Οι ελλείψεις ειδών πρώτης ανάγκης και οι κινητοποιήσεις των εργαζομένων διεθνώς

Η κρίση στην παγκόσμια οικονομία, η οποία εξελίσσεται ήδη πριν από το 2020 και επιταχύνθηκε από την πανδημία Covid-19, φαίνεται τώρα να μπαίνει σε νέα φάση λόγω του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας, με δραματικές αυξήσεις στις τιμές των εμπορευμάτων. Παράλληλα, βλέπουμε τα πρώτα σημάδια ενός κύματος διαμαρτυριών εκατομμυρίων ανθρώπων διεθνώς λόγω της πείνας, της φτώχειας και της ανεργίας που έχουν επεκταθεί.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ), στην έκθεσή του τον Απρίλιο, άλλαξε προς τα κάτω την πρόβλεψή του για την αύξηση του παγκόσμιου εμπορίου για το 2022 από 4,7% σε 3%, ως αποτέλεσμα του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας και της επιστροφής των περιοριστικών μέτρων για την πανδημία στην Κίνα. Επιπλέον, η πρόβλεψη για την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη επαναξιολογήθηκε επίσης προς τα κάτω, από 4,2% σε 2,8%. Παράλληλα, σύμφωνα με το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ, η αμερικανική οικονομία συρρικνώθηκε το πρώτο τρίμηνο του έτους για πρώτη φορά από το 2020, κατά -1,4% σε ετήσια βάση.

Το Εθνικό Ινστιτούτο Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών (NIESR), με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, αναφέρει σε ανακοίνωσή του ότι: 

«η σύγκρουση στην Ουκρανία συνεπάγεται ότι το επίπεδο του παγκόσμιου ΑΕΠ μειώνεται κατά 0,5% το 2022 και σχεδόν κατά 1% έως το 2023, που σημαίνει μείωση του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά σχεδόν 1 τρισεκατομμύριο δολάρια. (Ο πόλεμος στην Ουκρανία) προσθέτει επίσης έως και 3% στον παγκόσμιο πληθωρισμό το 2022 και περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες το 2023, γεγονός που θα αυξήσει επίσης το κόστος ζωής και θα μπορούσε να ασκήσει περαιτέρω πιέσεις στην κατανάλωση προϊόντων από τα νοικοκυριά».

Κρίσιμες πρώτες ύλες για τη βιομηχανία

Με το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία οι τιμές των εμπορευμάτων αυξήθηκαν κατακόρυφα. 

Η τιμή του χαλκού έσπασε νέο ρεκόρ ξεπερνώντας τα 10 χιλιάδες δολάρια ανά τόνο στις 7 Μαρτίου, μια αύξηση 10% σε σχέση με τις 23 Φεβρουαρίου. Η τιμή του αλουμινίου ανά τόνο στο ίδιο χρονικό διάστημα αυξήθηκε κατά 20%, από 3.388 δολάρια σε 4.073 δολάρια.

H τιμή του παλλάδιου αυξήθηκε από 2.484 σε 3.120 δολάρια ανά ουγγιά, δηλαδή κατά 25,6%. Η τιμή του νικελίου, το οποίο έχει μεγάλη σημασία για τα ηλεκτρικά οχήματα και τη χαλυβουργία, αυξήθηκε κατά 88%, από 24.900 δολάρια σε 46.800 δολάρια ανά τόνο και έφτασε στο υψηλότερό του επίπεδο από τον Ιούνιο του 2007.

Η Ρωσία, η οποία αντιμετωπίζει αυστηρές κυρώσεις, κατέχει μερίδιο 35% στην παγκόσμια αγορά παλλαδίου (ως προσφορά) και 10% και 6% στις αγορές πλατίνας και  αλουμινίου, αντίστοιχα. Επιπλέον, ενώ έχει μερίδιο 4% στην παγκόσμια προσφορά ραφιναρισμένου χαλκού και στα ορυχεία χαλκού, καλύπτει επίσης το 5% της προσφοράς νικελίου. Τα έσοδα της χώρας από ακατέργαστα μέταλλα και μεταλλικά προϊόντα αποτελούν το 10,4% των συνολικών εξαγωγών της.

Το πρόβλημα στην προμήθεια προϊόντων όπως το αέριο νέον και το παλλάδιο, που παίζουν κρίσιμο ρόλο στην παραγωγή τσιπ ημιαγωγών, προκαλεί επίσης ανησυχία για την παγκόσμια οικονομία. Περίπου το 90% του αερίου νέον παράγεται στην Ουκρανία και σχεδόν το 40% του παλλαδίου στη Ρωσία. 

Παραγωγή ενέργειας

Ο εκτελεστικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΔΟΕ) Φατίχ Μπιρόλ δήλωσε σε συνέδριο ότι η σημερινή ενεργειακή κρίση είναι πολύ διαφορετική και πιο σοβαρή από εκείνη της δεκαετίας του 1970 και ότι η 24η Φεβρουαρίου μπορεί να ήταν η ημερομηνία έναρξης της παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης, 

«…διότι όχι μόνο η αγορά πετρελαίου, αλλά και οι αγορές φυσικού αερίου, άνθρακα, ακόμη και ουρανίου θα επηρεαστούν σοβαρά από αυτόν τον πόλεμο. Οι γεωπολιτικές του διαστάσεις είναι επίσης πολύ μεγαλύτερες από ό,τι στη δεκαετία του 1970».

Η τιμή του φυσικού αερίου, η οποία βρισκόταν στα επίπεδα των 88,3 ευρώ ανά μεγαβατώρα στις 23 Φεβρουαρίου, αυξήθηκε στα 345 ευρώ ανά μεγαβατώρα στις 7 Μαρτίου. Η τιμή του πετρελαίου μπρεντ (πετρέλαιο από τη Βόρεια θάλασσα) ανά βαρέλι, η οποία έφτασε στο υψηλότερο του επίπεδο από το 2008, σκαρφάλωσε από τα 96,6 δολάρια στα 130,7 δολάρια. 

Λιπάσματα

Τα λιπάσματα είναι ένα από τα σημαντικότερα υλικά για τη γεωργία. Ήδη πέρυσι, η αυξημένη ζήτηση και το υψηλότερο κόστος παραγωγής προκάλεσαν την εκτόξευση των τιμών των λιπασμάτων στα ύψη. Αυτό προκάλεσε επίσης αύξηση των τιμών των γεωργικών προϊόντων παγκοσμίως.

Μόνο η Ρωσία παράγει περίπου το 15% των αζωτούχων λιπασμάτων και το 17% των λιπασμάτων με βάση την ποτάσα (ανθρακικό κάλιο) που διακινούνται στον κόσμο και έχει ήδη σταματήσει τις εξαγωγές της. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη ότι η χώρα είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας φυσικού αερίου, μιας από τις σημαντικότερες πρώτες ύλες της βιομηχανίας λιπασμάτων, είναι σαφές ότι ο πόλεμος που βρίσκεται σε εξέλιξη θα συνεχίσει να επηρεάζει τις τιμές. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) εκτιμά ότι η διεθνής τιμή αναφοράς για τα λιπάσματα θα αυξηθεί κατά 13% έως το 2023. Πολλές χώρες, ιδίως στην Ευρώπη και την Κεντρική Ασία, προμηθεύονται πάνω από τη μισή ποσότητα των λιπασμάτων τους από τη Ρωσία.

Οι τιμές των τροφίμων αυξάνονται

Ο παγκόσμιος δείκτης τιμών τροφίμων για τον Μάρτιο, που δημοσιεύθηκε από τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO), δείχνει την πορεία του δείκτη τιμών από το 1990. Ο δείκτης αυξήθηκε στις 159,3 μονάδες τον Μάρτιο, από 141,4 μονάδες τον Φεβρουάριο. Αυτό σημαίνει ότι ο παγκόσμιος δείκτης τιμών τροφίμων έφτασε σε νέο υψηλό επίπεδο από την έναρξή του το 1990. Σύμφωνα με τον FAO, η πρόσφατη άνοδος αντανακλά τα ιστορικά υψηλά όλων των εποχών για τους επιμέρους δείκτες των φυτικών ελαίων, των σιτηρών και του κρέατος, ενώ οι δείκτες της ζάχαρης και των γαλακτοκομικών προϊόντων αυξήθηκαν επίσης σημαντικά.

Ο δείκτης τιμών σιτηρών του FAO διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στις 170,1 μονάδες τον Μάρτιο, 24,9 μονάδες υψηλότερα από ό,τι τον Φεβρουάριο – το υψηλότερο επίπεδο από το 1990. Η αναμενόμενη απώλεια εξαγωγών από την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας έχει επιδεινώσει την ήδη περιορισμένη παγκόσμια διαθεσιμότητα σιταριού και οι γεωργικές πρώτες ύλες κοστίζουν στην παγκόσμια αγορά συνολικά 31% περισσότερο από ό,τι το έτος πριν από το 2020 – το πρώτο έτος της επιδημίας του κορονοϊού.

Όσον αφορά στο σιτάρι, το μερίδιο της Ουκρανίας στην παγκόσμια αγορά είναι 11,5%, ενώ της Ρωσίας 16,8%. Η εξάρτηση από τα σιτηρά της Ρωσίας και της Ουκρανίας δεν επηρεάζει μόνο πολλές αφρικανικές χώρες ή τη Μέση Ανατολή, αλλά και σημαντικές βιομηχανικές και λεγόμενες «αναπτυσσόμενες» χώρες, όπως η Τουρκία, η Ινδία και η Κίνα.

Οι φτωχοί άνθρωποι στις αναπτυσσόμενες χώρες κινδυνεύουν να πεθάνουν από την πείνα καθώς οι τιμές του σιταριού και άλλων βασικών τροφίμων εκτοξεύονται.

Η σοβαρότητα της κατάστασης συνοψίζεται σε κοινή δήλωση που δημοσιεύθηκε στις 13 Απριλίου από τους επικεφαλής της Παγκόσμιας Τράπεζας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), του Παγκόσμιου Επισιτιστικού Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών και τους επικεφαλής εκπροσώπους του ΠΟΕ. Προειδοποιούν τις κυβερνήσεις για την πιθανή οργή των μαζών:

«Ο κόσμος συγκλονίζεται από τις εντεινόμενες κρίσεις. Οι επιπτώσεις του πολέμου στην Ουκρανία προστίθενται στη συνεχιζόμενη πανδημία COVID-19 που μπαίνει τώρα στον τρίτο χρόνο της, ενώ η κλιματική αλλαγή και η αύξηση της αστάθειας και των συγκρούσεων επιδεινώνουν τη ζωή στους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Η απότομη αύξηση στις τιμές των βασικών ειδών διατροφής και οι ελλείψεις εφοδιασμού μεγαλώνουν την πίεση στα νοικοκυριά παγκοσμίως και ωθούν εκατομμύρια ανθρώπους στη φτώχεια. Η απειλή είναι μεγαλύτερη για τις φτωχότερες χώρες με μεγάλο μερίδιο της κατανάλωσης από εισαγωγές τροφίμων, αλλά η κατάσταση χειροτερεύει ραγδαία στις χώρες μεσαίου εισοδήματος, οι οποίες φιλοξενούν την πλειονότητα των φτωχών του κόσμου. 

Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι για κάθε αύξηση των τιμών των τροφίμων κατά μία ποσοστιαία μονάδα, 10 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως προστίθενται στους αριθμούς αυτών που ζουν στην ακραία φτώχεια».

«… Η αύξηση των τιμών των τροφίμων και η κρίση στις εφοδιαστικές αλυσίδες μπορεί να τροφοδοτήσουν κοινωνικές εντάσεις σε πολλές από τις πληγείσες χώρες, ιδίως σε εκείνες που είναι ήδη σε κρίση ή πλήττονται από συγκρούσεις».

Κινήματα και αντιστάσεις διεθνώς

Ένα από τις σημαντικότερα συνεπακόλουθα της οικονομικής κρίσης του 2008 ήταν η Αραβική Άνοιξη, κατά την οποία μεγάλες μάζες ανθρώπων ανέτρεψαν τη μία μετά την άλλη, δικτατορίες χωρών της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Η διαδικασία αυτή, που ξεκίνησε στην Τυνησία το 2010, άρχισε, μεταξύ άλλων, με διαμαρτυρίες κατά της ραγδαίας αύξησης των τιμών του ψωμιού. Αν και η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο, σήμερα βλέπουμε και πάλι διαδηλώσεις σε πολλά μέρη του κόσμου, από τη Σρι Λάνκα μέχρι το Περού και από το Σουδάν μέχρι το Λίβανο, ιδίως κατά της αύξησης των τιμών των τροφίμων.

Οι διαμαρτυρίες στη Σρι Λάνκα έχουν ήδη οδηγήσει στην παραίτηση 26 υπουργών και φαίνεται ότι αυτό δεν θα είναι αρκετό για να σταματήσουν εντελώς οι διαμαρτυρίες. Στις 29 Απριλίου, 1.000 σωματεία κάλεσαν σε μαζική πανεθνική απεργία, η οποία χαρακτηρίστηκε ως η μεγαλύτερη στη χώρα εδώ και τέσσερις δεκαετίες. Οι διαδηλωτές, που εδώ και μήνες βρίσκονται έξω από το προεδρικό μέγαρο, ανάγκασαν τον μισητό πρόεδρο Ρατζαπάκσα να μετακομίσει. 

Μπροστά στην αυξανόμενη δυσαρέσκεια, η κυβέρνηση της Αιγύπτου αναζήτησε εναλλακτικά μέτρα και έχει ήδη καταφύγει σε σταθερή τιμή για το ψωμί. Κηρύχθηκε απαγόρευση κυκλοφορίας λόγω των διαδηλώσεων στη Λίμα και το Callao στο Περού. Στην Ελλάδα είχαμε την απεργία της 6ης Απρίλη με δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους να κατεβαίνουν στους δρόμους, ζητώντας αύξηση των μισθών και δραστικά μέτρα ενάντια στην ακρίβεια. Διαμαρτυρίες πραγματοποιήθηκαν επίσης στο Ιράκ, την Τουρκία, το Πακιστάν, την Αλβανία, το Σουδάν και άλλες χώρες. Αυτές οι διαμαρτυρίες δείχνουν ότι οι κοινωνίες βράζουν και ότι θα μπορούσαν να προκύψουν σημαντικές κοινωνικές εκρήξεις στο κοντινό μέλλον.

Για να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της σημερινής κρίσης για την εργατική τάξη, τα συνδικάτα, τα κινήματα και η Αριστερά θα πρέπει να παλέψουν από κοινού για να υιοθετηθεί ένα πρόγραμμα με επίκεντρο μια σειρά από κεντρικά αιτήματα όπως: 

  • έλεγχο των τιμών σε βασικά προϊόντα διατροφής
  • αυτόματες αυξήσεις των μισθών ώστε να συμβαδίζουν τουλάχιστον με τον ρυθμό του πληθωρισμού
  • τα μέτρα για τη στήριξη των φτωχότερων στρωμάτων θα πρέπει να πληρώνονται από τη φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου (μεγαλοεπιχειρηματίες, τραπεζίτες, εφοπλιστές κλπ), το οποίο κερδοσκοπεί στις πλάτες των απλών ανθρώπων
  • διαγραφή του χρέους των φτωχών χωρών, ώστε να εξοικονομηθούν πόροι που θα κατευθυνθούν στην εξυπηρέτηση των αναγκών της κοινωνίας
  • εθνικοποίηση του ενεργειακού τομέα και όλων των κρίσιμων αλυσίδων εφοδιασμού και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας υπό τον δημοκρατικό έλεγχο και τη διαχείριση των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων.

Η άρχουσα τάξη συνιστά πάντα υπομονή στην εργατική τάξη, παρουσιάζοντας τις κρίσεις σαν να είναι φυσικές καταστροφές. Ωστόσο, οι οικονομικές κρίσεις και οι πόλεμοι που οδηγούν στην πείνα, τη δυστυχία, τη μετανάστευση και τον θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους, είναι εγγενή φαινόμενα του καπιταλιστικού συστήματος, όπου η παραγωγή γίνεται για το κέρδος αντί για τις ανθρώπινες ανάγκες. Ο αγώνας κατά της πείνας, της φτώχειας και της ανεργίας πρέπει επομένως να συνδυαστεί με τον αγώνα κατά του ίδιου του καπιταλιστικού συστήματος και για μια σοσιαλιστική κοινωνία, βασισμένη στη δημοκρατία, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και την ισότητα, όπου η παραγωγή σχεδιάζεται με βάση τις ανθρώπινες ανάγκες και σε αρμονία με τη φύση.

7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,109ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
404ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής