30/12/1975: Τελειώνει η δίκη του Πολυτεχνείου

Στις 30 Δεκεμβρίου του 1975 τελείωσε η δίκη για την αιματηρή καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973, με καταδικαστικές αποφάσεις και βαριές ποινές φυλάκισης για τους φυσικούς και τους ηθικούς αυτουργούς. Ανάμεσά τους, ο δικτάτορας Γ. Παπαδόπουλος, ο αρχηγός της ΕΣΑ (στρατιωτικής αστυνομίας) και μετέπειτα δικτάτορας Δ. Ιωαννίδης, ο ταξίαρχος Ν. Ντερτιλής και άλλοι στρατιωτικοί.  

Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου αποτέλεσαν την αρχή του τέλους της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα, αφού λίγες μέρες αργότερα ο Παπαδόπουλος ανατράπηκε από το πραξικόπημα του Ιωαννίδη, ο οποίος με τη σειρά του άντεξε μόλις λίγους μήνες στην εξουσία, μέχρι τον Ιούλιο του 1974, όταν η τουρκική εισβολή στην Κύπρο προκάλεσε την πτώση της Χούντας. Το δρόμο για την εισβολή του τουρκικού στρατού στην Κύπρο τον είχε ανοίξει το πραξικόπημα στην Κύπρο που οργάνωσε ο Ιωαννίδης για την ανατροπή του κύπριου πρόεδρου Μακάριου, στις 15 Ιούλη του 1974. 

Η προηγούμενη δίκη 

Η δίκη του Πολυτεχνείου είναι το δεύτερο μεγάλο γεγονός στο πεδίο της απονομής δικαιοσύνης για τους ανθρώπους που βασανίστηκαν, εξορίστηκαν, στερήθηκαν την ελευθερία ή τη ζωή τους κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Είχε προηγηθεί η δίκη της Χούντας στην οποία βρέθηκαν κατηγορούμενοι για την ανατροπή της δημοκρατίας και πολλές φρικαλεότητες κατά τη διάρκεια της επταετίας 1967-73, εκτός από τους προαναφερόμενους, πολλοί ακόμη στρατιωτικοί και πολιτικοί παράγοντες. Η δίκη κράτησε περίπου ένα μήνα, από τα τέλη Ιουλίου μέχρι τα τέλη Αυγούστου του 1975. 

Στις 23 Αυγούστου, το δικαστήριο ανακοίνωσε θανατικές ποινές για τους τρεις επικεφαλής της χούντας, Παπαδόπουλο, Μακαρέζο και Παττακό που στη συνέχεια μετατράπηκαν σε ισόβια. Αποφασίστηκε επίσης η καθαίρεση και αποπομπή από το στρατό όλων των επικεφαλής της δικτατορίας, ανάμεσα στους οποίους τον Ιωαννίδη και τον Ντερτιλή που επιπλέον τιμωρήθηκαν με ισόβια, και άλλους στρατιωτικούς.  

Κατηγορίες και κατηγορούμενοι 

Η δίκη του Πολυτεχνείου ήρθε λίγους μήνες αργότερα, το χειμώνα της ίδιας χρονιάς. Οι κατηγορίες που αντιμετώπισαν οι εμπλεκόμενοι στα γεγονότα αφορούν κατά κύριο λόγο ανθρωποκτονίες από πρόθεση, ή συνέργεια σε αυτές και η πρόκληση τραυματισμών. Πέρα από τους ηθικούς αυτουργούς, τους ανθρώπους που έδωσαν τις εντολές και τους ίδιους τους αρχηγούς της χούντας, κατηγορούμενοι στη δίκη ήταν και αυτοί που συμμετείχαν ενεργά στα γεγονότα πυροβολώντας προς το συγκεντρωμένο πλήθος και οδηγώντας τα άρματα μάχης που εισέβαλαν στο Πολυτεχνείο.  

Ανάμεσα στο οπτικοακουστικό υλικό της δίκης (ένα τμήμα του μπορείτε να δείτε στο ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ «Η δίκη του Πολυτεχνείου» του 1982) ξεχωρίζουν μερικά αποσπάσματα, ιδιαίτερα αποκαλυπτικά για τον τρόπο σκέψης των κατηγορούμενων. 

Ο Μ. Γουνελάς που οδηγούσε το τανκ με τον Λ. Κωνσταντέλο να τον βοηθάει, εξηγεί στη δίκη ότι πήρε εντολή να κινηθεί από τον Συνταγματάρχη Θ. Γιοβάνη. Θέλοντας μάλιστα να ελαφρύνει τη θέση του, ισχυρίζεται ότι ρώτησε αν η εισβολή θα προκαλούσε θύματα: 

«Όταν με ρωτήσανε αν μπορεί το άρμα να καταρρίψει την πύλη τους είπα … το άρμα μπορεί, αλλά μήπως προκληθούν θύματα … μου λέει ο αστυνομικός διευθυντής που ήταν εκεί ότι θύματα δυστυχώς ήδη έχουν δημιουργηθεί». 

Ο αμέσως ανώτερός του, Θ. Γιοβάνης, δε δείχνει να συμμερίζεται αυτές τις «ανησυχίες». Έχοντας πάρει έγκριση και οδηγίες από τον Γ.Γ. του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης Χ. Παπαδόπουλο και από τον διοικητή της ΑΣΔΕΝ (Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση Εσωτερικού και Νήσων) Κων/νο Μαυροειδή, παραδέχεται ανοιχτά ότι στη συνέχεια έδωσε ο ίδιος στον Γουνελά εντολές και οδηγίες για την εισβολή: 

«Τον κύριο Γουνελά τον διέταξα εγώ και του είπα θα λάβει όλα τα μέτρα». 

Τη συμμετοχή του παραδέχεται και ο Μαυροειδής, ο οποίος περιγράφει τη νύχτα μεταξύ 16 και 17 Νοεμβρίου ως τη «δραματικότερη της ζωής του». Μόνο που όπως λέει, δεν ήταν ο ίδιος μπροστά στα γεγονότα, υπονοώντας ότι δεν έχει ευθύνες για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η εισβολή, επομένως και για τα θύματα: 

«Εγώ έδωσα ενδείξεις, εγώ βρίσκομαι στο γραφείο μου στην ΑΣΔΕΝ, δε θα κανονίσω και τη μέθοδο που θα ανοίξουν οι πόρτες του Πολυτεχνείου». 

Ο Δ. Ιωαννίδης, αρχηγός της ΕΣΑ κατά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και μετέπειτα δικτάτορας, προσπαθεί να πείσει ότι δεν προκάλεσε εσκεμμένα τα αιματηρά επεισόδια προκειμένου να δικαιολογήσει το δικό του πραξικόπημα. Λέει ότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή από το να τηρηθεί η εφαρμογή του στρατιωτικού νόμου, τον οποίο περιγράφει ως απαραίτητο εξαιτίας των «ταραχών». 

«Άλλο πράγμα να διαλύσεις μία συγκέντρωση όταν δεν υπάρχει ο στρατιωτικός νόμος κι άλλο να επιβάλεις τον στρατιωτικό νόμο σε περίοδο αιχμής που γίνονται ταραχαί». 

Όσο για τον ίδιο τον δικτάτορα, Γ. Παπαδόπουλο, εμφανίζεται από τη μια αμετανόητος, από την άλλη αρνείται ότι στο Πολυτεχνείο υπήρχαν νεκροί, θεωρία που θα υιοθετούν πολλοί από τους ομοϊδεάτες του μέχρι και σήμερα: 

«Εγώ απεφάσισα την ενίσχυση των αστυνομικών δυνάμεων διά τμημάτων στρατού, όταν αι αστυνομικαί δυνάμεις απώλεσαν την ικανότητα να επιβάλουν την τάξιν. Εγώ απεφάσισα την επέμβασιν διά την εκκένωσιν του Πολυτεχνείου και διά την εξαφάνισιν του πυρήνος, της εστίας της όλης αναταραχής. Και με την βοήθειαν του θεού, διά της ασκήσεως της ψυχολογικής πιέσεως, εξεκκενώθη το Πολυτεχνείον χωρίς θύματα … Εγώ κύριοι δικασταί απεφάσισα την κήρυξιν του στρατιωτικού νόμου…». 

Άλλοι αμετανόητοι δολοφόνοι, άλλοι προσπαθώντας να πέσουν στα μαλακά ισχυριζόμενοι ότι ακολουθούσαν απλά εντολές, ή ότι παρόλα αυτά προσπάθησαν να θέσουν ερωτήματα για τις μεθόδους καταστολής, άλλοι όπως ο ίδιος ο Παπαδόπουλος αρνούμενοι ακόμη και τα ίδια τα γεγονότα. Τα εγκλήματά τους όμως, τόσο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, όσο και κατά την καταστολή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου δεν αφήνουν περιθώρια «παρανόησης». 

Η αιματηρή καταστολή του Πολυτεχνείου 

Από τις 15 ως τις 17 Νοέμβρη του 1973, το Πολυτεχνείο βρισκόταν υπό κατάληψη από χιλιάδες φοιτητές από διάφορες σχολές της Αθήνας. Ο ραδιοφωνικός σταθμός που λειτουργούσε στο εσωτερικό του καλούσε το λαό της πρωτεύουσας να βγει στο δρόμο, να περιφρουρήσει και να πάρει μέρος στον αγώνα τους. Σύντομα, μεγάλα πλήθη άρχισαν να συγκεντρώνονται στην Πατησίων και τους γύρω δρόμους, προκαλώντας πανικό στη χούντα, που άρχισε να οργανώνει τη διάλυση της συγκέντρωσης.  

Από τις 16/11 αρχίζουν οι πρώτες οδομαχίες, αρχικά ανάμεσα στο συγκεντρωμένο κόσμο και την αστυνομία, ενώ στη συνέχεια εμφανίζονται δυνάμεις του στρατού με άρματα μάχης. 

Στο κατειλημμένο Πολυτεχνείο πέρα από το σταθμό, λειτουργούσε συλλογική κουζίνα, αλλά και ένα πρόχειρο ιατρείο. Όπως περιγράφουν οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης στο ντοκιμαντέρ της «Μηχανής του Χρόνου» του 2017 «Οι νεκροί του Πολυτεχνείου και οι ελεύθεροι σκοπευτές της Χούντας», δεν περίμεναν ότι θα χρειαζόταν να το χρησιμοποιήσουν για κάτι περισσότερο από απλά, καθημερινά μικροατυχήματα. Τελικά το ιατρείο του Πολυτεχνείου αναγκάστηκε να περιθάλψει βαριά τραυματισμένους ανθρώπους από σφαίρες. 

Στα κτίρια γύρω από το Πολυτεχνείο βρίσκονται ελεύθεροι σκοπευτές που πυροβολούν αδιακρίτως το πλήθος, προκειμένου να ανακόψουν τα κύματα κόσμου που κατευθύνονται προς τη συγκέντρωση.  

Κάποιοι τραυματίες περιθάλπονται από κατοίκους της περιοχής που τους βάζουν στα σπίτια τους. Άλλοι από το ιατρείο του Πολυτεχνείου. Άλλοι διακομίζονται με ασθενοφόρα ή άλλα μέσα σε διάφορα νοσοκομεία. Σε ένα από αυτά, το «Ρυθμιστικό» όπως λεγόταν τότε το Γ. Κρατικό της Αθήνας, η αστυνομία συνέχισε τις βίαιες επιθέσεις ενάντια στους ήδη τραυματισμένους διαδηλωτές και τους συγγενείς τους. Ο ίδιος ο –διορισμένος από τη χούντα– διοικητής του νοσοκομείου Β. Μπουκλάκος, όπως κατέθεσε στη δίκη του Πολυτεχνείου ο γιατρός Σ. Σπυρίδης συμμετείχε στην επίθεση υποδεικνύοντας στους αστυνομικούς ποιον να χτυπήσουν. 

Παρά τον ισχυρισμό του δικτάτορα ότι «εξεκκενώθη το Πολυτεχνείον χωρίς θύματα», τα ονόματα των δεκάδων νεκρών της εξέγερσης αυτή, οι τραυματίες, οι άνθρωποι που προσπάθησαν να τους σώσουν ή να τους κρύψουν, διαψεύδουν κάθε προσπάθεια να διαστρεβλωθεί και να ξεχαστεί η πραγματικότητα.  

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,089ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής