Σ. Σεφεριάδης: Οι νέες μορφές της Ακροδεξιάς και τα καθήκοντα του Αντιφασιστικού Κινήματος

Διαβάστε παρακάτω την εισήγηση του σ. Σεραφείμ Ι. Σεφεριάδη (καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο) στην εκδήλωση της καμπάνιας «Δεν είναι Αθώοι» και του Αντιφασιστικού Συντονισμού Αθήνας-Πειραιά, που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 2 Οκτώβρη.

Καλησπερίζω κι εγώ με τη σειρά μου σε αυτήν τη σημαντική συνάντηση του Αντιφασιστικού Συντονισμού ‒μιας πρωτοβουλίας, θα έλεγα υποδειγματικής ως προς πνεύμα που διέπει την οργάνωσή της, αλλά και τόσο αποτελεσματικής, ιδιαίτερα αν αναλογιστούμε το ρόλο που διαδραμάτισε στην εκστρατεία του «Δεν είναι Αθώοι ‒ Οι Ναζί στη Φυλακή»: η εκστρατεία αυτή, όλοι ξέρουμε, υπήρξε καθοριστική στην ενεργοποίηση και την κινητοποίηση του αντιφασιστικού κινήματος πανελλαδικά ‒το γεγονός που, ας μην έχουμε την παραμικρή αμφιβολία, ήταν αυτή που οδήγησε στην καταδίκη τη Χρυσής Αυγής πριν ένα χρόνο.

Η συνειδητοποίηση αυτής της πραγματικότητας είναι αφ’ εαυτού της εξαιρετικά σημαντική, αφήνει κρίσιμες παρακαταθήκες, και προδιαγράφει καθήκοντα για όλες και όλους στη δύσκολη περίοδο που διανύουμε.

Θέλω με την τοποθέτησή μου να αναδείξω κάποιες από αυτές τις όψεις: (α) να κάνω μια σύντομη ανασκόπηση του ίδιου του γεγονότος της καταδίκης και του καθοριστικού ρόλου του αντιφασιστικού κινήματος, (β) να αναφερθώ στη σημερινή συγκυρία (που ήδη έχω χαρακτηρίσει «δύσκολη»), και τέλος (γ) να καταθέσω μερικούς προβληματισμούς αναφορικά με τις δράσεις που απαιτούνται το επόμενο διάστημα, ένα διάστημα ιδιαίτερα κρίσιμο.

Ι

Ξέρουμε όλοι καλά, όμως ‒όχι μόνο δε βλάπτει αλλά και‒ απαιτείται (ειδικά σήμερα) να υπενθυμίζουμε διαρκώς στους εαυτούς μας ότι η καταδίκη της ΧΑ δεν έπεσε από έναν καθαρό ουρανό «αστικής δικαιοσύνης», κάποια ιδιαίτερη εισαγγελική έρευνα, ή τις πρόνοιες κάποιας εύρυθμής πολιτειακής λειτουργίας. Είναι πέρα από κάθε αμφιβολία  ότι οι κυρίαρχοι και το κράτος και γνώριζαν για την παρουσία και τις εγκληματικές δράσεις της ΧΑ και τους παρείχαν επιλεκτική (ή όχι και τόσο επιλεκτική) στήριξη και κάλυψη για πάνω από δυο δεκαετίες (και ας θυμηθούμε εδώ προς στιγμήν τις διαβόητες 32 δικογραφίες στα «συρτάρια του Δένδια»). 

Όμως ουδεμία έκπληξη εδώ, διότι αυτή είναι η ιστορία του φασισμού, μια ιστορία που ο καταιγισμός της κοινής γνώμης με δευτερεύουσες λεπτομέρειες και σκόπιμες παραποιήσεις όχι μόνο δεν την αναδεικνύει, αλλά και τείνει να τη συσκοτίσει. Κι η ιστορία αυτή είναι απλή και πρέπει απλά να την αφηγούμαστε: κάτι τέτοιο όχι μόνο «απλοϊκό» δεν θα ήταν (όπως συχνά λέγεται), αλλά και αποτελεί βασική προϋπόθεση της επιστημονικής μεθόδου που σε αυτό κυρίως στοχεύει: στην ιεράρχηση των αιτιωδών παραγόντων ενός φαινομένου, έτσι ώστε να προκύπτει με σαφήνεια τι είναι μείζον και πρωτεύον και τι επουσιώδες και δευτερεύον.

Για την περίπτωση του φασισμού (τόσο για τη φύση του όσο και για τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους αναδύεται), η ιστορική εμπειρία κυριολεκτικά κραυγάζει: ο φασισμός αποτελεί την τελευταία εναλλακτική του συστήματος ‒αυτό που οι κυρίαρχοι επιστρατεύουν όταν οι άλλες, οι συνηθισμένες μέθοδοι επιβολής που έχουν στη διάθεσή τους δε μπορούν πια να επιτελέσουν τη λειτουργία τους. 

Από τη συνειδητοποίηση αυτή, ήδη απορρέει, βέβαια, ένα κρίσιμο συμπέρασμα που καλά θα κάνουμε και αυτό να το κρατήσουμε κατά νου: ότι ο φασισμός πάντα θα μας απειλεί όσο υπάρχει καπιταλισμός ‒ένα σύστημα ανορθολογικό που κάθε τόσο συνταράσσεται από βαθιές οργανικές κρίσεις που συντρίβουν και περιθωριοποιούν ανθρώπους, προκαλώντας οργή αλλά και απελπισία.

Λέμε συχνά ‒και πολύ σωστά‒ ότι η ταξική πάλη και οι ιδέες του σοσιαλισμού δεν πρόκειται ποτέ να εκλείψουν διότι τις γεννούν και τις ενισχύουν τα αδιέξοδα του συστήματος… Όμως αυτά τα ίδια αδιέξοδα γεννούν και τη βίαιη αντίδραση των κυρίαρχων ‒που, αισθανόμενοι πως το σύστημά τους απειλείται (ότι σε συνθήκες κρίσης μπορεί ανά πάσα στιγμή να απειληθεί), σπεύδουν να ενισχύσουν το φασισμό για να συντρίψουν τις αντιστάσεις. 

Είναι μια ιδιαίτερα ύπουλη στρατηγική καθώς προσποιείται έναν λόγο αντισυστημικό, που τον διασπείρει πατώντας ακριβώς πάνω σ’ αυτό το υπόστρωμα της οργής και της απελπισίας, επιλέγοντας εξιλαστήρια θύματα: πότε τους εβραίους, πότε τους μετανάστες, πότε τους ομοφυλόφιλους και ούτω καθεξής. 

Η πάλη ενάντια στο φασισμό είναι λοιπόν μια διαρκής πάλη ‒μια πάλη που πάντα πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας και για την οποία πρέπει πάντα να προετοιμαζόμαστε. Όμως στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω… 

Αυτό που εδώ θέλω κυρίως να υπενθυμίσω ‒και να τονίσω‒ είναι ότι την καταδίκη της ΧΑ (τόσο τη σύλληψη των στελεχών της όσο και την απόφαση της δίκης) την προκάλεσε το αντιφασιστικό κίνημα. Το ξέρουμε όλες και όλοι ‒και ας θυμηθούμε για μια στιγμή την ατμόσφαιρα που επικρατούσε την επαύριο εκείνης της κατάπτυστης, πρακτικά αθωωτικής πρότασης που είχε καταθέσει η εισαγγελέας Οικονόμου, και ας θυμηθούμε πώς το κλίμα μεταστράφηκε μετά την εκστρατεία «Δεν είναι Αθώοι ‒Οι Ναζί στη Φυλακή» που ξεκίνησε από πρωτοβουλία του Αντιφασιστικού Συντονισμού. 

Κι έχουμε νομίζω εδώ ένα δεύτερο συμπέρασμα ‒εξίσου πολύτιμο με το πρώτο: ότι το λαϊκό κίνημα με τις δράσεις του στο δρόμο, στους τόπους εργασίας και στις γειτονιές, με ξεκάθαρους στόχους και προοπτική, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί. Είναι ικανό να συντρίψει το φασισμό και είναι βέβαια ικανό να συντρίψει και τις αιτίες που τον γεννάνε. Η διαπίστωση αυτή με πάει στο δεύτερο μέρος όσων θέλω να πω, που αφορούν τη σημερινή συγκυρία…

ΙΙ

Το δεύτερο αυτό μέρος απορρέει ευθέως από το πρώτο. Όσο υπάρχει ο καπιταλισμός της καταστροφής, όσο η κερδοσκοπία, οι ανισότητες, και ο λειτουργικός ανορθολογισμός θα καθορίζουν τις ζωές μας, τόσο οι εστίες του φασισμού θα εξακολουθούν να υπάρχουν και κατά περίπτωση να εντείνονται ‒ακριβώς για τους λόγους που ανέφερα πριν: την οργή και την απελπισία που πάνω της ποντάρει το αντιδραστικό μήνυμα για να ριζώσει και να εξαπλωθεί. 

Στα γνωστά μοτίβα του παρελθόντος (του τύπου φταίνε οι μετανάστες, φταίνε οι ομοφυλόφιλοι κτλ.) έρχεται μάλιστα σήμερα προστεθεί και η αντιεμβολιαστική συνωμοσιολογία. Δε θέλω να ανοίξω το θέμα (μια επισταμένη διερεύνησή του θα ξεστράτιζε τη συζήτησή μας), δε μπορώ όμως να μην επισημάνω την καιροσκοπική διαχείριση εύλογων λαϊκών φόβων που επιχειρούν οι γνωστοί παράγοντες του ακροδεξιού τόξου που ‒και εδώ ας μην έχουμε την παραμικρή αμφιβολία‒ επικοινωνούν και υποθάλπουν τα υπολείμματα της ΧΑ. 

Σε κάθε περίπτωση, η πραγματικότητα της ακροδεξιάς απειλής (κατ’ επέκταση και του φασισμού) είναι εδώ: η καταδίκη της ΧΑ δεν έκλεισε τον κύκλο του φασισμού, θα ήταν τεράστιο λάθος αν το πιστεύαμε και αδρανούσαμε. Το μαρτυρά

  • ο μεγάλος αριθμός των υφιστάμενων ομαδοποιήσεων (με την εμφάνιση νέων οργανώσεων ή την αναζωπύρωση παλαιότερων)
  • οι πρόσφατες επιθέσεις στη Σταυρούπολη (που, συν τοις άλλοις, αντανακλούν και την παρουσία ενός επικίνδυνου νέου θύλακα τύπου Αγίου Παντελεήμονα στη Δυτική Θεσσαλονίκη), 

το μαρτυρά όμως και 

  • η θεσμική αποκατάσταση του ακροδεξιού μηνύματος στον πυρήνα του κράτους σε συνδυασμό βέβαια με την αναπαραγωγή του από τα κυρίαρχα ΜΜΕ (και είδαμε ποιες υπήρξαν οι επίσημες αντιδράσεις μετά τα γεγονότα της Σταυρούπολης: ξανά η ανόητη θεωρία των «δυο άκρων», ξανά η επιλεκτική κάλυψη, ξανά ο ένοχος αγνωστικισμός ‒σαν και να μην υπήρξε ποτέ η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, σαν να μην είχε ποτέ καταδικαστεί η ΧΑ). 

Και δεν επεκτείνομαι, ξέρουμε όλες και όλοι σε τι αναφέρομαι…

Αυτό που έχει σημασία είναι να επιμείνουμε λίγο στον κεντρικό αιτιώδη μηχανισμό του φαινομένου που, όπως και πριν έλεγα, πρέπει να τον κατανοήσουμε ως προς τα κεντρικά (τα ουσιώδη) χαρακτηριστικά του, πέρα από λεπτομέρειες που απειλούν να στρέψουν την προσοχή μας μακριά από ό,τι είναι πραγματικά κρίσιμο.

Να επαναλάβω λοιπόν ότι ο πρώτος βασικός παράγοντας που εξηγεί τη δυνάμει μαζική απεύθυνση που μπορεί να προσλάβει ο φασιστικός λόγος είναι τα ίδια τα εντεινόμενα καπιταλιστικά αδιέξοδα που ωθούν τους ανθρώπους σε εναγώνιες αναζητήσεις διεξόδου του είδους εκείνου που ψευδώς, αλλά με τυμπανοκρουσίες και ‒κρυφή ή φανερή‒ επίσημη κάλυψη, διατείνεται πως προσφέρει ο φασισμός.

Όμως αυτός ο παράγοντας δεν είναι ο μόνος, ίσως να μην είναι και ο πλέον κρίσιμος. Διότι, πριν και πάνω απ’ όλα, ο φασισμός έρχεται και διαδίδεται για να καλύψει ένα πολιτικό κενό, δίνοντας μια κίβδηλη απάντηση εξαπάτησης, σε προβλήματα που είναι πραγματικά. Κι αυτό που θέλω εδώ να πω είναι πως μεγάλος αριθμός ανθρώπων που στρέφονται προς αυτόν δεν το κάνουν διότι έχουν το φασισμό εγγεγραμμένο στα γονίδιά τους, ή διότι εμφορούνται από αυτόν πολιτισμικά, λόγω της της κουλτούρας τους (όπως συχνά υποστηρίζεται). Ναι, ιδεολογικοί φασίστες υπάρχουν…προφανώς ‒και αυτούς το αντιφασιστικό κίνημα πρέπει να τους τσακίσει, ο αγώνας εναντίον τους οφείλει να είναι διαρκής και ασυμφιλίωτος. Όμως η δυνάμει επιρροή τους, οι περισσότεροι άνθρωποι που ακούν ‒στην αρχή αδιάφορα, στη συνέχεια με συμπάθεια‒ το λόγο τους, το κάνουν διότι δε βλέπουν μαζική μαχητική εναλλακτική από την Αριστερά (είναι και αυτό κάτι που η ιστορική εμπειρία του Μεσοπολέμου αδιάψευστα επιβεβαιώνει): είτε γιατί η Αριστερά (αυτό που γίνεται αντιληπτό ως Αριστερά) τους γύρισε την πλάτη και τους πρόσδωσε, είτε γιατί είναι αυτό που λέμε «λίγη» ‒είναι φλύαρη, ομφαλοσκόπα, αναποτελεσματική‒ ανίκανη να εξηγήσει συνοπτικά και συνεκτικά τα συστημικά αδιέξοδα, ανίκανη να προσδιορίσει το στόχο του σοσιαλισμού ως ενδυνάμωση των απλών ανθρώπων ως διεύρυνση της δημοκρατίας στη σφαίρα της παραγωγής: έτσι ώστε το τι, το πώς, και το πού θα παραχθεί κάτι καθώς επίσης (και κυρίως) το τι θα γίνει με τα κέρδη να μην αποτελεί προνόμιο της χυδαίας ολιγαρχίας αυτών που ανταγωνίζονται για το ποιος θα πετάξει πιο γρήγορα στο διάστημα, αλλά θα είναι υπόθεση της ίδιας της κοινωνίας.

Έλεγα προηγουμένως ότι το φαινόμενο του φασισμού μας καλεί σε μια διαρκή σύγκρουση. Καθώς ζούμε και βιώνουμε καθημερινά το συστημικό αδιέξοδο, τις ανισότητες, τη διαφθορά, τον ανορθολογικό τραγέλαφο του επαρμένου πολιτικού συστήματος, καλούμαστε αυτήν την προοπτική να αναδείξουμε και να εκθέσουμε για να αντιμετωπίσουμε το φασισμό. 

Και αίσθησή μου είναι πως, όσο περνά ο καιρός και εντείνονται τα αδιέξοδα, διόλου δεν πρόκειται γι’ αυτό που λέμε‒ μια… «απώτερη μάχη» ‒μια μάχη που δήθεν θα δώσουμε σε στάδια, αφού πρώτα ξεμπερδέψουμε με το φασισμό. Θεωρώ, αντίθετα, πως η ανάδειξη της πραγματικά αντισυστημικής, της ορθολογικής εναλλακτικής αποτελεί προϋπόθεση ‒αναγκαία συνθήκη‒ για να επιτύχουμε στον αντιφασιστικό αγώνα. 

ΙΙΙ

Έχω ήδη όμως μεταφερθεί στο τρίτο και τελευταίο τμήμα της τοποθέτησής μου, στη διερεύνηση των καθηκόντων που απορρέουν από αυτές τις σκέψεις. Μπορώ νομίζω να είμαι συνοπτικός ‒όχι μόνο για να μη μακρηγορήσω, αλλά και διότι αυτό που θέλω να πω είναι αρκετά προφανές. 

Έχει δυο σκέλη: το πρώτο, που αφορά το προγραμματικό πολιτικό περιεχόμενο του αντιφασιστικού αγώνα το έχω ήδη θίξει, άρα επιγραμματικά θα επαναλάβω το συμπέρασμα ως αφορισμό: ότι για να είναι αποτελεσματική η αντιφασιστική πάλη, οφείλει να επεξεργάζεται διαρκώς ό,τι μόλις αποκάλεσα απλή και συνεκτική ανάδειξη της πραγματικής εναλλακτικής: της εναλλακτικής που δίνει πειστικές απαντήσεις στα συστημικά αδιέξοδα, της εναλλακτικής που όχι μόνο καταρρακώνει το δόγμα ΤΙΝΑ (ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον καπιταλισμό), αλλά και το αντιστρέφει ‒αναδεικνύοντας πως η μόνη εφικτή απάντηση στα αδιέξοδα που βιώνουμε είναι η υπέρβαση του συστήματος

Υπάρχει όμως και το ακανθώδες δεύτερο σκέλος: αυτό της οργάνωσης. Και εδώ η εμπειρία του Αντιφασιστικού Συντονισμού είναι νομίζω πολύτιμη (και κάτι περισσότερο, είναι ‒όπως είπα στην αρχή‒ υποδειγματική). Τα στοιχεία της είναι απλά, δεν είναι κάτι ακατάληπτο ή δύσκολο. Είναι η δημοκρατική εσωτερική λειτουργία (όχι ως απλό σύνθημα, αλλά ως καλά επεξεργασμένη πρακτική), είναι η συντροφικότητα, η πεποίθηση ότι κανείς δεν είναι αλάθητος και πως όλοι έχουμε να συμβάλλουμε, είναι η κατανόηση του μεγέθους και της σημασίας των καθηκόντων από την οποία απορρέει και η ανάγκη για ενότητα. Και για το θέμα αυτό θα ήθελα να παρακαλέσω τα μέλη του Συντονισμού (τους διοργανωτές της αποψινής μας συνάντησης) να αναφερθούν στην εμπειρία τους, αλλά και να την επεξεργαστούν και να τη διαδώσουν όσο πλατύτερα γίνεται.

Σε αυτήν υπάρχει βέβαια και κάτι που, αν και σπάνια επισημαίνεται στις συνήθεις πολιτικολογίες μας, είναι εξαιρετικά σημαντικό που ‒όπως κάθε τι σημαντικό‒ μπορεί κι αυτό να ειπωθεί απλά. Μια λέξη εδώ: η λέξη σοβαρότητα. Δύσκολα την ορίζουμε, όλοι όμως ξέρουμε τη σημασία της. Και η σημασία αυτή αποκτά ιδιαίτερο νόημα στο πλαίσιο των μεγάλων προσπαθειών που γίνονται στις μέρες μας για την ανασυγκρότηση της Αριστεράς. Θα έλεγα απλώς πως δεν μπορεί κάτι τέτοιο, κάτι τόσο σημαντικό και τόσο μεγάλο, να αποτελεί ευκαιριακό εγχείρημα κάποιας μικρής ή μεγαλύτερης ομάδας χωρίς την αγωνία της επικοινωνίας με τον υπόλοιπο χώρο που αναζητά παρόμοιες απαντήσεις στο ίδιο ερώτημα. 

Είναι κι αυτό μια μεγάλη και κρίσιμη συζήτηση που δεν είναι βέβαια δυνατόν να κάνουμε τώρα, αλλά που στη διεξαγωγή της έχει κατά τη γνώμη πάρα πολλά να εισφέρει η εμπειρία του Συντονισμού. Άρα οι προσδοκίες μας επεκτείνονται και σε αυτόν τον τομέα.

Τέλος…κάτι πραγματικά καταληκτικό. Είπα ή υπαινίχθηκα αρκετές φορές πως ο φασισμός είναι μια διαρκής απειλή, κάτι που δεν εξέλειψε. Όμως από αυτό σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να βγει ένα συμπέρασμα μεμψίμοιρο ή ηττοπαθές. Το αντιφασιστικό κίνημα στην Ελλάδα πέτυχε τεράστιες νίκες, χωρίς μεγάλους πόρους και ενάντια σε φαινομενικά πολύ ισχυρούς αντιπάλους. Κάτι μας λέει αυτό, κι αυτό που μας λέει, μόνο αισιόδοξους μπορεί να μας κάνει. Δεν έχουμε παρά να θυμηθούμε τη συγκέντρωση έξω από το Εφετείο ένα χρόνο πριν, καθώς και τη μαζικότητα της ενωτικής αντιφασιστικής συγκέντρωσης στη Σταυρούπολη που έσπασε το φόβο και μας εναπόκειται να την αξιοποιήσουμε.

Με ισόρροπη κατανόηση της ιστορίας του, της διαδρομής του και των τεράστιων αποθεμάτων της λαϊκής αγωνιστικότητας, το αντιφασιστικό κίνημα έχει λοιπόν κάθε δυνατότητα να αποτελέσει εφαλτήριο για τη συνολική ανασυγκρότηση και αναγέννηση της Αριστεράς καθ’ οδόν προς τη συστημική υπέρβαση. Πρόκειται βέβαια για μεγάλη, για ιστορική πρόκληση, για έναν πράγματι ιστορικό αγώνα που από την έκβασή του δεν είναι διόλου υπερβολή να πούμε πως θα κριθεί το μέλλον όλων μας…

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,088ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής