Τελικά η χούντα τελείωσε το 73;

Του Γιάννη Πιστιόλη

«Ψωμί, παιδεία, ελευθερία, η χούντα δεν τελείωσε το ‘73» ήταν ένα από τα βασικά συνθήματα του κινήματος των Αγανακτισμένων. Στην Ελλάδα του Μνημονίου, έχει αναπτυχθεί ευρέως η άποψη ότι σήμερα έχουμε μια χούντα ή ένα είδος δημοκρατίας το οποίο εκτρέπεται σε πολλές περιπτώσεις σε χουντικές πρακτικές. Η αντίληψη αυτή πηγάζει από την κατάσταση την οποία βιώνει η ελληνική κοινωνία τα τελευταία 4 χρόνια όπου υπάρχει μια διαρκής επιδείνωση όσον αφορά τα ατομικά και δημοκρατικά δικαιώματα. Είναι ξεκάθαρο ότι υπάρχει σοβαρό έλλειμμα δημοκρατίας, τουλάχιστον όπως αυτή υπήρχε στις αναπτυγμένες χώρες του κόσμου προ κρίσης.

Το Μνημόνιο, η βασική πολιτική και οικονομική επιδίωξη του ελληνικού και ευρωπαϊκού κεφαλαίου, παραβιάζει πολλά βασικά άρθρα του Συντάγματος. Παραδίδει την «εθνική κυριαρχία», όπως αυτή ορίζεται από το Σύνταγμα, σε ένα υπερεθνικό οργανισμό ενώ σε πολλές περιπτώσεις η Βουλή πλέον έχει ένα καθαρά διακοσμητικό ρόλο και οι «δύσκολες» διατάξεις περνάνε με προεδρικά διατάγματα.

Από την άλλη υπάρχει μια μεγάλη ένταση της καταστολής, με βεβαιωμένες παρακολουθήσεις τηλεφώνων και άλλων προσωπικών δεδομένων από την ΕΥΠ σε αγωνιστές και στελέχη του κινήματος. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του κινήματος της Χαλκιδικής όπου σχεδόν όλος ο κατασταλτικός μηχανισμός, από τα ΜΑΤ μέχρι την ΕΥΠ και την Αντιτρομοκρατική έχουν πέσει πάνω στους κατοίκους με παράνομες συλλήψεις και ντου στα σπίτια τους τα χαράματα, με στημένα κατηγορητήρια copy-paste και με εκφοβιστικές πρακτικές. Η καταγραφή των συνομιλιών είναι συνεχής, στο σημείο που να υπάρχει στο κατηγορητήριο συζήτηση μεταξύ των κατοίκων για «πίτσες και μπύρες».

Στο ίδιο μήκος κύματος καλλιεργείται ένα κλίμα που στόχο έχει το κίνημα και τους αγώνες του. Η «θεωρία των δυο άκρων» προσπαθεί να ταυτίσει την Αριστερά με τους εγκληματίες της Χρυσής Αυγής περνώντας το μήνυμα ότι όποιος αγωνίζεται θα τιμωρείται. Την ίδια στιγμή μια σειρά από σκάνδαλα πολιτικών και οικονομικών παραγόντων περνάν στα ψιλά των ΜΜΕ και κυριαρχεί η ατιμωρησία, μέσω νόμων όπως αυτός περί «μη ευθύνης» υπουργών για εμπλοκή τους σε σκάνδαλα (π.χ. υπόθεση Proton Bank και εμπλοκή Βενιζέλου) ή το σκάνδαλο της λίστας Lagarde. Τα μεγάλα ΜΜΕ είναι απολύτως φιλικά προς την κυβέρνηση, όχι μέσω κάποιας λογοκρισίας, αλλά γιατί ανήκουν στο κεφάλαιο – και τα συμφέροντα του κεφαλαίου εξυπηρετούνται από την κυβέρνηση.

Το δικαίωμα στην απεργία είναι πλέον στην προαίρεση της εκάστοτε κυβέρνησης μιας και όποτε θέλει κηρύσσει τις απεργίες «παράνομες και καταχρηστικές» μέσα από τα δικαστήρια, είτε επιστρατεύει τους εργαζομένους όπως έκανε στους εκπαιδευτικούς και τους εργαζομένους στο Μετρό. Για να μην μιλήσουμε για τον τρόπο χειρισμού των μαζικών συγκεντρώσεων από την αστυνομία, που τις πνίγει κάθε φορά στα δακρυγόνα και στο ξύλο (κάτι για το οποίο έχει βγάλει καταδικαστική απόφαση ακόμα και η Διεθνής Αμνηστία).

Ταυτόχρονα έχουμε την «ιδιαίτερη μεταχείριση» συγκεκριμένων ομάδων (στρατόπεδα συγκέντρωσης για μετανάστες, διαπόμπευση οροθετικών, βασανισμοί αντιφασιστών στη ΓΑΔΑ, καταδίκες ατόμων που ανήκουν στον «αντιεξουσιαστικό» χώρο, ακόμα και χωρίς αποδεικτικά, κτλ).

Με βάση όλα αυτά υπάρχει ένα κομμάτι της κοινωνίας που αναρωτιέται: τι άλλο χρειάζεται να γίνει για να χαρακτηρίσουμε αυτό το καθεστώς χούντα;

Γιατί κάνουμε αυτή την κουβέντα;

Προφανώς και η συζήτηση αυτή δεν είναι φιλολογική ούτε δευτερεύουσας σημασίας. Η κατανόηση του πολιτικού συστήματος, του χαρακτήρα αλλά και του τρόπου που λειτουργεί είναι μεγάλης σημασίας. Γιατί από τη ανάλυση της πολιτικής κατάστασης προκύπτουν τα συμπεράσματα, τα αιτήματα και οι προτάσεις μας προς το κίνημα και σε τελική ανάλυση όλος ο χαρακτήρας του αγώνα για την αλλαγή της κατάστασης.

Για παράδειγμα, διαφορετική δράση αναπτύσσει το κίνημα σε συνθήκες παρανομίας ή συνθήκες κατοχής από στρατό ξένου κράτους, και άλλες όταν μπορεί ανοιχτά να διαδηλώσει, κτλ. Μια λάθος ανάγνωση μπορεί να αποβεί μοιραία. Έτσι πχ θα ήταν τελείως λάθος σε μια αστική δημοκρατία (πχ Αγγλία) να έβγαινε στα βουνά μια ένοπλη ομάδα με το σκεπτικό να ανατρέψει με αυτόν τον τρόπο το καθεστώς. Όπως αντίστοιχα αυτοκτονικό θα ήταν μια χαλαρή μη περιφρουρημένη διαδήλωση σε ένα δικτατορικό καθεστώς.

Σε μια αντιστοιχία θα μπορούσαμε να πούμε ότι το να μην κάνουμε σωστή διάγνωση του καθεστώτος είναι σαν ένας γιατρός να μην μπορεί να διαγνώσει την διαφορά μιας επιφανειακής μαχαιριάς από ένα βαθύ τραύμα που επηρεάζει ζωτικά όργανα. Η θεραπεία που θα προτείνει εξαρτάται από αυτή τη διάγνωση.

Το να καταλάβουμε λοιπόν τι καθεστώς έχουμε, μας βοηθάει να καταλάβουμε τι δράσεις χρειάζονται για να το αντιπαλέψουμε.

Στιγμές μιας Χούντας

Μπορεί το καθεστώς που υπάρχει αυτή τη στιγμή να μπορεί να χαρακτηριστεί σαν μια «δικτατορία της αγοράς» αλλά πρέπει να πούμε ότι έχει πολύ μεγάλες διαφορές από μια στρατιωτική χούντα. Για να γίνει πιο ξεκάθαρο αυτό θα πρέπει να ανατρέξουμε σε κάποια ιστορικά δεδομένα για να καταλάβουμε τι είναι μια Χούντα. Ας δούμε ποια ήταν η κατάσταση στην ελληνική δικτατορία του 1967- 1974.

Ένα από τα πράγματα που έκανε τις πρώτες στιγμές της εξουσίας της η Χούντα ήταν η σύλληψη όλων των στελεχών της Αριστεράς και των συνδικάτων σε όλη την Ελλάδα, με αποτέλεσμα χιλιάδες αγωνιστές να βρεθούν στην Γυάρο, στην Λέρο και σε άλλα ξερονήσια για «αναμόρφωση».

Έπειτα η Χούντα κήρυξε το στρατιωτικό νόμο και την απαγόρευση κυκλοφορίας μετά τη δύση του ήλιου. Η συνάθροιση άνω των 3 ατόμων θεωρούνταν παράνομη σε κάθε περίπτωση ενώ η παρακολούθηση των πολιτών ήταν καθημερινό φαινόμενο.

Οι διαδηλώσεις και οι συγκεντρώσεις τέθηκαν εκτός νόμου και πλέον η αστυνομία είχε το δικαίωμα να συλλαμβάνει όχι μόνο κάποιον που ήταν ενταγμένος στην Αριστερά αλλά και κάποιον που ήταν απλά αντίθετος στη Χούντα.

Τα γραφεία της ΕΔΑ, πολιτιστικών και άλλων συλλόγων έκλεισαν με επέμβαση της αστυνομίας και κατασχέθηκαν όλα τα υλικά που υπήρχαν μέσα σε αυτά.

Οι εκλογές κηρύχτηκαν παράνομες, η Βουλή έκλεισε και κάθε προσπάθεια για πραγματικό συνδικαλισμό ήταν πλέον παράνομη.

Η Αριστερά πλέον δεν μπορούσε να καλεί σε ανοιχτές συγκεντρώσεις και δράσεις και χρειαζόταν ένας παράνομος μηχανισμός, ο οποίος κινούνταν μυστικά και με συνωμοτικούς κανόνες σε πολλές περιπτώσεις. Οι δολοφονίες και οι βασανισμοί από τα όργανα του κράτους ήταν καθημερινό και μαζικό φαινόμενο. 

Η προληπτική λογοκρισία ήταν πλέον επίσημη λειτουργία του κράτους και οι επιτροπές λογοκρισίας είχαν θέσει το δημόσιο λόγο εξ’ ολοκλήρου κάτω από τη μέγγενη τους (και όχι μόνο τις εφημερίδες, γινόταν λογοκρισία ακόμα και στα προσωπικά γράμματα!). Ακόμα και έργα κλασσικών (Αριστοφάνης, Σοφοκλής και Σαίξπηρ) κρίνονται ακατάλληλα και περνούν στην παρανομία.

Μιλάμε πλέον για μια κοινωνία στην οποία κυριαρχεί ο φόβος και οποιοδήποτε δημοκρατικό και πολιτικό δικαίωμα δεν είναι απλά εν αμφιβόλω αλλά έχει καταργηθεί δια νόμου και οποιοσδήποτε δεν συμμορφωνόταν με αυτά δεν χρειαζόταν η παραμικρή επίφαση νομιμότητας για να διωχθεί. Η Χούντα κατάφερε ένα σκληρό χτύπημα στο κίνημα. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι το κίνημα χρειάστηκε κάποια χρόνια για να αρχίσει να κινείται μετά από αυτά τα χτυπήματα, και οι πρώτες δημόσιες αντιδράσεις στη Χούντα ήρθαν μετά το 1970-1971.

Τι είδους καθεστώς έχουμε σήμερα;

Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι το καθεστώς στο οποίο ζούμε δεν μπορεί να ταυτιστεί με μια Χούντα.  Τα πολιτικά κόμματα και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις μπορούν να λειτουργούν (το αν λειτουργούν σωστά είναι άλλο θέμα). Τα δημοκρατικά δικαιώματα, αν και σε πολλές περιπτώσεις αναιρούνται, δεν έχουν καταργηθεί πλήρως.

Στην ουσία μιλάμε για μια «αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία» στα πλαίσια της οποίας όμως έχουμε τον συστηματικό περιορισμό των δημοκρατικών δικαιωμάτων και την εντεινόμενη τάση για την καθιέρωση αυταρχικών μέτρων. Έχουμε μια πολιτική υποταγμένη στα συμφέροντα του διεθνούς κεφαλαίου στυγνή και άδικη για την πλειοψηφία της κοινωνίας, έχουμε όμως ακόμα την δυνατότητα να παλέψουμε ανοιχτά για να την ανατρέψουμε.

Εδώ θα πρέπει να πούμε πως ο καπιταλισμός δεν θα φτάσει εύκολα στην απόφαση να καταφύγει σε μια στρατιωτική δικτατορία. Ο καπιταλισμός χρειάζεται τη βιτρίνα της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, για να απαλύνει σε ένα βαθμό τις κοινωνικές αντιθέσεις, να πετά κι ένα ξεροκόμματο στο λαό, ή να κρατά ένα μανδύα νομιμότητας και να προλαβαίνει τις κοινωνικές εκρήξεις. Οι καπιταλιστές ξέρουν ότι αν δοκιμάσουν ένα ανοιχτό πραξικόπημα μπορεί να προκαλέσουν την αντίδραση του κινήματος και αυτό να τους γυρίσει μπούμερανγκ.

Τι κάνουμε σε περίπτωση επιβολής δικτατορίας;

Αυτό σημαίνει ότι αποκλείεται να έχουμε περαιτέρω εκτροπή με επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας ή φασιστικού καθεστώτος; Καθόλου.

Είναι σχεδόν σίγουρο πως όταν το κίνημα και η Αριστερά αποτελέσουν πραγματικό κίνδυνο για τα συμφέροντα του κεφαλαίου τότε το θέμα της δικτατορίας θα τεθεί στο τραπέζι. Αυτό έχει αποδειχτεί ιστορικά σε μια σειρά περιπτώσεις όπως η Ελλάδα του 1967 και η Χιλή του 1973. Σε μια τέτοια περίπτωση η Αριστερά πρέπει να δώσει σκληρές μάχες για την διατήρηση ακόμα και των πιο βασικών δημοκρατικών ελευθεριών.

Αν σήμερα αποδεχτούμε ότι «έχουμε χούντα» δεν βοηθάμε καθόλου την προετοιμασία για μια τέτοια κατάσταση. Αν ονομάζουμε όλα τα καθεστώτα «Χούντα» ή «φασιστικά» ουσιαστικά αποδυναμώνουμε την σοβαρότητα του όρου και συμβάλλουμε στον εφησυχασμό. Για παράδειγμα όταν αποκαλούνται ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος ή ο Σημίτης «φασίστες» ουσιαστικά υποτιμάται ο κίνδυνος και η σημασία του πραγματικού φασισμού.

Αυτή η λογική μειώνει τα αντανακλαστικά του κόσμου και έτσι μπορεί πιο εύκολα να αποδεχτεί μια ακόμη μεγαλύτερη εκτροπή του καθεστώτος, μια και η «Χούντα» είναι ούτως ή άλλως καθημερινότητα.

Τι πρέπει να κάνουμε;

Αυτή τη στιγμή το αστικό πολιτικό σύστημα είναι σε κρίση και η νομιμότητα είναι μια έννοια που «έχει ξεχειλωθεί». Ωστόσο πρέπει να γίνει κατανοητό ότι το παιχνίδι ακόμα παίζεται και δεν έχουμε φτάσει στο «τέλος του δρόμου», με την επιβολή μιας σκληρής δικτατορίας. Έχουμε ακόμα στα χέρια μας κάποια από τα όπλα που κερδήθηκαν με αγώνες τις προηγούμενες δεκαετίας. Πρέπει να εκτιμήσουμε την σημασία αυτών των όπλων, να τα χρησιμοποιήσουμε ώστε να αποτρέψουμε την παραπέρα κατρακύλα, και να ανοίξουμε το δρόμο για την ανατροπή αυτής της κατάστασης.

Η σωστή τοποθέτηση και ανάλυση απέναντι στα γεγονότα είναι ένα από τα σημαντικότερα καθήκοντα της Αριστεράς γιατί μόνο έτσι μπορεί να βγουν σωστές προοπτικές και προτάσεις απέναντι στο εργατικό κίνημα και την κοινωνία. Πρέπει να κάνουμε αυτή την κουβέντα και να ξεδιαλύνουμε τις παραλείψεις και τα πιθανά σφάλματα στην κατανόηση αυτής της κατάστασης. Μόνο έτσι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την ύπαρξη ενός επεξεργασμένου σχεδίου αγώνα που θα μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο για την κυβέρνηση και τις πολιτικές της και να θέσει καθαρά το επαναστατικό πρόγραμμα της σοσιαλιστικής εξουσίας.

7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,108ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
404ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής