Τουρκία: Η ανάγκη ενός μαζικού σοσιαλιστικού κόμματος και η δημιουργία του Εργατικού Κόμματος Τουρκίας (TİP)

Η μέχρι πρόσφατα ανεξάρτητη επαναστατική κίνηση «Sosyalist Alternatif» (Σοσιαλιστική Εναλλακτική) με την οποία το Ξεκίνημα διατηρεί στενές συντροφικές σχέσεις, από την 1η Μάη λειτουργεί σαν κομμάτι του Εργατικού Κόμματος της Τουρκίας (TİP). Δημοσιεύουμε στη συνέχεια μετάφραση άρθρου του σ. Nihat Halepli (δημοσιεύτηκε αρχικά στο Internationalist Standpoint), στο οποίο συνοψίζει τους λόγους για τους οποίους η «Σοσιαλιστική Εναλλακτική» αποφάσισε να ενταχθεί στο TİP, με στόχο το χτίσιμο ενός μαζικού σοσιαλιστικού κόμματος.

Έχουμε μπει σε μια ιστορική περίοδο στην οποία είναι σαφές ότι το καπιταλιστικό σύστημα παγκοσμίως αντιμετωπίζει μια γενικευμένη κρίση. Από τη μια πλευρά, υπάρχει μαζική συσσώρευση πλούτου στα χέρια μιας χούφτας ανθρώπων σε παγκόσμια κλίμακα και, από την άλλη, η κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού προκαλεί μαζική φτώχεια, πολέμους, ρατσισμό και περιβαλλοντικές καταστροφές. Η άρχουσα τάξη προσπαθεί να φορτώσει τις κρίσεις του συστήματος στις πλάτες της εργατικής τάξης. Όμως η εργατική τάξη, παρά τις προσπάθειές της να αντισταθεί, δεν διαθέτει ένα κόμμα που να εκπροσωπεί τα συμφέροντά της – είναι ουσιαστικά αναγκασμένη να επιλέξει ανάμεσα σε διαφορετικά κόμματα της αστικής τάξης ή να αναζητήσει λύσεις σε λάθος κατεύθυνση, στρεφόμενη σε θρησκευτικές, σεχταριστικές, εθνικιστικές ή ακροδεξιές ιδεολογίες, που αποτελούν παράγωγα του καπιταλιστικού συστήματος. Σε αυτό το πλαίσιο, το ζήτημα της εκπροσώπησης της εργατικής τάξης με τη μορφή ανεξάρτητων (από εχθρικές τάξεις και ιδεολογίες) μαζικών κομμάτων, είναι ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα της ταξικής πάλης παγκοσμίως.

Το πρόβλημα της εκπροσώπησης και οι νέοι σχηματισμοί παγκοσμίως

Η κατάρρευση του σταλινισμού το 1989 αποτέλεσε μια ιστορική ήττα και μια καμπή για την ταξική πάλη διεθνώς. Σε αυτά τα «εκφυλισμένα εργατικά κράτη» (όπως χαρακτήρισε ο Τρότσκι τα σταλινικά κράτη) είχε καταργηθεί η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, το εξωτερικό εμπόριο αποτελούσε κρατικό μονοπώλιο, υπήρχε σχεδιασμένη οικονομία, αλλά δεν υπήρχε εργατική δημοκρατία (δεν υπήρχε εργατικός έλεγχος και διαχείριση στην παραγωγή, τη διανομή ή τη διοίκηση, δεν υπήρχε ελευθερία πολιτικής έκφρασης και οργάνωσης). Αυτά τα καθεστώτα δεν ήταν καπιταλιστικά, ωστόσο αποτελούσαν καρικατούρες του σοσιαλισμού. Μετά την κατάρρευσή τους, ο καπιταλισμός όχι μόνο κήρυξε την ιδεολογική του νίκη επί της εργατικής τάξης, αλλά και επέφερε ένα σοβαρό πλήγμα στις οργανώσεις της. 

Τα σοσιαλδημοκρατικά και κομμουνιστικά κόμματα, στα οποία υπήρχε μια ενεργή εργατική βάση –ιδιαίτερα στη Δυτική Ευρώπη όπου η εργατική τάξη ήταν ισχυρή–, παρά τον γραφειοκρατικό και αστικό χαρακτήρα των ηγεσιών τους, υπέστησαν γενικά μια τεράστια πτώση μετά το 1989. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα «αστικοποιήθηκαν», δηλαδή ο χαρακτήρας και η σύνθεσή τους άλλαξαν από «αστικά-εργατικά κόμματα» (για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Λένιν) σε κόμματα που η πολιτική τους καθορίζονταν με πιο σαφή και άμεσο τρόπο από τις επιδιώξεις της άρχουσας τάξης, ενώ τα κομμουνιστικά κόμματα στις περισσότερες περιπτώσεις έχασαν τον μαζικό τους χαρακτήρα, στράφηκαν προς τα δεξιά και σε πολλές περιπτώσεις κατέρρευσαν ή και εξαφανίστηκαν. 

Το πρόβλημα της έλλειψης εκπροσώπησης της εργατικής τάξης άνοιξε το δρόμο στην άρχουσα τάξη να εφαρμόσει αδίστακτα τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα της. Οι αστικές κυβερνήσεις, οι οποίες προηγουμένως έπρεπε να το σκεφτούν δύο φορές πριν λάβουν μέτρα που έπλητταν άμεσα την εργατική τάξη, όσον αφορά τους μισθούς, τις συνθήκες εργασίας, τα κοινωνικά δικαιώματα κοκ, μπορούσαν τώρα να το κάνουν χωρίς σοβαρούς δισταγμούς. 

Σταδιακά, η υποχώρηση του εργατικού κινήματος που προκλήθηκε από την κατάρρευση του σταλινισμού άρχισε να ξεπερνιέται, ξεκινώντας με το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης το 1999 και συνεχίζοντας με τα αντιπολεμικά κινήματα ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν. Ταυτόχρονα, νέα αριστερά κόμματα, συχνά αποκαλούμενα «νέοι αριστεροί σχηματισμοί», εμφανίστηκαν σε πολλές χώρες – σε κάποιες περιπτώσεις καθώς τμήματα των σοσιαλδημοκρατικών και κομμουνιστικών κομμάτων ή/και και του συνδικαλιστικού κινήματος αποσχίζονταν από τους παραδοσιακούς εργατικούς σχηματισμούς. Κόμματα όπως το PSOL στη Βραζιλία, το Die Linke στη Γερμανία, ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα, οι Ποδέμος στην Ισπανία, το Μπλόκο της Αριστεράς στην Πορτογαλία, είναι μερικά τέτοια παραδείγματα. Αυτά τα νέα κόμματα άσκησαν κριτική στα σοσιαλδημοκρατικά και κομμουνιστικά κόμματα και είχαν πιο ριζοσπαστικό προφίλ. Ενώ δεν είχαν σαφές σοσιαλιστικό πρόγραμμα και στρατηγική, εμφανίστηκαν με αιτήματα που υπερασπίζονταν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης. Συνήθως αγκάλιαζαν αρκετά διαφορετικά πολιτικά ρεύματα και σε ορισμένες περιπτώσεις εξελίχθηκαν σε οργανώσεις με μαζική εκλογική απήχηση. 

Αυτοί οι νέοι σχηματισμοί σαφέστατα δεν ήταν επαναστατικά εργατικά κόμματα ούτε καν ριζοσπαστικά ρεφορμιστικά σοσιαλιστικά κόμματα, αλλά διέφεραν από τα παλιά κόμματα της εργατικής τάξης που είχαν εισέλθει σε μια διαδικασία «αστικοποίησης» ως προς τα αιτήματα, τον προγραμματικό λόγο και τις δράσεις τους. 

Αυτοί οι νέοι αριστεροί σχηματισμοί βρίσκονταν σε άνοδο μέχρι να δοκιμαστούν. Ο ΣΥΡΙΖΑ εξελέγη στην κυβέρνηση, βασιζόμενος στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση στην Ελλάδα και στο κύμα αγώνων που ξέσπασε, αλλά μετά το δημοψήφισμα του 2015 συνθηκολόγησε με την άρχουσα τάξη και πέρασε στο στρατόπεδό της. Το Die Linke, στις τελευταίες εκλογές στη Γερμανία υπέστη απώλειες επειδή επιδίωξε συνασπισμό με το σοσιαλδημοκρατικό SPD και τους Πράσινους, αντί να χαράξει μια σαφή διαχωριστική γραμμή από αυτούς. Το PSOL στη Βραζιλία αντιμετωπίζει σήμερα έντονες εσωτερικές αντιπαραθέσεις όσον αφορά την στάση του στις προεδρικές εκλογές της Βραζιλίας. 

Το ζήτημα της εκπροσώπησης της εργατικής τάξης εξετάζεται στο παρόν άρθρο από τακτική και στρατηγική άποψη. Η στάση των επαναστατών σοσιαλιστών απέναντι στα κόμματα που προσελκύουν την υποστήριξη των πλατιών μαζών των εργαζομένων, που μπορούν να αποτελέσουν μέσο για να εκφραστούν τα αιτήματά τους, που μπορούν να ενώσουν τον αγώνα μέσα και έξω από το κοινοβούλιο, είναι θετική, ακριβώς επειδή μπορούν να βοηθήσουν την ταξική πάλη. Πρόκειται για ζήτημα «ενιαιομετωπικής» τακτικής (για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση των Μπολσεβίκων) και αντανακλά την ανάγκη για συνεργασία στη δράση και τον αγώνα με τέτοια κόμματα, ακόμη και αν υπάρχουν σημαντικές ιδεολογικές διαφορές. 

Το στρατηγικό καθήκον των επαναστατών σοσιαλιστών είναι, φυσικά, η οικοδόμηση μαζικών επαναστατικών κομμάτων ως απαραίτητο εργαλείο για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος και την οικοδόμηση μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας. Η τακτική υποτάσσεται πάντα στη στρατηγική. Η στρατηγική απαιτεί προσήλωση και συνέπεια απέναντι στις βασικές επαναστατικές αρχές και με αυτή την έννοια είναι ανελαστική. Η τακτική απαιτεί μεγάλη ευελιξία γιατί εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ άλλων από τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται τα κινήματα και οι διάφορες οργανώσεις της εργατικής τάξης, πολιτικές και κοινωνικές. 

Έτσι, παρά την αβεβαιότητα για το μέλλον των νέων σχηματισμών, στην παρούσα ιστορική περίοδο, όπου το επίπεδο οργάνωσης και ταξικής συνείδησης της εργατικής τάξης είναι πολύ χαμηλό σε σχέση με προηγούμενες ιστορικές εποχές, τα κόμματα αυτά διατηρούν τη σημασία τους στη διαδικασία ανάδυσης μαζικών σοσιαλιστικών επαναστατικών εργατικών κομμάτων.

Το ζήτημα της εκπροσώπησης της εργατικής τάξης στην Τουρκία

Το πρόβλημα της πολιτικής εκπροσώπησης της εργατικής τάξης, το οποίο αποτελεί διεθνές πρόβλημα, παίρνει μια ιδιαίτερη μορφή στην Τουρκία, αφού ποτέ δεν υπήρξε στη χώρα σοσιαλδημοκρατικό κόμμα με την κλασική έννοια. Αντίθετα, υπάρχουν δεκάδες μικρά κόμματα και οργανώσεις από διάφορα ρεύματα του εργατικού κινήματος που προσπαθούν να εμπλακούν στους αγώνες της εργατικής τάξης στο όνομα μιας επαναστατικής προοπτικής. Ορισμένα δε από αυτά δεν ασχολούνται με το ζήτημα της εκπροσώπησης με τη μορφή ενός μαζικού κόμματος/οργάνωσης, άλλα απλά βλέπουν τους εαυτούς τους ως τον αρχικό πυρήνα ενός μαζικού επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης στο μέλλον. 

Δυστυχώς, οι συζητήσεις γύρω από την ανάγκη για ενότητα και για την οικοδόμηση ενός μαζικού κόμματος συνήθως κυριαρχούνται από τελεσίγραφα που βασίζονται στο ποιο πρόγραμμα είναι το πιο «επαναστατικό». Ωστόσο, η υπεράσπιση ενός επαναστατικού προγράμματος και ο αγώνας γι’ αυτό θα έπρεπε να μην αποκλείει την ενιαιο-μετωπική συνεργασία με ρεφορμιστικά κόμματα. Για παράδειγμα, η Ομάδα Σπάρτακος, η επαναστατική ομάδα της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ στη Γερμανία, αναμφισβήτητα των σημαντικότερων ηγετών του εργατικού κινήματος, ήταν τμήμα του USPD (Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα), παρόλο που το τελευταίο ήταν ένα κεντριστικό (ταλαντευόμενο μεταξύ ρεφορμισμού και επαναστατικού μαρξισμού) κόμμα. 

Τέλος, η ιστορία των αγώνων της εργατικής τάξης έχει δείξει ότι για να μετατραπεί μια ομάδα προπαγάνδας σε μαζικό κόμμα, δεν αρκεί να κερδίσει κανείς άτομα μόνο μέσω της αγκιτάτσιας/προπαγάνδας, ούτε αρκεί να έχει ένα «επαναστατικό» πρόγραμμα. Απαιτούνται πολύ περισσότερα: συμμετοχή στους αγώνες των μαζών της εργατικής τάξης, δημιουργία στελεχών στα μαζικά κινήματα και τήρηση σωστής τακτικής σε σχέση με άλλους αριστερούς σχηματισμούς, ακόμα και ρεφορμιστικού χαρακτήρα. 

Το Εργατικό Κόμμα της Τουρκίας ως ορόσημο του αγώνα της εργατικής τάξης στη χώρα

Το Εργατικό Κόμμα της Τουρκίας (TİP) ιδρύθηκε αρχικά το 1961 από 12 συνδικαλιστές, σε ένα σχετικά πιο «δημοκρατικό» περιβάλλον που δημιούργησε το νέο σύνταγμα που υιοθετήθηκε μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960. Η συμμετοχή ορισμένων γνωστών διανοουμένων και του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Τουρκίας έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη του κόμματος και στις βουλευτικές εκλογές του 1965 κέρδισε το 2,97% των ψήφων και 15 βουλευτές στο Κοινοβούλιο, αποτελώντας το πρώτο σοσιαλιστικό κόμμα στην ιστορία της χώρας που μπήκε στο κοινοβούλιο. Αυτό ήταν ένα σημείο καμπής που θα επηρέαζε βαθιά την ιστορία των αγώνων της εργατικής τάξης στην Τουρκία για τα επόμενα χρόνια.

Οι βουλευτές του ηγήθηκαν μιας αποτελεσματικής αντιπολίτευσης στο Κοινοβούλιο και το TİP άρχισε να αποκτά επιρροή, προκαλώντας την οργή της άρχουσας τάξης. Ως αποτέλεσμα, ο εκλογικός νόμος τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, για να εμποδιστεί η είσοδος του TİP στο κοινοβούλιο. Το λεγόμενο εκλογικό σύστημα «εθνικής ισορροπίας», στο οποίο οι ψήφοι που δεν αντικατοπτρίζονται στις έδρες των εκλογικών περιφερειών αθροίζονται και κατανέμονται μεταξύ των κομμάτων σε ολόκληρη την Τουρκία, αντικαταστάθηκε από το εκλογικό σύστημα D’Hondt. Ενώ το πρώτο σύστημα επέτρεπε στα μικρά κόμματα να εκλέγουν αντιπροσώπους στο κοινοβούλιο, το δεύτερο ήταν ένα αντιδημοκρατικό σύστημα που ευνοούσε τα μεγάλα κόμματα. Έτσι, το TİP δεν μπόρεσε να εκλέξει αντιπροσώπους στο κοινοβούλιο στις περισσότερες επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Στις εκλογές του 1969, αν και το κόμμα έλαβε το 3% των ψήφων, κατάφερε να εκλέξει μόνο 2 βουλευτές.

Στη δεκαετία του ’60, όταν η νεολαία σε όλο τον κόσμο ήταν ιδιαίτερα πολιτικοποιημένη και ο κόσμος συγκλονιζόταν από τα κινήματα της, το TİP έγινε επίκεντρο της προσοχής των νέων και παρείχε μια δυναμική πλατφόρμα για θεωρητικές συζητήσεις. Τα περισσότερα επαναστατικά ρεύματα στην Τουρκία σήμερα έχουν τις ρίζες τους στις συζητήσεις αυτής της περιόδου, στην πλατφόρμα που παρείχε το TİP και στα συμπεράσματα που προέκυψαν από αυτές τις συζητήσεις. Στο εσωτερικό του κόμματος σχηματίστηκαν διάφορες ομάδες, π.χ. οι υποστηρικτές της «σοσιαλιστικής επανάστασης» έναντι των υποστηρικτών μιας θεωρίας της σταδιακής επανάστασης, όπως η «εθνικοδημοκρατική επανάσταση», οι υποστηρικτές της σταλινικής προσέγγισης έναντι εκείνων που ήταν επικριτικοί απέναντι στη Σοβιετική Ένωση, και ούτω καθεξής. Το κόμμα ήταν επίσης το πρώτο κόμμα στην Τουρκία που αναγνώρισε την ύπαρξη του «κουρδικού ζητήματος» και αναφέρθηκε σε αυτό στο πρόγραμμά του. 

Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1971, το κόμμα απαγορεύτηκε για τη στάση του στο κουρδικό ζήτημα και τα στελέχη του καταδικάστηκαν με μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης. Το κόμμα επανιδρύθηκε το 1975, αλλά παρέμεινε μια μικρή αριστερή οργάνωση, μακριά από την προοπτική να γίνει μαζικό κόμμα. Μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980 το TİP απαγορεύτηκε και πάλι, αλλά συνέχισε να υπάρχει παράνομα. Όταν οι πολιτικές απαγορεύσεις άρθηκαν στη χώρα λίγα χρόνια αργότερα, το TİP και το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τουρκίας (TKP) συγχωνεύτηκαν και σχημάτισαν το Ενιαίο Κομμουνιστικό Κόμμα της Τουρκίας (TBKP) το 1987. Μετά τη διάλυση του κόμματος αυτού, ορισμένα στελέχη του προσχώρησαν στο ÖDP (Κόμμα Ελευθερίας και Αλληλεγγύης) και αργότερα στο επανιδρυμένο TKP.

ÖDP: η ευρύτερη προσπάθεια για την ενότητα της Αριστεράς

Η μεγαλύτερη προσπάθεια ενοποίησης της Αριστεράς στην πρόσφατη ιστορία της Τουρκίας ήταν το Κόμμα Ελευθερίας και Αλληλεγγύης (ÖDP). Το κόμμα αυτό δημιουργήθηκε το 1996, όταν το Ενιαίο Σοσιαλιστικό Κόμμα άλλαξε το όνομά του και νέες αριστερές ομάδες και ρεύματα προσχώρησαν σε αυτό. Οι ομάδες αυτές συνεργάστηκαν στο πλαίσιο του ÖDP, διατηρώντας ταυτόχρονα την οργανωτική και πολιτική τους ανεξαρτησία. Παρόλο που το κόμμα δημιούργησε γρήγορα μια δυναμική στην κατεύθυνση του να γίνει ένα ημιμαζικό σοσιαλιστικό κόμμα, είχε ένα κακό αποτέλεσμα στις πρώτες εκλογές στις οποίες συμμετείχε, μένοντας τελικά πολύ μακριά από τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει, παίρνοντας μόλις το 0,8% των ψήφων. Ακολούθησαν έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις και συζητήσεις για τη στρατηγική μεταξύ των ομάδων που το αποτελούσαν, μέχρι που τελικά το κόμμα περιορίστηκε σε μια μικρή ομάδα γύρω από την παλιά παράδοση της οργάνωσης «Επαναστατική Οδός» (Dev-Yol).

Σε μια προσπάθεια να κάνει μια νέα αρχή, το ÖDP μετονομάστηκε σε SOL (Αριστερό Κόμμα) το 2020, αλλά αυτό δεν είχε πραγματικό νόημα καθώς στην πράξη άλλαξε μόνο το όνομα. Το SOL είναι τόσο οπορτουνιστικό που έβαλε έναν από τους προέδρους του (Alper Taş) να κατέβει υποψήφιος δήμαρχος στην περιοχή Μπέιογλου (Beyoğlu) της Κωνσταντινούπολης στις εκλογές του 2019, υπό τη σημαία του Κεμαλικού κόμματος της άρχουσας τάξης CHP. Από την άλλη πλευρά, συμπεριφέρεται με τόσο σεχταριστικό τρόπο που αρνείται να συμμετάσχει σε συναντήσεις που οργανώνονται από το HDP και άλλες αριστερές δυνάμεις για να σχηματίσουν συμμαχία στις επερχόμενες εκλογές! Ως μικρό αριστερό κόμμα, το SOL απέχει σήμερα πολύ από την προοπτική και τις δυνατότητες ενός μαζικού κόμματος.

Το HDP κλόνισε το αστικό πολιτικό σύστημα

Το Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP) είναι ένα μαζικό, αριστερό, ρεφορμιστικό κόμμα που ιδρύθηκε από την κουρδική Αριστερά και μέρος της τουρκικής Αριστεράς και έχει την υποστήριξη κυρίως των Κούρδων ψηφοφόρων. Το κόμμα ιδρύθηκε το 2012, με φόντο τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις μεταξύ της κυβέρνησης του ΑΚΡ (το κόμμα του Ερντογάν) και του ΡΚΚ (το κουρδικό κίνημα υπό την ηγεσία του Αμπντουλάχ Οτσαλάν), τη λεγόμενη «διαδικασία λύσης», και αρχικά υπήρχε μόνο στα χαρτιά. Πίσω από την ίδρυση του κόμματος βρισκόταν η ιδέα της δημιουργίας ενός ενιαίου αριστερού κόμματος που θα ένωνε την κουρδική και την τουρκική Αριστερά και θα μπορούσε να λειτουργήσει νόμιμα σε όλη τη χώρα μετά το τέλος του κουρδικού ένοπλου αγώνα. 

Ένα σημαντικό τεστ για τη δυνατότητα του κόμματος να πάρει ψήφους στη δυτική Τουρκία, δηλαδή εκτός των κουρδικών επαρχιών, ήταν οι τοπικές εκλογές του 2014. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, το κόμμα κατάφερε να αποδείξει σε αυτές τις εκλογές ότι μπορεί να δραστηριοποιηθεί και στις δυτικές επαρχίες και κέρδισε το 2% των ψήφων στις περιοχές αυτές. Το πιο σημαντικό σε αυτό το αποτέλεσμα ήταν η διάψευση του επιχειρήματος ότι η τουρκική εργατική τάξη δεν θα ψήφιζε ένα «κουρδικό κόμμα». Ενώ το εκλογικό αποτέλεσμα του 2014 δεν ήταν κάποιου είδους εξαιρετική επιτυχία, δεν ήταν ούτε αποτυχία και ήταν ένα βήμα προς ένα «πανεθνικό» κόμμα.

Το 2014, ο συμπρόεδρος του HDP Σελαχατίν Ντερμιτάς (Selahattin Demirtaş) κατέβηκε για την προεδρία ως τρίτος υποψήφιος έναντι άλλων συμμαχιών της άρχουσας τάξης. Βάζοντας μπροστά όχι μόνο τα δημοκρατικά αιτήματα των Κούρδων αλλά και τα κοινωνικά προβλήματα, ο Ντερμιτάς κατάφερε να λάβει λίγο κάτω από το 10% σε εκείνες τις εκλογές. 

Στις βουλευτικές εκλογές του 2015, το HDP πέτυχε ένα συγκλονιστικό αποτέλεσμα με πάνω από 13%, και έτσι αποτέλεσε αποφασιστικό παράγοντα στο να χάσει το AKP (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, το κόμμα του Ερντογάν) την απόλυτη πλειοψηφία του στο Κοινοβούλιο. Ως αποτέλεσμα, το AKP σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού με το MHP (Κόμμα Εθνικιστικού Κινήματος, το ακροδεξιό κόμμα γνωστό ως «Γκρίζοι Λύκοι»). 

Σήμερα, το HDP κατέχει θέση-κλειδί στον συσχετισμό δυνάμεων στο τουρκικό πολιτικό σύστημα. Η δυναμική του HDP ήταν εν μέρει η αντανάκλαση της νέας κατάστασης που δημιούργησαν οι διαδηλώσεις του πάρκου Γκεζί (βλ. παρακάτω) στην κάλπη, παρά το γεγονός ότι το HDP κράτησε χαμηλό προφίλ κατά τη διάρκεια εκείνων των κινητοποιήσεων λόγω των συνεχιζόμενων διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του κουρδικού κινήματος για τη λεγόμενη «διαδικασία λύσης».

Παρά τη μαζική κρατική καταστολή, τα ποσοστά του HDP στις δημοσκοπήσεις έχουν διατηρηθεί μέχρι στιγμής σταθερά πάνω από το 10% (που αντιστοιχεί σε περίπου επτά εκατομμύρια ψήφους). Αυτό φάνηκε στις τοπικές εκλογές του 2019, όταν το HDP υποστήριξε υποψηφίους κομμάτων όπως το CHP (Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα) και IYI (Καλό Κόμμα, διάσπαση του MHP) εναντίον του AKP, χωρίς να σχηματίσει επίσημη συμμαχία μαζί τους. Αυτό επέτρεψε στην αντιπολίτευση να καταλάβει την εξουσία στις κύριες μητροπολιτικές περιοχές της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της Κωνσταντινούπολης και της Άγκυρας. Αν και αυτά τα κόμματα είναι πιο εθνικιστικά ακόμη και από το ΑΚΡ στο κουρδικό ζήτημα, η ίδια η ύπαρξη του HDP, το οποίο έχει γίνει η πολιτική έκφραση του αγώνα των Κούρδων για δημοκρατικά δικαιώματα, αναγκάζει όλα αυτά τα εθνικιστικά αστικά κόμματα να είναι πιο προσεκτικά στον τόνο και τη στάση τους απέναντι στους Κούρδους. Το HDP είναι ένα καλό παράδειγμα για το πώς μια αριστερή πολιτική δύναμη μπορεί να έχει αντίκτυπο και να προωθήσει τις διαδικασίες σε ταξική κατεύθυνση, παρά τις δυσκολίες και περιπλοκές που δημιουργεί το εθνικό ζήτημα.

Το HDP προέκυψε υπό τις ιδιαίτερες συνθήκες της Τουρκίας και επομένως αντιμετωπίζει ιδιαίτερες προκλήσεις. Είναι πολύ εύκολο για τους πολιτικούς του αντιπάλους να το συνδέσουν με το PKK και την «τρομοκρατία» για να το δυσφημίσουν. Το γεγονός ότι το HDP δεν χαρακτηρίζεται από ένα ουσιαστικό δημοκρατικό εσωτερικό καθεστώς, καθώς υπάρχει πολύ περιορισμένη συμμετοχή της βάσης στις διαδικασίες των αποφάσεων και δεν έχει ζωντανές δημοκρατικές διαδικασίες οδηγεί επίσης σε πολλές σημαντικές αδυναμίες. Παρόλο που προβάλλει αιτήματα που εξυπηρετούν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, δεν μπορεί να ειπωθεί ότι έχει ένα σαφές πρόγραμμα, πόσο μάλλον ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα. 

Παρόλα αυτά, είναι ένα κόμμα μεγάλης σημασίας για τα αιτήματα του κουρδικού λαού, για τα δημοκρατικά δικαιώματα και για την ενότητα της κουρδικής και της τουρκικής εργατικής τάξης. Αυτός και άλλοι παρόμοιοι λόγοι δείχνουν την ανάγκη για ένα άλλο μαζικό αριστερό κόμμα στην Τουρκία, το οποίο θα μπορεί να λειτουργήσει ανεξάρτητα αλλά με ενιαιο-μετωπική αντίληψη, χωρίς το φόβο της συνεργασίας με το HDP.

Το BHH ως χαμένη ευκαιρία

Το «Κίνημα Ενωμένος Ιούνιος» (BHH) εμφανίστηκε το 2014 ως το δεύτερο αριστερό μέτωπο δίπλα στο HDP με πρωτοβουλία πολλών μεγάλων και μικρών αριστερών κομμάτων, ομάδων και ατόμων. Αυτό το αριστερό μέτωπο δημιουργήθηκε με βάση την αντίσταση του Γκεζί, τη μαζικότερη και μακροβιότερη αυθόρμητη διαμαρτυρία που συγκλόνισε την Τουρκία τον Ιούνιο του 2013. Αν και το BHH εμφανίστηκε με κάποια καθυστέρηση, ενάμιση χρόνο μετά από αυτές τις διαδηλώσεις, αποτέλεσε μια σημαντική εξέλιξη στην αποκρυστάλλωση του ενωτικού αγώνα της σοσιαλιστικής Αριστεράς στην Τουρκία. Ξεκινώντας από τα Φόρουμ των Πάρκων που προέκυψαν κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του Γκεζί, το BHH είχε ως στόχο να γίνει μια ενιαία αριστερή δύναμη, οργανώνοντας συζητήσεις σε τοπικές συγκεντρώσεις, με την ονομασία Φόρουμ Γειτονιάς και Περιφέρειας.

Οι διαδηλώσεις του Γκεζί αποτέλεσαν το μεγαλύτερο αυθόρμητο λαϊκό κίνημα στην ιστορία της Τουρκίας. Αν και το Γκεζί προσέφερε μια σπάνια ευκαιρία για την Αριστερά, οι αριστερές οργανώσεις δεν ήξεραν τι να κάνουν με τις δυνατότητες που αυτό το κίνημα απελευθέρωσε. Αρχικά, οι διαμαρτυρίες εξαπλώθηκαν γρήγορα στις πλατείες και στις γειτονιές των πόλεων σε όλη την Τουρκία. Στη συνέχεια, με τη μορφή Φόρουμ Πάρκων και διαφόρων άλλων διαδικασιών, το κίνημα συνέχισε να διαμορφώνει τον κοινωνικό ιστό της χώρας, για σχεδόν ένα χρόνο χωρίς διακοπή. Στην υψηλότερη φάση του Γκεζί ωστόσο, όταν ο κόσμος συμμετείχε ακόμη μαζικά, η Αριστερά ασχολούνταν περισσότερο με δευτερεύοντα ζητήματα παρά με την ουσία. Παρόλο που το πιο διαδεδομένο σύνθημα του κινήματος του Γκεζί ήταν «Ταγίπ (Ερντογάν) παραιτήσου», δεν υπήρξαν προτάσεις από τις αριστερές δυνάμεις σε αυτά τα φόρουμ για το πώς θα επιτευχθεί αυτό. Ενώ ο κόσμος συγκεντρώνονταν στις πόλεις, στις γειτονιές και στα πάρκα και συζητούσε πώς να νικήσει το ΑΚΡ, η Αριστερά αρκέστηκε στη συνηθισμένη, ρουτινιάρικη αγκιτάτσια και προπαγάνδα. Δεν έλαβε υπόψη τις τοπικές εκλογές που θα διεξάγονταν εννέα μήνες αργότερα, ούτε τις προεδρικές εκλογές που θα διεξάγονταν ένα χρόνο αργότερα. Εάν είχε διορατικότητα και κατάλληλη τακτική, η Αριστερά θα μπορούσε να είχε επηρεάσει τις διαδηλώσεις του Γκεζί και να εξελιχθεί σε πολύ ισχυρότερη πολιτική δύναμη. Μια δύναμη που θα μπορούσε να είχε μετατρέψει τα «Λαϊκά Φόρουμ» σε συνελεύσεις γειτονιάς, περιφέρειας, πόλης και εθνικής εμβέλειας και να ανοίξει το δρόμο για την ίδρυση ενός νέου μαζικού φορέα από τις ίδιες τις μάζες. Ωστόσο, αυτό δεν συνέβη και ένα τέτοιο κόμμα δεν ιδρύθηκε.

Παρόλα αυτά, η ίδρυση του BHH προκάλεσε ενθουσιασμό και ενδιαφέρον σε ορισμένα στρώματα. Ωστόσο, το BHH απέτυχε στην πρώτη του δοκιμασία, όταν δεν πήρε σαφή θέση στις κρίσιμες βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουνίου 2015. Εάν το HDP δεν είχε περάσει το όριο του 10% σε αυτές τις εκλογές, το ΑΚΡ θα μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση μόνο του. Το BHH πήρε αποστάσεις από το HDP, μη καλώντας δημόσια (και με κριτικό τρόπο) σε ψήφο υπέρ του HDP. Με τον τρόπο αυτό, έχασε την ευκαιρία να παίξει κάποιον ρόλο στις βουλευτικές εκλογές, οι οποίες αποτέλεσαν σημαντικό σημείο καμπής. Αυτή η στάση του BHH ήταν ένα μεγάλο λάθος, τόσο από πολιτική όσο και από τακτική άποψη. Ακόμη μεγαλύτερο λάθος ήταν ότι το BHH δεν έμαθε από αυτό και δεν το διόρθωσε. Τέτοιες αδυναμίες οδήγησαν το BHH να εξαφανιστεί από τη σκηνή της ιστορίας μέσα σε λίγα χρόνια.

Το «νέο» Εργατικό Κόμμα της Τουρκίας

Το «νέο» TİP ιδρύθηκε το 2017 με πρωτοβουλία του Λαϊκού Κομμουνιστικού Κόμματος της Τουρκίας (HTKP). Μετά τις διαδηλώσεις του Γκεζί, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Τουρκίας (TKP) διασπάστηκε σε δύο στρατόπεδα το 2014, λόγω των εσωτερικών διαφωνιών που προέκυψαν σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των διαδηλώσεων του Γκεζί. Το τμήμα του κόμματος που θεώρησε ότι η στάση του TKP στις διαδηλώσεις στο Γκεζί ήταν σεχταριστική, ίδρυσε το HTKP. Τον Μάρτιο του 2017, η ίδρυση του κόμματος ανακοινώθηκε με ένα κάλεσμα που υπέγραψαν ορισμένοι εκπρόσωποι συνδικαλιστικών οργανώσεων και εργαζομένων, εκπρόσωποι δημοκρατικών μαζικών οργανώσεων, ακαδημαϊκοί, συγγραφείς, δημοσιογράφοι και εκπρόσωποι διαφόρων επαγγελμάτων: 

«Ας προσθέσουμε τις φωνές μας στις φωνές των εργατών, των εργαζομένων, δηλαδή όλων μας. Ας ιδρύσουμε το Εργατικό Κόμμα της Τουρκίας, το κόμμα των εργαζομένων της Τουρκίας».  

Στην αρχή, ωστόσο, το κάλεσμα αυτό δεν βρήκε ιδιαίτερη ανταπόκριση. 

Το νεοσύστατο κόμμα ακολούθησε σωστή τακτική, με αποτέλεσμα να εκλέξει δύο βουλευτές στο κοινοβούλιο, μέσω των ψηφοδελτίων του HDP, στις βουλευτικές εκλογές του 2018. 

Σε αντίθεση με άλλους σοσιαλιστές βουλευτές που είχαν προηγουμένως εκλεγεί στο κοινοβούλιο με τις λίστες του HDP, οι βουλευτές του TİP, σε συμφωνία με το HDP, δήλωσαν την πρόθεσή τους να ανεξαρτητοποιηθούν από το κόμμα και να συμμετέχουν στο κοινοβούλιο ως εκπρόσωποι του TİP. Μετά από αυτό, δύο ακόμη βουλευτές, ένας από το HDP και ένας από το CHP, δήλωσαν ότι προσχωρούν στο TİP, οπότε ο αριθμός των βουλευτών του αυξήθηκε σε τέσσερις. 

Μια πολιτική δομή με τη μορφή πολιτικού κόμματος, ειδικά αν εκπροσωπείται στο κοινοβούλιο, έχει μεγαλύτερη νομιμοποίηση στα μάτια της εργατικής τάξης. Αυτή η κοινωνιολογική πραγματικότητα, καθώς και η θετική ανάμνηση του TİP της δεκαετίας του ‘60, λειτούργησαν ως φάρος για να προσελκύσει το TİP την προσοχή. Τα μέλη του κόμματος, τα οποία ήταν περίπου 600 όταν ιδρύθηκε, αυξήθηκαν σε 8.279 τον Μάιο του 2022 σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, ή σχεδόν 10.000 αν συμπεριληφθούν τα «άτυπα μέλη» (για νομικούς λόγους). Ο μέσος όρος ηλικίας του κόμματος είναι τα 30-35 έτη και είναι σαφές ότι το ενδιαφέρον των νέων για το κόμμα αυξάνεται. Τα νέα μέλη είναι κυρίως άτομα που εντάχθηκαν με σκοπό την οικοδόμηση ενός μαζικού σοσιαλιστικού κόμματος, μαρξιστικές ομάδες και άτομα που αποσχίστηκαν από άλλα αριστερά κόμματα, καθώς και άτομα που προσχώρησαν ή υποστήριξαν το CHP επειδή δεν υπήρχε κάποιο άλλο μαζικό αριστερό κόμμα γι’ αυτούς, αλλά δεν το βρήκαν αρκετά αριστερό. Αν και τα περισσότερα μέλη προέρχονται από μεγάλες πόλεις όπως η Κωνσταντινούπολη και η Άγκυρα, υπάρχει συμμετοχή από όλη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένων των κουρδικών επαρχιών.

Ομοιότητες και διαφορές του TİP με άλλους νέους αριστερούς σχηματισμούς

Το TİP διαφέρει από άλλους νέους αριστερούς σχηματισμούς σε διάφορα επίπεδα. Παρόλο που αυτοπροσδιορίζεται ως το κόμμα των διαδηλώσεων του Γκεζί, προέκυψε ως ένα κόμμα στελεχών που ανοίχτηκε σε άλλες αριστερές ομάδες και άτομα, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με το Ποδέμος που προέκυψε άμεσα ως αποτέλεσμα ενός κοινωνικού κινήματος. Από την άλλη πλευρά, ο ισχυρισμός ότι το TİP είναι το κόμμα του Γκεζί δεν είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας, αν λάβουμε υπόψη το προφίλ των ομάδων που ενδιαφέρονται για το κόμμα αυτό (που είχαν σχέση με το κίνημα του Γκεζί). Επιπλέον, το κόμμα δεν έχει μια «πλουραλιστική» δομή, αποτελούμενη από διαφορετικές ομάδες και ρεύματα με κάποια δική τους ανεξαρτησία και εκδόσεις, όπως συμβαίνει με πολλούς άλλους νέους σχηματισμούς. Υπάρχει μόνο η ιδιότητα μέλους στο κόμμα για κάθε άτομο και το δικαίωμα σχηματισμού τάσης/φράξιας εντός του κόμματος δεν αναφέρεται ρητά στο νέο σχέδιο καταστατικού. 

Όσον αφορά τους στόχους τους, οι περισσότεροι νέοι αριστεροί σχηματισμοί, όπως το Die Linke και το Ποδέμος, μπορούν να χαρακτηριστούν ως αριστερά ή ρεφορμιστικά κόμματα, υπό την έννοια του «δημοκρατικού σοσιαλισμού» (σοσιαλδημοκρατία). Το TİP υπερασπίζεται ανοιχτά τον σοσιαλισμό και από αυτή την άποψη μπορεί να συγκριθεί με το βραζιλιάνικο PSOL στην αρχική του φάση ή ακόμη και με το FIT-U στην Αργεντινή. Στο πρόγραμμα του κόμματος αυτό αναφέρεται ως εξής: 

«Ο κόσμος μας εισέρχεται στην τελική φάση της προαιώνιας πάλης μεταξύ φωτός και σκότους, προόδου και αντίδρασης.

»Αυτή η φάση δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από τον πόλεμο της εργατικής τάξης ενάντια στην καπιταλιστική τάξη.

»Το μέλλον της ανθρωπότητας εξαρτάται από το μέλλον της ταξικής πάλης.

»Η επικράτηση του σοσιαλισμού στον κόσμο είναι ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί η απελευθέρωση των εργατών και των εργαζομένων που αναγκάστηκαν να ζήσουν στη μιζέρια και τη φτώχεια για εκατοντάδες χρόνια, καθώς και η απελευθέρωση των λαών που υποδουλώθηκαν από τους πολέμους, τον ρατσισμό, τον σεχταρισμό, την καταπίεση και τη βία.

»Ο κόσμος βρίσκεται για άλλη μια φορά αντιμέτωπος με την ανάγκη να κάνει μια μη αναστρέψιμη επιλογή: σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα!» 

Σε άλλο σημείο αναφέρει: 

«Υιοθετώντας ως οδηγό τον μαρξισμό-λενινισμό, το TİP αγκαλιάζει την ιστορία του σοσιαλιστικού κινήματος μέσα από μια κριτική προσέγγιση και τάσσεται υπέρ της ανοικοδόμησης του σοσιαλιστικού κινήματος σε επαναστατική βάση».  

Παρόλο που τα στελέχη που πήραν την πρωτοβουλία για την ίδρυση του TİP είχαν σταλινικό υπόβαθρο, θα ήταν λάθος να περιγράψουμε το TİP ως σταλινικό κόμμα.

Ορισμένες προκλήσεις για το TIP 

Το TİP δεν είναι ακόμη ένα μαζικό σοσιαλιστικό κόμμα, αλλά σε αυτό το στάδιο είναι το μόνο κόμμα στην Τουρκία που έχει τη δυνατότητα να γίνει. Το σημερινό ενδιαφέρον που έχει προκαλέσει το TİP σε ένα τμήμα της εργατικής τάξης είναι ο κύριος παράγοντας που εξηγεί αυτή τη δυνατότητα. Ωστόσο, θα πρέπει να ξεπεράσει πολλές προκλήσεις και κινδύνους στο δύσκολο δρόμο που μόλις έχει εισέλθει. Ακολουθούν ορισμένα συγκεκριμένα ιδεολογικά ζητήματα που σχετίζονται με το επίπεδο συνείδησης της εργατικής τάξης, ζητήματα δομών και μεθόδου χτισίματος του κόμματος καθώς και ζητήματα που αφορούν το πρόγραμμα. 

Μερικά συγκεκριμένα προβλήματα στην Τουρκία

Ένα επαναστατικό κίνημα πρέπει πάντα να δρα λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο συνείδησης της εργατικής τάξης. Αλλά αυτή είναι μόνο η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι ότι πρέπει να υπάρξει μια έντονη προσπάθεια για το προχώρημα της συνείδησης. Διαφορετικά, είναι αναπόφευκτο ότι η επαναστατική πολιτική θα συνθηκολογήσει με το χαμηλό επίπεδο συνείδησης της εργατικής τάξης και θα διολισθήσει στον οπορτουνισμό. Στα πλαίσια αυτής της γενικής παρατήρησης, ας εξετάσουμε μερικές από τις περιπλοκές γύρω από την επαναστατική πολιτική παρέμβαση στην Τουρκία.

Κεμαλισμός: Ένα σημαντικό τμήμα της τουρκικής εργατικής τάξης θεωρεί τον εαυτό του αριστερό λόγω του Κεμαλισμού. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Κεμαλισμός συχνά ερμηνεύεται ότι βρίσκεται στα αριστερά του πολιτικού φάσματος, ιδιαίτερα λόγω του στοιχείου της κοσμικότητας που φέρει. Στο πλαίσιο του μίσους για το νεο-οθωμανικό, αντι-Κεμαλικό καθεστώς Ερντογάν, φαίνεται ότι η Τουρκία θα βιώσει ένα είδος Κεμαλικής αναγέννησης μετά την πτώση του καθεστώτος. 

Ωστόσο, ο Κεμαλισμός δεν αφορά μόνο την κοσμικότητα. Αν και το TİP δεν το αναφέρει ρητά, το πρόγραμμά του θεωρεί ότι ο Κεμαλισμός αποτελεί μέρος της αστικής επανάστασης στην Τουρκία και ότι είναι «προοδευτικός και διαφωτιστικός στο βαθμό που αγωνίστηκε ενάντια στην οθωμανική τάξη και την ιμπεριαλιστική κατοχή». Σημειώνει, ότι αυτός ο προοδευτισμός δεν μετατράπηκε σε μια ποιότητα που «υπερβαίνει τα συμφέροντα της καπιταλιστικής τάξης και πηγαίνει πέρα από τον καπιταλισμό» και οδήγησε την Τουρκία, όπως όλες οι αστικές επαναστάσεις, σε μια «αντιδραστική πορεία». 

Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος όσων έχουν ενταχθεί σήμερα στο TİP και όσων ενδεχομένως θα ενταχθούν στο μέλλον, προέρχονται από το τμήμα της εργατικής τάξης που είχε αυταπάτες για τον Κεμαλισμό, είναι σαφές ότι ο Κεμαλισμός θα είναι συνεχώς ένα ζήτημα που θα ασκεί πίεση στο TİP. 

Το Κουρδικό ζήτημα: Αυτό είναι ένα σημαντικό ζήτημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί από καμία επαναστατική οργάνωση με σοσιαλιστική προοπτική όχι μόνο στην Τουρκία, αλλά σε ολόκληρη την περιοχή της Μέσης Ανατολής, καθώς επηρεάζει άμεσα τέσσερις χώρες (Τουρκία, Συρία, Ιράκ, Ιράν). Είναι αμφίβολο αν μια σοσιαλιστική επανάσταση σε αυτή την περιοχή μπορεί να είναι επιτυχής αν δεν λάβει υπόψη της το Κουρδικό ζήτημα και δεν εμπλέξει την κουρδική εργατική τάξη και τους φτωχούς αγρότες – από τους οποίους περίπου 20 εκατομμύρια ζουν μόνο στην Τουρκία. Σε αυτό το πλαίσιο, το πρόγραμμα του κόμματος αναφέρει: 

« Το TİP θεωρεί τον κουρδικό λαό και τον αγώνα του ως μια από τις απαραίτητες συνιστώσες του αγώνα για την ελευθερία στην Τουρκία και του λαϊκού επαναστατικού κινήματος υπό την ηγεσία της εργατικής τάξης». 

Αν και δεν λέει ρητά ότι το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των Κούρδων περιλαμβάνει το δικαίωμα της δημιουργίας ξεχωριστού κουρδικού κράτους, δικαιολογεί την υποστήριξή του λέγοντας ότι: 

«Το TİP αναγνωρίζει το δικαίωμα του κουρδικού λαού στην αυτοδιάθεση. Ωστόσο, αναπτύσσει την προσέγγισή της ως προς τη χρήση αυτού του δικαιώματος λαμβάνοντας υπόψη το καλό του αγώνα της εργατικής τάξης»,

οπότε αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως ένα βήμα «ταξικής ενότητας» για την κουρδική πλευρά. 

Ωστόσο, η κύρια δυσκολία βρίσκεται στην πλευρά του «Τούρκου» εργάτη, ο οποίος είναι επίσης επηρεασμένος από την κεμαλική ιδεολογία. Η ραχοκοκαλιά του τουρκικού εθνικισμού που επικρατεί στην Τουρκία είναι η αντίληψη ενός ενιαίου κράτους που βασίζεται στο «ένα έθνος, ένα κράτος, μια πατρίδα, μια σημαία, μια γλώσσα», πάνω στην οποία ο Κεμαλισμός έχτισε τη σύγχρονη Τουρκική Δημοκρατία. Αυτή είναι μια θεμελιώδης πτυχή του κεμαλικού εθνικισμού, ο οποίος συνέχισε την «τουρκιστική» ιδεολογία της Επιτροπής για την Ένωση και την Πρόοδο («Νεότουρκοι») που εξάλειψε την αρμενική παρουσία στην Τουρκία με τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, η οποία συχνά παραβλέπεται από την τουρκική Αριστερά. 

Δεδομένου ότι η τουρκική εργατική τάξη επηρεάζεται έντονα από αυτόν τον εθνικισμό, το TİP πρέπει να είναι πολύ προσεκτικό στην προσέγγισή του στο κουρδικό ζήτημα και στον αγώνα του κατά του εθνικισμού γενικά. Ο αγώνας για τα δημοκρατικά και εθνικά δικαιώματα του κουρδικού λαού καθώς και άλλων εθνικοτήτων (σε κάθε μορφή του) απαιτεί υπομονετικές εξηγήσεις και όχι να δείχνουμε με το δάχτυλο ή να κοιτάμε αφ’ υψηλού την εργατική τάξη και τη νεολαία. 

Ιμπεριαλισμός: Γενικά, η ιμπεριαλιστική πτυχή του τουρκικού κράτους αγνοείται ή παραβλέπεται – αυτό είναι ένα σοβαρό λάθος που επικρατεί και στην Αριστερά. 

Η αναφορά που υπάρχει στο πρόγραμμα του TİP:

«Όπως και πολλοί διεθνείς ομόλογοί του, το παλιατιανό καθεστώς, το οποίο επιδιώκει να οικοδομήσει την ηγεμονία του και σε ένα μέρος αυτής της περιοχής, είναι ένας από τους πρωταγωνιστές των εγκλημάτων που διαπράττονται εναντίον των λαών της περιοχής»,

είναι μεν σωστή, αλλά μπορεί να παρερμηνευτεί σαν η ιμπεριαλιστική πολιτική του τουρκικού κράτους να περιορίζεται στην πολιτική του καθεστώτος Ερντογάν. Ωστόσο, αυτή η πολιτική είναι η κρατική πολιτική στην οποία συμφωνούν όλες οι αστικές δυνάμεις, παρά τις διαφορές στον τρόπο εφαρμογής της. Στην πραγματικότητα, το σημερινό αστικό μπλοκ της αντιπολίτευσης δείχνει με κάθε ευκαιρία την κατ’ αρχήν υποστήριξή του στην ιμπεριαλιστική πολιτική του Ερντογάν. 

Λέγοντας ότι η τουρκική άρχουσα τάξη ακολουθεί μια πολιτική ιμπεριαλιστικής επέκτασης στην περιοχή, καταλαβαίνουμε βέβαια ότι πρόκειται για μια ιμπεριαλιστική δύναμη δεύτερης ή τρίτης κατηγορίας, που δεν συγκρίνεται με τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ και των δυτικών δυνάμεων ή τον ιμπεριαλισμό της Κίνας, της Ρωσίας κοκ. Ο ιμπεριαλισμός είναι ένα «σύστημα» που έχει πολλά επίπεδα και δεν περιορίζεται στις 2-3 μεγάλες δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που ήταν κυρίαρχες στη διάρκεια του μεγαλύτερου μέρους του προηγούμενου αιώνα. 

Όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο του προγράμματος του TİP: 

«Ο κύριος λόγος των κάθε είδους σχέσεων μεταξύ εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενων, καταπιεστή και καταπιεσμένων στην Τουρκία είναι η ηγεμονία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής».

Και η κυριαρχία αυτού του τρόπου παραγωγής οδηγεί αναπόφευκτα το αστικό κράτος να επιδιώκει με διάφορα μέσα, συμπεριλαμβανομένων των στρατιωτικών, να δημιουργήσει νέες περιοχές κυριαρχίας και επιρροής στις αγορές, τις πρώτες ύλες και την εκμετάλλευση πέρα από τα υπάρχοντα εθνικά σύνορα. Η βόρεια Κύπρος βρίσκεται υπό στρατιωτική κατοχή από το τουρκικό κράτος εδώ και σχεδόν 50 χρόνια παρά τη μαζική αντίθεση των τουρκοκυπριακών μαζών στην παρουσία του τουρκικού στρατού και τις άμεσες πολιτικές παρεμβάσεις των τουρκικών κυβερνήσεων. Ο έλεγχος των περιοχών της βόρειας Συρίας από την Τουρκία δεν αποτελεί επίσης μόνο συνέχιση της πολιτικής της να θέσει τέρμα στο κουρδικό μόρφωμα εκεί, αλλά και της επεκτατικής της πολιτικής στην περιοχή. 

Η μονόπλευρη και στενή θεώρηση του ιμπεριαλισμού από σημαντικά τμήματα της τουρκικής Αριστεράς έχει επίσης θολώσει την έννοια του αντιιμπεριαλισμού και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακόμη και ο Ερντογάν να μπορεί να θεωρηθεί… αντιιμπεριαλιστής από τμήματα του πληθυσμού. Δεν είναι παράδοξο ότι ένα σημαντικό τμήμα της εργατικής τάξης στηρίζει τον Ερντογάν παρά τις συνθήκες εκμετάλλευσης και καταπίεσης, γιατί πιστεύει στον ισχυρισμό ότι πίσω από όλα τα προβλήματα κρύβονται «ξένες δυνάμεις» που δεν θέλουν να γίνει ισχυρή η Τουρκία. Ο αντιιμπεριαλισμός προσεγγίζεται σήμερα από μια εθνικιστική θέση που συχνά εκδηλώνεται με μια ωμή αντιαμερικανική ή αντιδυτική στάση, η οποία μεταξύ άλλων δεν κάνει διάκριση μεταξύ της άρχουσας τάξης και της εργατικής τάξης στις δυτικές ιμπεριαλιστικές χώρες. Η θόλωση αυτού του ζητήματος στρέφει τον αντιιμπεριαλισμό σε εθνικιστική κατεύθυνση και δημιουργεί εμπόδιο στον διεθνή αγώνα της εργατικής τάξης και στον διεθνισμό των Τούρκων εργατών και της νεολαίας. 

Πτυχές του χτισίματος

Κόμμα ενεργών μελών: Τα μέλη του TİP έχουν αυξηθεί σημαντικά σε σύντομο χρονικό διάστημα και όλα δείχνουν ότι θα αυξηθούν ακόμη περισσότερο όσο πλησιάζουν οι εκλογές. Σε αντίθεση με τα κόμματα της άρχουσας τάξης, που έχουν εκατοντάδες χιλιάδες μέλη στα χαρτιά, το TİP πρέπει να γίνει ένα κόμμα «ενεργών μελών», ισχυρά ριζωμένο στην εργατική τάξη, αποτελεσματικό και δυναμικό. Αυτό σημαίνει ότι όσο το δυνατόν περισσότερα μέλη θα πρέπει να συμμετέχουν στις συσκέψεις, τη δράση και τις αποφάσεις του κόμματος. Ο τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι να αρχίσει να λειτουργεί άμεσα μια αποτελεσματική κομματική δομή. Δεδομένου ότι η πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία είναι πιθανό να «τρέξουν» στο άμεσο μέλλον, υπάρχει ο κίνδυνος το TİP να βρεθεί απροετοίμαστο και να μην μπορέσει να αξιοποιήσει επαρκώς τις δυνατότητές του.

Οργανώσεις Βάσης: Ως τα κύτταρα του κόμματος, οι οργανώσεις βάσης μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην αύξηση του αριθμού των ενεργών μελών, χτίζοντας μια δομή με χιλιάδες μέλη. Θα πρέπει να αποτελούνται το πολύ από περίπου 20 μέλη και να συνεδριάζουν τακτικά, με καλά προετοιμασμένη ημερήσια διάταξη που να αποτελείται από ενότητες στις οποίες να συζητούνται θεωρητικά-πολιτικά και πρακτικά-οργανωτικά ζητήματα και, φυσικά, να λαμβάνονται αποφάσεις. Με αυτόν τον τρόπο, αφενός θα διασφαλίζεται το θεωρητικό και πολιτικό επίπεδο των μελών του κόμματος, αφετέρου το γεγονός ότι οι οργανώσεις αυτές, ξεκινώντας από τα προβλήματα του χώρου παρέμβασής τους, θα οργανώνουν ανεξάρτητα καμπάνιες, εκδηλώσεις και δράσεις, θα διασφαλίζει ότι η θεωρία δεν θα είναι αφηρημένη αλλά θα συνδέεται με τη δράση, την παρέμβαση στα κινήματα και το χτίσιμο του κόμματος. Αυτό θα επιτρέψει στο κόμμα και στις ιδέες του να δοκιμαστούν στην ταξική πάλη. Διαφορετικά, το κόμμα κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια χαλαρή και αργοκίνητη δομή, στην οποία όλη η δουλειά θα στηρίζεται στις πλάτες περιορισμένου αριθμού στελεχών και οι αποφάσεις θα λαμβάνονται μόνο σε ανώτατο επίπεδο.

Μια δημοκρατική δομή: Η δημοκρατία αποτελεί βασική προϋπόθεση για μια σοσιαλιστική κοινωνία και η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής από μόνη της δεν αρκεί για την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού. Ακριβώς όπως ένας άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς οξυγόνο, ένα υγιές σοσιαλιστικό καθεστώς δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς δημοκρατία. Το κομματικό πρόγραμμα του TİP αναφέρει:

«Η σοσιαλιστική δημοκρατία είναι το πολιτικό σύστημα στο οποίο η εργατική τάξη οργανώνεται ως η κυρίαρχη τάξη. Η σοσιαλιστική δημοκρατία αντιπροσωπεύει την αυτοδιοίκηση του λαού από τη μικρότερη τοπική μονάδα μέχρι την εθνική κλίμακα. Οι βασικές αποφάσεις που αφορούν ολόκληρη την κοινωνία λαμβάνονται απευθείας από το λαό». 

Πράγματι, η αυτοδιαχείριση από την εργατική τάξη απαιτεί υψηλό βαθμό δημοκρατικής συμμετοχής, ο οποίος δεν επιτυγχάνεται αυτόματα αλλά, αντίθετα, απαιτεί συνειδητή προσπάθεια. Για να λειτουργήσει η δημοκρατία, η εργατική τάξη πρέπει να ξέρει πώς να την αξιοποιεί και σε αυτό το πλαίσιο το κόμμα είναι επίσης ένα «σχολείο» όπου η εργατική τάξη, εξασκείται και εκπαιδεύεται στην αυτό-διοίκηση. Ως εκ τούτου, το TİP πρέπει να καταφέρει να γίνει μια άκρως δημοκρατική οργάνωση και η δημοκρατική λειτουργία πρέπει να εφαρμοστεί σε όλα τα επίπεδα, από τις οργανώσεις βάσης ως τα εθνικά συντονιστικά και εκτελεστικά όργανα και μέχρι το Συνέδριο του κόμματος, το ανώτατο του όργανο. 

Ως μαζικό κόμμα, το TİP περιλαμβάνει αναπόφευκτα αγωνιστές από διάφορα ρεύματα της Αριστεράς, αλλά τους επιτρέπει να γίνουν μέλη μόνο ως άτομα και όχι ως ομάδες ή οργανώσεις. Ο λόγος για την πολιτική αυτή είναι ότι η ηγεσία του TİP αποδίδει την αποτυχία των προηγούμενων προσπαθειών για τη δημιουργία ενός ενιαίου κόμματος στις φραξιονιστικές διαμάχες που προέκυψαν στην πορεία. Προφανώς, το δικαίωμα σχηματισμού τάσεων ή φραξιών από μόνο του δεν αρκεί για να εξασφαλίσει την δημοκρατική λειτουργία και κατά καιρούς μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ομάδες ή άτομα για τη δημιουργία προβλημάτων. Το ερώτημα όμως είναι πώς και με ποια μορφή μπορούν να εκφραστούν διαφορετικές απόψεις, ιδίως μειοψηφικές, μέσα στο κόμμα. Ειδικά σήμερα, δεν είναι ρεαλιστικό να πιστεύει κανείς ότι μπορεί να υπάρξει ένα μονολιθικό κόμμα. Αν οι διαφορετικές απόψεις που αναπόφευκτα υπάρχουν κρύβονται κάτω από το τραπέζι, κάποια στιγμή θα «εκραγούν». Αποτελεί βασικό καθήκον για το TIP να βρει έναν τρόπο να συζητά ανοιχτά και δημοκρατικά τις διαφορετικές απόψεις (στα πλαίσια φυσικά των ίδιων αρχών) προκειμένου να γίνει ένα ζωντανό και πολιτικά ισχυρό μαζικό κόμμα. Ιδανικά, ο καλύτερος τρόπος προσέγγισης αυτού του προβλήματος και αποφυγής μελλοντικών διασπάσεων, είναι η παροχή του δικαιώματος στις τάσεις, τις ομάδες και τις φράξιες να υπάρχουν ελεύθερα, να εκφράζουν ελεύθερα τις ιδέες τους και να εκπροσωπούνται αναλογικά στα ηγετικά όργανα. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί ο κατακερματισμός που στοιχειώνει την Αριστερά εδώ και δεκαετίες. Θα πρέπει πάντα να θυμόμαστε ότι το κόμμα των Μπολσεβίκων λειτούργησε ακριβώς με βάση την παραπάνω λογική και δεν είναι τυχαίο ότι ηγήθηκε της σημαντικότερης επανάστασης στην ιστορία της διεθνούς εργατικής τάξης. 

Πτυχές που σχετίζονται με το πρόγραμμα

Το πρόγραμμα του TİP αναφέρει:

«Το καθήκον που το διεθνές κομμουνιστικό και επαναστατικό κίνημα δεν μπόρεσε να εκπληρώσει για πολλά χρόνια, είναι να συνδέσει τα σημερινά αιτήματα της εργατικής τάξης με τα ιστορικά της συμφέροντα».

Αυτή είναι μια καλή διατύπωση του κεντρικού ερωτήματος σχετικά με τη φύση του προγράμματος ενός μαζικού σοσιαλιστικού σχηματισμού. Συνεχίζει λέγοντας: 

«Αν αυτό το καθήκον δεν εκπληρωθεί και ενάντια στην παγκόσμια καπιταλιστική κρίση δεν ξεπροβάλει μια σοσιαλιστική προοπτική, στόχος της οποίας είναι η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, είναι αναπόφευκτο τα κοινωνικά κινήματα και οι μη επαναστατικές αριστερές οργανώσεις να εγκλωβιστούν εντός των ορίων του καπιταλισμού. Επιπλέον, η αδυναμία εκπλήρωσης αυτού του καθήκοντος είναι και ο λόγος για τον οποίο τα σοσιαλιστικά κινήματα είναι αναποτελεσματικά στους κοινωνικούς αγώνες και ανίκανα να αμφισβητήσουν τις φιλοκαθεστωτικές δυνάμεις».  

Μίνιμουμ-Μάξιμουμ Πρόγραμμα: Ένα από τα καθήκοντα που αντιμετωπίζουμε σε σχέση με το πρόγραμμα του TİP, επομένως, είναι ακριβώς να αναπτύξουμε το σημείο που αναφέρθηκε παραπάνω. 

Το πρόγραμμα του κόμματος έχει διατυπωθεί με την παλιά μορφή (δηλαδή πριν από την εμπειρία της επανάστασης του Οκτώβρη του 1917) ενός «μίνιμουμ» και ενός «μάξιμουμ» προγράμματος. Με το «πρόγραμμα αγώνα» να εκφράζει τα τρέχοντα αιτήματα της εργατικής τάξης που μπορούν να πραγματοποιηθούν μέσα στα όρια του καπιταλιστικού συστήματος και το «σοσιαλιστικό πρόγραμμα», να εκφράζει τα αιτήματα που μπορούν να πραγματοποιηθούν μόνο μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση. Σε ένα τέτοιο πρόγραμμα, τα άμεσα αιτήματα γίνονται η βάση της πολιτικής δουλειάς, ενώ ο σοσιαλισμός, δηλαδή το μάξιμουμ πρόγραμμα, αναβάλλεται μέχρι την επανάσταση. Ωστόσο, το κύριο καθήκον είναι να συνδέσουμε το άμεσα αιτήματα με τον στρατηγικό στόχο.

Το σημερινό πρόγραμμα του TİP, αναφέρει ότι 

«Το TİP διαδραματίζει ιδιαίτερα ενεργό ρόλο σε κάθε αγώνα για βασικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στην εργασία, την εργασιακή ασφάλεια, το δικαίωμα στη συνδικαλιστική οργάνωση, το δικαίωμα στη συλλογική διαπραγμάτευση, το δικαίωμα σε ένα ικανοποιητικό βιοτικό επίπεδο, το δικαίωμα στην ανάπαυση και τον ελεύθερο χρόνο – σημειώνει ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να διεξάγεται πολιτική δουλειά σε αυτούς τους τομείς, προκειμένου να αυξηθεί η ταξική συνείδηση». 

Όλα αυτά είναι πολύ σωστά. Αλλά η σύνδεση μεταξύ των σημερινών άμεσων αιτημάτων και της σοσιαλιστικής επανάστασης, που σωστά προσδιορίζεται στο πρόγραμμα του κόμματος, δεν είναι σαφής. Αυτό είναι ένα έλλειμμα με το οποίο πρέπει να ασχοληθούμε. 

Μεταβατικό πρόγραμμα: Αυτό που πραγματικά χρειάζεται είναι ένα μεταβατικό πρόγραμμα που συνδέει τις σημερινές άμεσες ανάγκες και διεκδικήσεις με τη σοσιαλιστική προοπτική. 

Είναι δυνατόν να επιτευχθούν αιτήματα όπως τα παραπάνω, που αναφέρονται στο πρόγραμμα του TİP, στον καπιταλισμό; Είναι δυνατόν να επιτευχθεί η ισότητα των φύλων, η κατάργηση του θρησκευτικού φανατισμού, του ρατσισμού και του εθνικισμού, μέσα στο πλαίσιο του συστήματος; Είναι ποτέ δυνατόν να επιτευχθούν οι συνθήκες ζωής που απολαμβάνει η εργατική τάξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για παράδειγμα, όταν τα ίδια αυτά δικαιώματα συνθλίβονται στην ίδια την ΕΕ; Είναι δυνατόν να επιτευχθούν ακόμη και τα βασικά αστικά δημοκρατικά δικαιώματα στις συνθήκες του σημερινού τουρκικού καπιταλισμού; Η απάντηση σε όλα τα παραπάνω είναι, δυστυχώς, όχι! 

Το καθήκον μας είναι να διατυπώσουμε, να προωθήσουμε και να αγωνιστούμε για όλα τα δίκαια αιτήματα των Τούρκων εργαζομένων, των φτωχών και της νεολαίας και ταυτόχρονα να εξηγήσουμε, με λεπτομερή, επιστημονικό και καλά τεκμηριωμένο τρόπο, ότι ο τουρκικός καπιταλισμός δεν τα ικανοποίησε επί δεκαετίες και δεν θα τα ικανοποιήσει στο μέλλον και ότι γι’ αυτό το λόγο πρέπει να ανατραπεί. Μόνο σε συνθήκες εργατικής/λαϊκής δημοκρατίας σε μια σοσιαλιστική κοινωνία μπορούν να ικανοποιηθούν αυτά τα αιτήματα. 

Με αυτόν τον τρόπο ο σοσιαλισμός δεν είναι πια μια «καλή ιδέα» αλλά μια αναγκαιότητα, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι πιο βασικές ανάγκες των εργαζόμενων μαζών. Αν καταφέρουμε να πείσουμε την εργατική τάξη της Τουρκίας με αυτή τη θεμελιώδη «μέθοδο», τότε έχουμε καλύψει τον μισό δρόμο κατά την προετοιμασία του σοσιαλιστικού μέλλοντος.

Ορισμένες προοπτικές και δυνατότητες 

Σε μια εποχή που το 20ετές καθεστώς του Ερντογάν πλησιάζει στο τέλος του, το χτίσιμο του TİP αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι εκλογές, οι οποίες θα διεξαχθούν σε μια έντονα πολιτικοποιημένη και πολωμένη ατμόσφαιρα, μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτης για την ανάπτυξη του TİP προς την κατεύθυνση ενός μαζικού κόμματος. Εκτός από τα αστικά μπλοκ, φαίνεται ότι στις εκλογές θα συμμετάσχουν και δύο αριστερά μπλοκ. Το ένα, είναι πιθανό να σχηματιστεί με πρωτοβουλία κομμάτων όπως το TKP και το SOL, που δεν θέλει να ενώσει τις δυνάμεις του με το HDP, ενώ το άλλο θα αποτελείται πιθανότατα από επτά σοσιαλιστικά αριστερά κόμματα, μαζί με το HDP και το TİP. Ο υψηλός αριθμός ψήφων του HDP παρέχει ήδη τη βάση για μαζική εκλογική απήχηση στα αριστερά κόμματα του δεύτερου μπλοκ. Αυτό σημαίνει ότι εκτός από το HDP, το TİP και άλλα αριστερά κόμματα μπορούν να είναι παρόντα στο κοινοβούλιο το επόμενο διάστημα. 

Αν και είναι δύσκολο να γίνουν προβλέψεις, ο στόχος του TİP να φτάσει το 3% των ψήφων θα αποτελέσει πρόκληση. Αξίζει όμως και είναι απαραίτητο να αγωνιστούμε γι’ αυτό. Μια ζωντανή εκστρατεία είναι απαραίτητη, που θα περιλαμβάνει τακτική δουλειά στους χώρους εργασίας, στις γειτονιές, στα πανεπιστήμια, σε όλους τους χώρους όπου η εργατική τάξη είναι παρούσα. 

Ταυτόχρονα, είναι επίσης απαραίτητο να είμαστε προετοιμασμένοι για τον κίνδυνο απογοήτευσης αν δεν επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Ένα μειονέκτημα για το TİP σε αυτές τις εκλογές είναι το γεγονός ότι θα αποτελούν ουσιαστικά ένα δημοψήφισμα για το καθεστώς Ερντογάν. Θα υπάρχει ανησυχία στον πληθυσμό ότι μπορεί να υπάρξει διάσπαση της ψήφου, δηλαδή θα υπάρξει μαζική πόλωση που θα συμπιέσει τα μικρότερα κόμματα. Επιπλέον, ο πρόσφατα ψηφισθείς νέος εκλογικός νόμος φέρνει τα μικρά κόμματα σε ακόμη πιο μειονεκτική θέση.

Έχουμε ήδη εισέλθει σε μια νέα εποχή στην Τουρκία, ανεξάρτητα από το αν το καθεστώς θα καταψηφιστεί ή όχι. Σε περίπτωση ήττας του καθεστώτος, θα έχουμε μια σημαντική καμπή σε αυτή τη νέα κατάσταση με μεγάλες ευκαιρίες για την Αριστερά και τις σοσιαλιστικές ιδέες. Μια μεταβατική κυβέρνηση θα σχηματιστεί πιθανότατα από τα καθιερωμένα αστικά κόμματα της αντιπολίτευσης, η οποία θα κυβερνήσει για μια διετή μεταβατική περίοδο. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια κατάσταση στην οποία το αριστερό μέτωπο του HDP, του TİP και άλλων αριστερών κομμάτων θα γίνει μια μαζική αριστερή αντιπολίτευση στη χώρα. Ακόμη και αν στη νέα ατμόσφαιρα πολιτικής «σταθερότητας» δούμε μια κάποια εισροή φρέσκου χρήματος στη χώρα, η νέα κυβέρνηση δεν θα μπορέσει να βγάλει την χώρα από την κρίση, ούτε θα μπορέσει να εκπληρώσει τα υποσχόμενα δημοκρατικά και κοινωνικά δικαιώματα. 

Παρόλο που υπήρξαν μεμονωμένοι αγώνες των εργαζομένων στην Τουρκία τα τελευταία επτά χρόνια ενάντια στις απολύσεις, τους χαμηλούς μισθούς, την επισφάλεια και το κόστος ζωής, ο αγώνας της εργατικής τάξης έχει σε μεγάλο βαθμό υποχωρήσει λόγω της σχεδόν πλήρους κατάργησης των δημοκρατικών δικαιωμάτων από την κυβέρνηση και της εγκαθίδρυσης ενός καθεστώτος μαζικής καταστολής. Δεδομένου ότι ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας αισθάνεται σίγουρο ότι το καθεστώς Ερντογάν θα τελειώσει με τις επόμενες εκλογές, δεν αναμένονται έντονοι ταξικοί αγώνες την άμεση περίοδο, αν και πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σε απότομες αλλαγές λόγω της παγκόσμιας κρίσης που αναπτύσσεται. Σε κάθε περίπτωση, είναι πολύ πιθανό ότι η σημερινή χαμηλή δραστηριότητα της ταξικής πάλης θα αλλάξει σύντομα, ιδιαίτερα σε περίπτωση πτώσης του καθεστώτος και ότι θα υπάρξουν μεγάλοι εργατικοί αγώνες, ειδικά σε ένα περιβάλλον παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και μιας προσπάθειας της νέας κυβέρνησης υπό την ηγεσία του CHP να εφαρμόσει πολιτικές λιτότητας.

Η ανάπτυξη του TİP έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις για την ενότητα της Αριστεράς. Όχι μόνο γι’ αυτόν το λόγο, το ÖDP μετονομάστηκε σε SOL, προκειμένου να κάνει μια νέα αρχή με στόχο να γίνει ένα μαζικό κόμμα. Το ίδιο ισχύει και για την προσπάθεια δημιουργίας ενός νέου αριστερού μετώπου με πρωτοβουλία του TKP και του SOL. Η εδραίωση του TİP μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω τέτοιες νέες διεργασίες στην Αριστερά και μπορεί να έχει αντίκτυπο διεθνώς. Η εξέλιξη του TİP προς την κατεύθυνση της μετατροπής του σε μαζικό κόμμα θα μετακινήσει επίσης το HDP προς τα αριστερά. 

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις προοπτικές, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι νέες ακροδεξιές δυνάμεις αναδύονται στη χώρα, ιδίως με βάση τις αντιπροσφυγικές απόψεις, μπορεί κανείς να αντιληφθεί τις μεγάλες ευθύνες που βαρύνουν τις πλάτες του TİP και όλων των σοσιαλιστικών δυνάμεων. 

Υπάρχουν οι απαραίτητες αντικειμενικές προϋποθέσεις για να γίνει το TİP ένα μαζικό σοσιαλιστικό κόμμα. Η κύρια δυσκολία επί του παρόντος βρίσκεται στους υποκειμενικούς παράγοντες και κανένας επαναστάτης μαρξιστής που αναγνωρίζει την κρίσιμη σημασία ενός μαζικού σοσιαλιστικού κόμματος στον αγώνα της εργατικής τάξης δεν μπορεί να μείνει αδιάφορος στην ανάπτυξη του TİP, παρά τις υπάρχουσες δυσκολίες και επιπλοκές. 

Το TİP δεν είναι κάτι στατικό, αλλά είναι ένα κόμμα σε μια διαδικασία δημιουργίας. Θα περάσει από πολλές ακόμα φάσεις και βρίσκεται ήδη σε μια φάση μετάβασης σε ένα επόμενο στάδιο. Η επιτυχία ή η αποτυχία αυτής της μετάβασης θα αποτελέσει σημείο καμπής για την εργατική τάξη. Αν το TIP πετύχει αυτόν τον στόχο, μπορεί να εμπνεύσει την εργατική τάξη και τους φτωχούς αγρότες σε ολόκληρη την περιοχή και διεθνώς να δημιουργήσουν παρόμοια μαζικά σοσιαλιστικά κόμματα.

7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,107ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
406ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής