Δύο πρόσφατα στοιχεία σκιαγραφούν με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την κατάσταση που βιώνουν εκατομμύρια εργαζόμενοι στην Ελλάδα.
Από τη μία, έρευνα του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ δείχνει ότι περισσότεροι από 4 στους 10 εργαζόμενους δηλώνουν πως η εργασία τους έχει μικρή ή καμία σχέση με τις σπουδές και τα προσόντα τους. Από την άλλη, τα στοιχεία της Eurostat καταγράφουν ξανά την Ελλάδα στην πρώτη θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ώρες εργασίας ανά εβδομάδα.
Τα δύο αυτά στοιχεία δεν είναι άσχετα μεταξύ τους. Αντίθετα, αποκαλύπτουν μια βαθιά αντίφαση του ελληνικού καπιταλισμού. Οι εργαζόμενοι δουλεύουν περισσότερο από όλους τους Ευρωπαίους εργαζόμενους, ενώ ταυτόχρονα ένα τεράστιο μέρος των γνώσεων και των δεξιοτήτων τους μένει αναξιοποίητο.
Για χρόνια ακούμε από κυβερνήσεις, εργοδοτικές οργανώσεις και διάφορους «ειδικούς» ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η χαμηλή παραγωγικότητα ή οι ελλιπείς δεξιότητες των εργαζομένων. Ότι χρειάζεται περισσότερη κατάρτιση, μεγαλύτερη ευελιξία και προσαρμογή στις ανάγκες της αγοράς. Τα ίδια τα στοιχεία όμως διαψεύδουν αυτούς τους ισχυρισμούς.
Έχουμε εργαζόμενους που δουλεύουν πάρα πολύ και χιλιάδες νέους και νέες με πτυχία, μεταπτυχιακά και εξειδίκευση που καταλήγουν να εργάζονται σε αντικείμενα άσχετα με αυτά που σπούδασαν. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις αλλά για μια πραγματικότητα που χαρακτηρίζει ολόκληρη τη νέα γενιά εργαζομένων.
Το πρόβλημα επομένως δεν βρίσκεται στους ίδιους τους εργαζόμενους. Βρίσκεται στο παραγωγικό μοντέλο που έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα. Αντί για επενδύσεις στην έρευνα, στην τεχνολογία και σε θέσεις εργασίας υψηλής ειδίκευσης, οι κυβερνήσεις και οι μεγάλες επιχειρήσεις στηρίχθηκαν για δεκαετίες στη φθηνή εργασία, στους χαμηλούς μισθούς και στην εντατικοποίηση.
Γι’ αυτό και η απάντηση που δίνεται πάντα είναι περισσότερες ώρες εργασίας, περισσότερη «ευελιξία», λιγότερα δικαιώματα. Την ίδια στιγμή, οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι και το κόστος ζωής συνεχίζει να αυξάνεται.
Είναι ξεκάθαρο ότι ο ελληνικός καπιταλισμός σπαταλά ταυτόχρονα την εργασία και τη γνώση. Εξαντλεί τους εργαζόμενους με μεγάλα ωράρια και χαμηλές αμοιβές, ενώ παράλληλα αφήνει αναξιοποίητες τις δυνατότητες που η ίδια η κοινωνία έχει δημιουργήσει μέσα από την εκπαίδευση.
Τα στοιχεία της ΓΣΕΕ και της Eurostat δείχνουν ότι η συζήτηση δεν πρέπει να αφορά το πώς θα δουλεύουμε περισσότερο. Πρέπει να αφορά το πώς θα δουλεύουμε με ανθρώπινα ωράρια, με καλύτερους μισθούς, περισσότερα δικαιώματα και ουσιαστική αξιοποίηση των γνώσεων και των ικανοτήτων μας. Το πρόβλημα δεν είναι οι εργαζόμενοι, αλλά το σύστημα που οργανώνει την παραγωγή με κριτήριο το κέρδος και όχι τις ανάγκες της πλειοψηφίας.











