Βία κατά των γυναικών: τι μπορούμε να απαιτήσουμε για πραγματική προστασία των θυμάτων;

Την Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου έγινε γνωστή η είδηση μιας ακόμα γυναικοκτονίας στην Καβάλα. Μία νέα γυναίκα και το μωρό της δολοφονήθηκαν από τον εν διαστάσει σύζυγό της με καραμπίνα, ενώ στη συνέχεια ο θύτης αυτοκτόνησε. Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, το ζευγάρι είχε χωρίσει και ήταν στα δικαστήρια για την επιμέλεια του παιδιού, ενώ η γυναίκα ήθελε να ταξιδέψει μαζί με το παιδί της στη Γερμανία.

Για μια ακόμα φορά βλέπουμε την ιστορία να επαναλαμβάνεται, με τον άντρα να θεωρεί «κτήματά» του τόσο τη γυναίκα όσο και το παιδί τους και αφού δεν μπορεί να τους κρατήσει μαζί του, τους καταδικάζει σε θάνατο. 

Συνολικά όμως, τα τελευταία χρόνια φαίνεται να έχει ανοίξει ο «ασκός του Αιόλου» και τα περιστατικά έμφυλης βίας και γυναικοκτονιών να μην έχουν τέλος. Δεν είναι λίγες οι ημέρες που «βομβαρδιζόμαστε» με ειδήσεις για «μια ακόμα» γυναικοκτονία, «έναν ακόμα» ξυλοδαρμό, βιασμό κοκ.

Στην πραγματικότητα, είναι η ανάπτυξη του φεμινιστικού κινήματος έχει πετύχει αφενός αυτά τα περιστατικά να γίνονται γνωστά και αφετέρου περισσότερα ΜΜΕ να τα καλύπτουν με το όνομά τους και να τα τοποθετούν στη σωστή τους διάσταση. Παράλληλα έχει ασκήσει πιέσεις ώστε να τιμωρηθούν οι δράστες, όπως πχ στην περίπτωση της Ελένης Τοπαλούδη, ή της Καρολάιν Κράουτς

Την ίδια ώρα, υπάρχουν περιστατικά στα οποία το δικαστικό σύστημα έχει αποδείξει πως θα κάνει το αδύνατο δυνατό για να προστατεύσει τα παιδιά της. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα των βιαστών της Γεωργίας Μπίκα, που δεν διώχθηκαν καν, καθώς ήταν παιδιά πλούσιων οικογενειών, αλλά και του Λιγνάδη που αποφυλακίστηκε (μέχρι να ολοκληρωθεί και η δίκη σε δεύτερο βαθμό) παρότι κρίθηκε ένοχος για 2 βιασμούς και καταδικάστηκε σε 12 χρόνια φυλάκιση. Χωρίς τη δράση του κινήματος ωστόσο, η Γεωργία πιθανά να μην έβρισκε τη δύναμη να καταγγείλει τους βιαστές και ο Λιγνάδης δεν θα καταδικαζόταν. 

Παρά τις επιτυχίες που έχουμε σημειώσει, είμαστε πολύ μακριά από το να πούμε πως τα θύματα έμφυλης βίας νιώθουν έστω και ελάχιστα ασφαλή, πόσο μάλλον πως τα περιστατικά έμφυλης βίας και γυναικοκτονιών έχουν μειωθεί.

Όλα αυτά δείχνουν πως είναι απαραίτητο το φεμινιστικό κίνημα να προχωρήσει στα επόμενα βήματα. Να βγει στους δρόμους, για να παλέψει για συγκεκριμένα αιτήματα απέναντι στη βία κατά των γυναικών και στις γυναικοκτονίες. 

Ποιος θα προστατεύσει τα θύματα βίας;

Η αδιαφορία της αστυνομίας απέναντι στα θύματα έμφυλης βίας είναι σε πολλές περιπτώσεις εγκληματική, όπως στην περίπτωση της Κωνσταντίνας Τσάπα στη Μακρινίτσα η οποία δολοφονήθηκε από τον πρώην σύζυγό της, με τους αστυνομικούς που καλέστηκαν στο περιστατικό να καθυστερούν γιατί «δεν μπορούσαν να προσπεράσουν ένα φορτηγό», στην περίπτωση της 40χρονης γυναίκας στη Ζάκυνθο, που λίγες ώρες πριν τη δολοφονία της είχε πάει στην αστυνομία για να καταγγείλει τον σύζυγό της, τη φοιτήτρια που πήγε να καταγγείλει τον βιασμό της στην αστυνομία στην Κάλυμνο και την έδιωξαν και αμέτρητες άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις.

Αλλά και οι δικαστικές αρχές πολύ συχνά ρίχνουν τους θύτες στα «μαλακά», τους επιτρέπουν να κυκλοφορούν ελεύθεροι με αναστολή και να συνεχίζουν να αποτελούν κίνδυνο-θάνατο για τις καταγγέλλουσες, όπως είδαμε πρόσφατα να συμβαίνει στον Βόλο, στην περίπτωση της 26χρονης γυναίκας που κατήγγειλε τον σύζυγό της. 

Κατά κανόνα όταν τα θύματα καταγγέλλουν τους κακοποιητές τους, εξακολουθούν να κινδυνεύουν αφού αναγκάζονται να επιστρέφουν στο σπίτι τους, με τον δράστη να κυκλοφορεί ελεύθερος. Όσο για ξενώνες φιλοξενίας, σύμφωνα με το «Reporters United», σήμερα στην Ελλάδα ο αριθμός των κρεβατιών σε τέτοιους ξενώνες ανέρχεται σε μόλις 400, ενώ σύμφωνα με τη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης που έχει υπογράψει η χώρα, θα όφειλε να παρέχει 1072 κρεβάτια. Μάλιστα, αυτά τα 400 κρεβάτια δεν προορίζονται μόνο για τις γυναίκες αλλά και για τα παιδιά τους, κάτι που σημαίνει ότι οι δυνατότητες φιλοξενίας θυμάτων έμφυλης βίας είναι ακόμα πιο περιορισμένες. Αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με την τεράστια γραφειοκρατία που πρέπει να περάσει μια γυναίκα για να φιλοξενηθεί σε έναν τέτοιον ξενώνα, έχουν σαν αποτέλεσμα να υπάρχουν «ουρές» και αναμονή μέχρι να μπορέσει να βρει καταφύγιο ένα θύμα βίας. Είναι κοινή λογική πως τα θύματα βίας, όταν αποφασίσουν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους, χρειάζονται άμεσα έναν χώρο φιλοξενίας, δεν υπάρχει περιθώριο λίστας αναμονής!

Για να μπορέσει λοιπόν μια γυναίκα θύμα έμφυλης βίας να δραπετεύσει από την κακοποίησή της, πρέπει να εξασφαλίσουμε πως αυτό θα γίνει με ασφάλεια και δεν θα τη θέσει σε νέους κινδύνους. 

  • Να υπάρχουν ειδικές δομές στους δήμους και τις δημοτικές κοινότητες που να μπορούν τα θύματα βίας να απευθυνθούν. Οι δομές αυτές να παρέχουν ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς και νομικούς συμβούλους που να συνοδεύουν και να βοηθούν το θύμα να αποταθεί σε αστυνομικό τμήμα για να κάνει καταγγελία και να προστατεύουν και να υπερασπίζονται τα δικαιώματα του θύματος απέναντι σε μια αδιάφορη ή/και εχθρική αστυνομική Αρχή – μια στάση που είναι συνηθισμένη.
  • Να προσληφθούν άμεσα ιατροδικαστές, έτσι ώστε να υπάρχει επαρκής αριθμός, σε 24ωρη βάση, σε όλη την Ελλάδα. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τα θύματα έμφυλης βίας πρέπει να ταξιδέψουν σε άλλο νομό για εξεταστούν από ιατροδικαστή, ενώ ακόμα και σε πόλεις όπως η Αθήνα μπορεί να χρειαστεί να περιμένουν μέρες.  
  • Να δημιουργηθούν άμεσα ξενώνες φιλοξενίας, σε κάθε δήμο, βάσει όχι μόνο της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης, αλλά των πραγματικών αναγκών φιλοξενίας. Ένας αριθμός από αυτούς πρέπει να είναι ξενώνες άμεσης φιλοξενίας, χωρίς γραφειοκρατικές διαδικασίες, ώστε μια γυναίκα που καταγγέλλει την κακοποίησή της να έχει άμεσα έναν χώρο φιλοξενίας για την ίδια και τα παιδιά της. Πάρα πολλά θύματα κακοποίησης δεν έχουν ούτε τον χρόνο, ούτε την ψυχραιμία να μαζέψουν τα χαρτιά τους ή οτιδήποτε άλλο πριν φύγουν από το σπίτι. Πρέπει λοιπόν να μπορούν να φιλοξενούνται κάπου στην πρώτη ευκαιρία που θα καταφέρουν να φύγουν και να μην υποχρεώνονται να επιστρέψουν στο σπίτι για να μαζέψουν δικαιολογητικά ή μέχρι να ολοκληρωθεί μια χρονοβόρα διαδικασία.
  • Να παρέχεται δωρεάν νομική, ιατρική και ψυχολογική υποστήριξη τόσο στην καταγγέλλουσα όσο και στα παιδιά της για όσο χρονικό διάστημα χρειάζεται.

Η επόμενη ημέρα 

Η οικονομική εξάρτηση ή και η άσκηση οικονομικής βίας από τον θύτη (πχ να της στερεί τον μισθό της κλπ) είναι ένα πολύ συχνό φαινόμενο σε περιπτώσεις έμφυλης βίας. Έτσι, το κράτος πρέπει να εξασφαλίζει όχι μόνο την ασφάλεια του θύματος μετά την καταγγελία, αλλά και πως οι γυναίκες που θα εγκαταλείψουν τους συντρόφους που τις κακοποιούν θα μπορέσουν στη συνέχεια να βρουν εργασία για να σταθούν στα πόδια τους, ούσες οικονομικά ανεξάρτητες.

  • Να δημιουργηθούν δημόσια προγράμματα κατάρτισης και επιμόρφωσης για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας (και άλλες ευάλωτες ομάδες), ώστε να είναι πιο εύκολο να βρουν εργασία.
  • Να υπάρξουν ειδικά προγράμματα απασχόλησης θυμάτων βίας σε δημόσιες/δημοτικές υπηρεσίες.

Πλατιές εκστρατείες ενημέρωσης για τη βία κατά των γυναικών

Οι σεξιστικές αντιλήψεις που επικρατούν σε πλατιά στρώματα της κοινωνίας, αποτελούν σημαντική τροχοπέδη για τα θύματα ενδοοικογενειακής βίας στο να αναζητήσουν τρόπους διαφυγής. Παρά τα προχωρήματα που έχουν γίνει στη συνείδηση, υπάρχουν ακόμα μεγάλα στρώματα της κοινωνίας που θεωρούν την ενδοοικογενειακή βία «φυσιολογική», ιδιωτική υπόθεση ή ακόμα και πως η ευθύνη μοιράζεται στον άντρα και τη γυναίκα, με τη συμπεριφορά της γυναίκας να είναι αυτή που δήθεν προκαλεί τη βία του άντρα. Παράλληλα, σύμφωνα με αυτές τις αντιλήψεις, εφόσον ο βασικός στόχος της γυναίκας είναι η δημιουργία οικογένειας και η αυτοθυσία στο όνομα αυτής θεωρείται καθήκον της, το να επιλέξει να δραπετεύσει από έναν κακοποιητικό γάμο ή σχέση, ειδικά εάν υπάρχουν παιδιά, θεωρείται «εγωιστική» πράξη που έρχεται σε κόντρα με τους βασικούς της ρόλους.

Για να περιοριστούν αυτές οι αντιλήψεις, τόσο στα ίδια τα θύματα όσο και συνολικά στην κοινωνία, χρειάζονται πλατιές εκστρατείες ενημέρωσης για την έμφυλη βία, όχι μόνο από φεμινιστικές ομάδες που τα τελευταία χρόνια κινούνται σε αυτήν την κατεύθυνση, αλλά και με επίσημο τρόπο από το κράτος, τους δήμους, τις περιφέρειες κοκ. Να περιλαμβάνουν χρηστικά στοιχεία όπως πχ πού μπορεί ένα θύμα βίας να απευθυνθεί για βοήθεια και ταυτόχρονα να σπάνε όλες τις παραπάνω αντιλήψεις, να αφαιρούν κάθε άλλοθι από τους θύτες και κάθε αίσθημα ενοχής από το θύμα. Τέτοιες εκστρατείες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν δράσεις όπως:

  • Ευρεία καμπάνια ενημέρωσης στα ΜΜΕ και το διαδίκτυο για το πού μπορεί να απευθυνθεί κάθε γυναίκα θύμα κακοποίησης (σήμερα υπάρχουν κάποια τηλεοπτικά σποτ, τα οποία όμως προβάλλονται μόνο τις ώρες χαμηλής τηλεθέασης-και αν…)
  • Σε κάθε κεντρικό σημείο των δήμων (Δημαρχείο, υπηρεσίες, πλατείες) αλλά και στις γειτονιές, να υπάρχουν αφίσες που να ενημερώνουν για τα τηλέφωνα και τις υπηρεσίες που μπορούν να απευθυνθούν τα θύματα βίας. Να υπάρχουν επίσης αφίσες και ενημερωτικά φυλλάδια που να απαντάνε σε όλες τις σεξιστικές αντιλήψεις γύρω από την έμφυλη βία και να στέλνουν μήνυμα μηδενικής ανοχής στους δράστες και πλήρους υποστήριξης στα θύματα.
  • Οι δήμοι να διοργανώνουν εκδηλώσεις, όπως πχ συζητήσεις που να ενημερώνουν τόσο για την ενδοοικογενειακή βία σαν φαινόμενο όσο και για πρακτικά ζητήματα. Αυτές οι εκδηλώσεις να γίνονται με τη συμμετοχή γυναικείων και φεμινιστικών οργανώσεων, πρώην θυμάτων κλπ και να πραγματοποιούνται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Οι σημαντικές ημερομηνίες για το γυναικείο ζήτημα (όπως πχ η 25η Νοέμβρη-ημέρα ενάντια στη βία κατά των γυναικών και η 8η Μάρτη-παγκόσμια ημέρα της γυναίκας) να αποτελούν ημέρες κορύφωσης αυτών των δράσεων και να μην είναι οι μοναδικές ημέρες που κάτι ψελλίζεται στα κανάλια, τους πολιτικούς του συστήματος κοκ.
  • Να υπάρξουν αντισεξιστικά μαθήματα σε κάθε βαθμίδα της εκπαίδευσης, που να διδάσκουν την ισότητα των φύλων, τον σεβασμό σε κάθε φύλο, σεξουαλικό προσανατολισμό κλπ, την έννοια της συναίνεσης και να καταρρίπτουν στην πράξη τα στερεότυπα για τα φύλα.

Να παλέψουμε ενάντια στη «ρίζα του κακού»

Όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν να προσφέρουν ασφάλεια και προοπτικές σε ένα θύμα κακοποίησης ώστε να μπορέσει να εγκαταλείψει τον σύζυγο/σύντροφό του. Την ίδια ώρα, εάν ένα κράτος πάρει τέτοιου είδους μέτρα, πέρα από το να προστατέψει τα θύματα, θα στείλει και το μήνυμα πραγματικής στήριξης σε αυτά, ενάντια στις σεξιστικές αντιλήψεις, παίζοντας θετικό ρόλο προς τη μείωση τέτοιων φαινομένων. Σε αυτό το πλαίσιο, η νομική αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία» θα έπαιζε αντίστοιχο ρόλο στη συνείδηση της κοινωνίας.

Όμως, κανένα καπιταλιστικό κράτος, καμία κυβέρνηση δεν πρόκειται να πάρει τέτοιου είδους μέτρα εάν δεν νιώσει την πίεση της κοινωνίας και των κινημάτων για να το κάνει. Είναι απαραίτητο για το φεμινιστικό κίνημα να χτιστεί και να οργανωθεί, μέσα από δημοκρατικές και πλατιές διαδικασίες, ώστε να επεξεργαστεί και να προβάλει τέτοιου είδους αιτήματα. Παράλληλα, να αναδείξει και να στοχοποιήσει το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που έχει αποδείξει διαχρονικά ότι όχι μόνο δεν θέλει να δώσει ένα τέλος στις ανισότητες, αλλά καταφέρνει και επιβιώνει χάρη σε αυτές, για αυτό και τις αναπαράγει.

7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,106ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
406ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής