτελεί μια «καταπιεσμένη χώρα» με την κλασσική έννοια του όρου, της εποχής του Μάρξ και των Μπολσεβίκων. Η σκωτσέζικη άρχουσα τάξη είναι ενσωματωμένη στην ευρύτερη βρετανική άρχουσα τάξη και δεν έχει ξεχωριστά συμφέροντα. Η σκωτσέζικη εργατική τάξη υφίσταται ταξική καταπίεση, όπως οι εργαζόμενοι παντού. Είναι, ωστόσο, αναμφισβήτητα καταπιεσμένη στο επίπεδο της πολιτικής, καθώς δεν μπορεί να έχει μια αριστερή κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι αυτή υποστηρίζεται από την πλειοψηφία των ψηφοφόρων στη Σκωτία, επειδή δεν υπάρχει πλειοψηφία για κάτι τέτοιο στο επίπεδο του συνόλου της Βρετανίας. Υπάρχουν ελάχιστες ή και μηδενικές ενδείξεις καταπίεσης της σκωτσέζικης κουλτούρας, συμπεριλαμβανομένης της γλώσσας. Υπό αυτή την έννοια, ο εθνικισμός της σκωτσέζικης εργατικής τάξης αποτελεί κυρίως έκφραση της επιθυμίας της για κοινωνική αλλαγή, για την οποία έχει καταλήξει να πιστεύει ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσα σε ένα ενιαίο Ηνωμένο Βασίλειο. Στρέφεται έτσι προς μια ανεξάρτητη Σκωτία και καταλήγει στο αρνητικό συμπέρασμα ότι η αγγλική εργατική τάξη είναι λιγότερο αριστερή από τη σκωτσέζικη. Έχοντας πει όλα τα παραπάνω, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι οι μαρξιστές υπερασπίζονται το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του σκωτσέζικου λαού, εξηγώντας ταυτόχρονα ότι η απόσχιση από μόνη της δεν θα έλυνε τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η εργατική τάξη της Σκωτίας. Παράλληλα, θέτουμε την ανάγκη για κοινό αγώνα με τους υπόλοιπους εργαζόμενους στην Αγγλία, την Ουαλία και την Ιρλανδία, τόσο στον Βορρά όσο και στον Νότο.

Ταϊβάν

124. Το εθνικό ζήτημα της Ταϊβάν μπορεί δυνητικά να εξελιχθεί σε ένα από τα πιο εκρηκτικά ζητήματα στις διεθνείς εξελίξεις των επόμενων χρόνων. Η Κίνα θεωρεί την Ταϊβάν δικό της έδαφος και δεν πρόκειται να κάνει παραχωρήσεις στο ζήτημα. Από την άλλη, οι ΗΠΑ εξοπλίζουν την Ταϊβάν, η οποία έχει εισέλθει σε μια περίοδο έντονης στρατιωτικοποίησης, και την ενθαρρύνουν να κινηθεί προς την κατεύθυνση της ανεξαρτησίας, χωρίς ωστόσο να το δηλώνουν επίσημα. Η κυβέρνηση Μπάιντεν, στο πλαίσιο του ανταγωνισμού ΗΠΑ-Κίνας, ήταν στην πραγματικότητα πιο προκλητική από τον Τραμπ στο συγκεκριμένο ζήτημα. Μεταξύ άλλων, τον Σεπτέμβριο του 2022 ο Μπάιντεν δήλωσε ότι, αν η Κίνα επιτεθεί στην Ταϊβάν, οι ΗΠΑ θα εμπλακούν στον πόλεμο για να την υπερασπιστούν. Ο Τραμπ φαίνεται πιο συγκρατημένος σε σχέση με τον εξοπλισμό της Ταϊβάν, μετά τη σύνοδο κορυφής του με τον Σι στις 13-15 Μαΐου 2026, όμως η ένταση παραμένει μεγάλη.

125. Αυτό που είναι ξεκάθαρο σε σχέση με το εθνικό ζήτημα της Ταϊβάν είναι ότι είναι αδύνατο να δούμε κάποια λύση στη βάση του καπιταλισμού. Η Ταϊβάν είναι εξαιρετικά σημαντική και για τις δύο πλευρές, την Κίνα και τις ΗΠΑ (γενικότερα την Δύση). Όχι μόνο για λόγους γοήτρου ή λόγω της στρατηγικής θέσης του νησιού, που βρίσκεται πολύ κοντά στην Κίνα και ταυτόχρονα ευθυγραμμίζεται με τη Δύση, αλλά και για οικονομικούς λόγους: στην Ταϊβάν βρίσκεται η πιο προηγμένη μονάδα παραγωγής μικροτσίπ στον κόσμο, η TSMC. Η TSMC παράγει περίπου το 90% των πιο προηγμένων ημιαγωγών παγκοσμίως – ημιαγωγών που είναι ζωτικής σημασίας για σχεδόν οτιδήποτε παράγεται σήμερα και ακόμη περισσότερο για τον στρατιωτικό τομέα.

126. Οι τρεις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, από το 2016 και μετά, έχουν κερδηθεί από το φιλοδυτικό DPP (Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα). Αυτό αντανακλά, μεταξύ άλλων, την αντίθεση των μαζών της Ταϊβάν στο κινεζικό καθεστώς. Παρά το γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία του λαού της Ταϊβάν είναι κινεζικής καταγωγής, τις προηγούμενες δεκαετίες η συνείδηση έχει μετατοπιστεί προς την κατεύθυνση μιας ιδιαίτερης ταϊβανέζικης εθνικής συνείδησης. Φυσικά, τα πράγματα δεν είναι άσπρο-μαύρο ούτε έχουν κριθεί οριστικά. Ενδεικτικό είναι ότι ο ηγέτης του μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης, του KMT, το οποίο ακολουθεί παρόμοιες καπιταλιστικές νεοφιλελεύθερες πολιτικές με το κυβερνών DPP, επισκέφθηκε την Κίνα μεταξύ 7 και 12 Απριλίου, τονίζοντας την ανάγκη για καλές σχέσεις, σε αντίθεση με την τρέχουσα πολιτική του DPP.

127. Οι μαρξιστές χρειάζεται να λαμβάνουν υπόψη τη διάθεση και τη συνείδηση των λαϊκών μαζών της Ταϊβάν όταν διαμορφώνουν θέση για το εθνικό ζήτημα. Η πλειοψηφία του πληθυσμού αντιτίθεται στην ενοποίηση με την Κίνα, επειδή αυτό σημαίνει ότι θα χάσει όλα τα δημοκρατικά δικαιώματα που διαθέτει στην Ταϊβάν: πολύ περισσότερες ελευθερίες στην προσωπική ζωή σε σχέση με ό,τι ισχύει στην Κίνα, ελευθερία δημιουργίας ή συμμετοχής σε πολιτικούς σχηματισμούς και/ή κοινωνικά κινήματα, ελευθερία δημιουργίας συνδικάτων, οργανώσεων νεολαίας, ανεξάρτητων εκστρατειών κ.λπ. Φαίνεται επίσης ότι σήμερα η πλειοψηφία του πληθυσμού θα επέλεγαν να αυτοπροσδιορίζονται ως Ταϊβανέζοι και όχι ως Κινέζοι, παρά το γεγονός ότι μιλούν την ίδια γλώσσα. Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν υπάρχει διάθεση για αγώνα υπέρ της εθνικής ανεξαρτησίας και ενάντια στην κινεζική επιθετικότητα. Στην πραγματικότητα, η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού θα ήταν αντίθετη σε οποιονδήποτε τυχοδιωκτισμό που θα έθετε σε κίνδυνο την ειρήνη και τη σταθερότητα της καθημερινής ζωής, στο όνομα της υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων (βλ., για παράδειγμα, τις παραγράφους 120-122 στο κείμενο προοπτικών της 2ης συνδιάσκεψης του ISp, 2024).

128. Το γεγονός είναι ότι ούτε ο αμερικανικός ούτε ο κινεζικός ιμπεριαλισμός πρόκειται να σεβαστούν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του λαού της Ταϊβάν. Οι ΗΠΑ θα ήταν διατεθειμένες να στείλουν εκατοντάδες χιλιάδες νέους και νέες της Ταϊβάν στον εφιάλτη του πολέμου, με μοναδικό στόχο την αποδυνάμωση της Κίνας. Και το κινεζικό καθεστώς δεν πρόκειται ποτέ να μπει στη διαδικασία να ρωτήσει τις μάζες της Ταϊβάν αν θέλουν να ενοποιηθούν εθελοντικά με την Κίνα ή όχι.

129. Αυτό ξεκαθαρίζει τον ταξικό χαρακτήρα του εθνικού ζητήματος της Ταϊβάν. Οι μαρξιστές πρέπει να υποστηρίζουν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του λαού της Ταϊβάν, με την κατανόηση ότι ο καπιταλισμός δεν θα σεβαστεί ποτέ αυτό το δικαίωμα. Το δικαίωμα αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο εάν οι εργατικές τάξεις της Ταϊβάν και της Κίνας συνεργαστούν για ένα κοινό σοσιαλιστικό μέλλον –στο πλαίσιο του οποίου το ζήτημα των συνόρων ή της εθνικής ταυτότητας θα αποτελεί δευτερεύον ζήτημα. Θα μπορούσε να υπάρξει ενοποίηση, στη βάση μιας εθελοντικής συμφωνίας και χωρίς οποιονδήποτε εξαναγκασμό. Ή, εάν οι μάζες της Ταϊβάν επιλέξουν ένα ξεχωριστό κράτος, θα μπορούσε να υπάρξει μια σοσιαλιστική ομοσπονδία μεταξύ των δύο.

130. Πολλοί στην Αριστερά υιοθετούν τη θέση της υποστήριξης του κινεζικού καθεστώτος στη σύγκρουση για την Ταϊβάν, λόγω της αντίθεσής του στον δυτικό ιμπεριαλισμό. Αυτό αγνοεί πλήρως τα δικαιώματα του λαού της Ταϊβάν και δημιουργεί είτε τις συνθήκες για έναν πόλεμο είτε μια ωρολογιακή βόμβα για το μέλλον. Οι μαρξιστές υποστηρίζουν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των μαζών της Ταϊβάν, αγωνίζονται για την οικοδόμηση αδελφικών ταξικών σχέσεων μεταξύ των Κινέζων και των Ταϊβανέζων εργαζομένων και νέων και αγωνίζονται ενάντια στη στρατιωτικοποίηση της ταϊβανέζικης κοινωνίας που ενθαρρύνεται από τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους.

Συμπερασματικά

131. Η ικανότητά μας να διατηρούμε μια ανεξάρτητη ταξική στάση στο εθνικό ζήτημα αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της δουλειάς μας. Κατανοούμε ότι η εργατική τάξη είναι η μόνη τάξη που μπορεί να δώσει λύσεις σε όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, συμπεριλαμβανομένων των άλυτων εθνικών ζητημάτων σε όλο τον κόσμο.

132. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να κάνουμε λάθη σε βασικά ζητήματα τακτικής, συνθημάτων και προγράμματος στο εθνικό ζήτημα. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο να ανοίξει μια ευρεία συζήτηση για το εθνικό ζήτημα σε όλες του τις πλευρές. Ελπίζουμε ότι αυτό το κείμενο θα βοηθήσει τους αγωνιστές του εργατικού κινήματος διεθνώς να βρουν τον δρόμο προς τα εμπρός όταν αντιμετωπίζουν σύνθετα εθνικά ζητήματα οπουδήποτε στον κόσμο. Θα συνεχίσουμε να δημοσιεύουμε υλικό για συγκεκριμένα εθνικά ζητήματα και καλούμε και άλλους να συνεισφέρουν με υλικό στις συνεχιζόμενες συζητήσεις και αντιπαραθέσεις μας.


[1] Karl Marx, The First Indian War of Independence 1857-1859

[2] in ‘Critique of Hegel’s Philosophy of Right’

[3] MECW, Vol.3, Contribution to the Critique of Hegel’s Philosophy of Law,  (Lawrence & Wishart 1975) 29. and at  https://www.marxists.org/archive/marx/works/1843/critique-hpr/ch02.htm 

[4] Karl Marx ‘Marx To Hermann Jung In London’, 20 November 1865, in MECW , Vol 42, (Lawrence & Wishart 1987) 200. And at https://marxists.catbull.com/archive/marx/works/1865/letters/65_11_20a.htm

[5] Documents of the First International. The General Council of the First International, 1864-1866. The London Conference 1865. Minutes, published by the Foreign Languages Publishing House, Moscow, for the Centenary of the First International in 1964, pp. 355-356; at https://www.marxists.org/archive/marx/iwma/documents/1866/l-echo-letter.htm

[6] MECW Vol. 24 (Lawrence & Wishart 1989) 57.

[7] Marxism and the National Question, Stalin, 1913.

[8] https://www.bing.com/ck/a?!&&p=47f1a51e4b1c1b05702a036bb1fc4a7c5dca97d6ed6790cd662fbd87b0744851JmltdHM9MTc2MjQ3MzYwMA&ptn=3&ver=2&hsh=4&fclid=16c0bd64-5965-6657-10c0-a8df583d67f5&psq=stalin+national+question&u=a1aHR0cHM6Ly93d3cubWFyeGlzdHMub3JnL3JlZmVyZW5jZS9hcmNoaXZlL3N0YWxpbi93b3Jrcy8xOTEzLzAzYS5odG0

[9] Vladimir I Lenin, ‘The Cadets and “The Right of Nations to Self-Determination”’, in VI Lenin, Collected Works, vol 19 (4th ed. Progress Publishers 1977) 525–27]

[10] Vladimir I Lenin, ‘National-Liberalism and the Right of Nations to Self-Determination’, in VI Lenin, Collected Works, vol 20 (3rd edn, Progress Publishers 1977) 56–5884]

[11] Vladimir I Lenin, ‘The Right of Nations to Self-Determination’, in VI Lenin, Collected Works, vol 20 (3rd edn, Progress Publishers 1977) 393.

[12] [85] Vladimir I Lenin, ‘The Right of Nations to Self-Determination’, in VI Lenin, Collected Works, vol 20 (3rd edn, Progress Publishers 1977) 393.86]

[13] Vladimir I Lenin, ‘The Right of Nations to Self-Determination’, in VI Lenin, Collected Works, vol 20 (3rd edn, Progress Publishers 1977) 393.87]

[14] Vladimir I Lenin, ‘The Right of Nations to Self-Determination’, in VI Lenin, Collected Works, vol 20 (3rd edn, Progress Publishers 1977) 393.88]

[15] Vladimir I Lenin, ‘Resolution on the National Question’, in VI Lenin, Collected Works, vol 24 (4th edn, Progress Publishers 1977) 302–3.91]

[16] History of the Russian Revolution

[17] Leon Trotsky 1937, Internet Archive (www.marxists.org).

[18] The Working Class & the National Question, Lenin, May 1913.


Διαβάστε επίσης:

Θέσεις του ISp για την Παλαιστίνη εδώ

2η Συνδιάσκεψη ISp, Παγκόσμιες προοπτικές- μέρος 2ο: Ο πόλεμος στην Ουκρανία

Β. Ιρλανδία: Αντιπαραθέσεις σχετικά με το border poll (Δημοψήφισμα για τα σύνορα)

51 χρόνια από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή – τρία άρθρα για την Κύπρο

Το άλυτο εθνικό πρόβλημα της Νιγηρίας

Ακολουθήστε το «Ξ» στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία άρθρα μας.

Μπορείτε επίσης να βρείτε αναρτήσεις, φωτογραφίες, γραφικά, βίντεο και ηχητικά μας σε facebook, twitter, instagram, youtube, spotify.

Ενισχύστε οικονομικά το xekinima.org

διαβάστε επίσης:

7,273ΥποστηρικτέςΚάντε Like
990ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,118ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
452ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Επίκαιρες θεματικές

Πρόσφατα άρθρα