Array

Η Κύπρος μετά το «Οχι»: Ταξική ανάλυση, ο μόνος δρόμος για μια νέα αριστερά

Αφιέρωμα στο Κυπριακό, στο τελευταίο "Ξ", του Μάη, που ήδη κυκλοφορεί

Η ταχύτητα των εξελίξεων στο Κυπριακό είναι μεγάλη.

Πριν από ενάμισι χρόνο όλα φαίνονταν συνηθισμένα, αλλά στη συνέχεια είχαμε την μεγαλειώδη εξέγερση των Τουρκοκυπρίων (τ/κ) το Γενάρη του περασμένου χρόνου. Ακολούθησε, κάτω από την πίεση των τ/κ μαζών το άνοιγμα των συνόρων που έκανε πολλούς να το παραλληλίζουν με την πτώση του τείχους του Βερολίνου.

Το άνοιγμα των συνόρων έφερε κοντά (Ελληνοκύπριους) ε/κ και τ/κ σε συγκινητικές στιγμές συναδέλφωσης, η έκταση των οποίων ξεπερνούσε ακόμα και τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις. Μετά ήρθαν τα δημοψηφίσματα, στα οποία οι ε/κ έκαναν την έκπληξη με το συντριπτικό ποσοστό του 76% υπέρ του «όχι».

Αμέσως μετά το δημοψήφισμα έχουμε την εξαγγελία από την κυπριακή κυβέρνηση μέτρων υπέρ των τ/κ. Η ηγεσία των τ/κ από την άλλη δηλώνει πρόθυμη να κινηθεί σε μονομερή εφαρμογή των προτάσεων Ανάν (αυτό ας μην το θεωρήσουμε σίγουρο, θα εξαρτηθεί αν πάρει εγγυήσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ ότι στη συνέχεια θα αναγνωριστεί σαν ξεχωριστό κράτος αν οι ε/κ επιμένουν να μην συμφωνούν).

Οι υποστηρικτές του «ναι» που έλεγαν πως η επόμενη μέρα του «όχι» θα είναι «μαύρη», αποδείχτηκε έτσι, πως τουλάχιστον υπερβάλλανε (για να μην πούμε παραπλανούσαν συνειδητά).

Από την άλλη η επόμενη μέρα δεν είναι και «ρόδινη».

Η επόμενη μέρα του «όχι» των ε/κ, βρίσκει τις δυο κοινότητες «πιο μακριά» τη μια από την άλλη, με μεγαλύτερη καχυποψία μεταξύ τους, ιδιαίτερα άμα συγκρίνουμε την σημερινή κατάσταση με την ευφορία που κυριαρχούσε πριν από ένα χρόνο περίπου όταν άνοιξαν τα σύνορα.

Η σημασία του παράγοντα αυτού είναι μεγάλη για τις εξελίξεις στο κυπριακό, γιατί καμία λύση δεν μπορεί να υπάρξει στην Κύπρο αν δεν στηρίζεται σε μια βαθιά και ειλικρινή διάθεση συναδέλφωσης των δύο κοινοτήτων, ε/κ και τ/κ.

Αυτή η «βαθιά και ειλικρινής» συναδέλφωση των ε/κ και των τ/κ δεν μπορεί να επιτευχθεί ούτε με τις πιέσεις των ιμπεριαλιστών, ούτε με τις λυκοφιλίες των εκπροσώπων του κεφαλαίου και των αστικών τάξεων στην ε/κ πλευρά, στην τ/κ, στην Τουρκία και την Ελλάδα. Μπορεί να στηριχτεί μόνο στον κοινό αγώνα, τα κοινά συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων, ε/κ και τ/κ, που θέλουν ειρήνη και αρμονική συμβίωση για μια καλύτερη ζωή.

Το Ξ είπε «όχι» στο σχέδιο Ανάν (βλέπε Ξ Απρίλη, τεύχος 265). Την ίδια στιγμή όμως είχε την κατανόηση πως είτε «ναι» είτε «όχι» έβγαζε το δημοψήφισμα, τα πράγματα για την επαναπροσέγγιση των δύο κοινοτήτων, τη δημιουργία των συνθηκών για ξεπέρασμα της εθνικής καχυποψίας και για μια πραγματική και ουσιαστική λύση στο νησί, θα γινόντουσαν πιο δύσκολα. Αυτό είναι που στην πραγματικότητα βλέπουμε να συμβαίνει σήμερα.

Ταξικό «όχι»

Το Ξ τοποθετήθηκε αρνητικά στο σχέδιο Ανάν από το Νοέμβρη του 2002, όταν κατατέθηκε για πρώτη φορά. Ποτέ δεν ταυτίστηκε, αντίθετα πήρε σαφείς και ξεκάθαρες αποστάσεις, από το «όχι» εκείνης της αριστεράς που η ανάλυση της δεν ήταν ταξική αλλά «εθνικο-πατριωτική». Τέτοια ήταν (και είναι) η προσέγγιση του ΚΚΕ και του σταλινομαοϊκού χώρου, ακόμα και εφημερίδων όπως το ΠΡΙΝ (παρότι στο εσωτερικό του υπήρχαν και αντίθετες απόψεις).

Το Ξ εξήγησε από την αρχή (Δεκέμβρης 2002) πως το σχέδιο Ανάν έβαζε στον Κυπριακό λαό το μαχαίρι στο λαιμό και τον υποχρέωνε να βρεθεί αντιμέτωπος με το δίλημμα «μπροστά γκρεμός και πίσω ρέμα». Οι μαρξιστές δεν μπορούν να παίρνουν την ευθύνη να προτείνουν είτε «τον γκρεμό» είτε «το ρέμα». Έχουν την υποχρέωση να προτείνουν την ταξική προσέγγιση για να βρεθεί λύση στο «εθνικό» πρόβλημα.

Η ταξική λύση περνά μέσα από τη συνεργασία των εργατικών κινημάτων στο Βορρά και το Νότο, την επεξεργασία μιας κοινής συμφωνίας για λύση στο πρόβλημα, της κοινής πάλης για την επιβολή της, ενάντια στις αστικές τάξεις και τους εθνικιστές και στις δύο πλευρές. Αυτό σημαίνει καθήκοντα για τις ηγεσίες του εργατικού κινήματος, καθήκοντα δηλαδή για τα κόμματα της αριστεράς. Η απουσία μιας τέτοιας προσέγγισης από την αριστερά, στην Ελλάδα και την Κύπρο, ήταν και παραμένει εκκωφαντική.

Εθνικο-πατριωτική προσέγγιση

Ο συντριπτικός όγκος της αριστεράς, ανεξάρτητα αν ανήκει στο «ναι» ή στο «όχι», αντιμετωπίζει το κυπριακό μέσα από μια εθνικο-πατριωτική σκοπιά.

Μιλά για αγώνα ενάντια στους ιμπεριαλιστές ή μέσα στους διεθνείς οργανισμούς για μια «δίκαιη» κλπ λύση χωρίς όμως να λαμβάνει ουσιαστικά υπόψη ότι υπάρχουν δύο κοινότητες στο νησί, ούτε ότι μέσα στην κάθε κοινότητα υπάρχουν τάξεις, η αστική τάξη/καπιταλιστές από τη μια κι οι εργαζόμενοι από την άλλη, με διαφορετικά μεταξύ τους συμφέροντα, όχι μόνο στο οικονομικό επίπεδο αλλά και σε ότι αφορά τη λύση του Κυπριακού! Αυτές οι διαπιστώσεις προσδίδουν αποφασιστικό χαρακτήρα στην ανάλυση για το Κυπριακό πρόβλημα, απουσιάζουν ολοκληρωτικά όμως από την κοινοβουλευτική (κι όχι μόνο) αριστερά.

Ούτε λίγο ούτε πολύ ο κύριος όγκος της αριστεράς, θεωρεί ότι οι δυο κοινότητες ζούσαν μαζί μια χαρά στο νησί μέχρι που επεμβήκανε οι ιμπεριαλιστές και τους βάλανε να αλληλοσκοτώνονται. Τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα.

Ιμπεριαλιστές και αστικοί ανταγωνισμοί

Η πραγματικότητα είναι ότι οι σχέσεις των δύο κοινοτήτων κάθε άλλο παρά αρμονικές ήταν πριν το ’74, όταν έγινε η εισβολή. Μάλιστα ο διαχωρισμός ήταν θεσμοθετημένος από το ’64 με τους ξεχωριστούς «θυλάκους» στους οποίους ζούσαν οι τ/κ και με τα σπίτια και τα χωριά τους ερημωμένα από τις επιθέσεις των ε/κ «πατριωτών»!

Η παρέμβαση των ιμπεριαλιστών ήταν ένας πολύ σημαντικός παράγοντας για τη δημιουργία του προβλήματος στην Κύπρο, αλλά όχι ο μόνος. Υπάρχει εκτός απ’ αυτό τον παράγοντα, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις αστικές τάξεις της Ελλάδας και της Τουρκίας που αντανακλάστηκε στην απαίτηση της Τουρκίας από τη δεκαετία του ’50 να έχει μια στρατηγική βάση πάνω στο νησί, για να μην είναι η Κύπρος ένα αμιγώς ελληνικό νησί.

Υπάρχει επίσης ο ανταγωνισμός της ε/κ με την τ/κ αστική τάξη. Η ε/κ, πολύ πιο δυνατή, επιδιώκει και ιστορικά ζητούσε ένα ενιαίο κράτος γιατί αυτό της επέτρεπε εύκολα να θέσει κάτω από τη δική της κυριαρχία όλο το νησί. Η τ/κ, νοιώθοντας ότι μέσα στα πλαίσια ενός ενιαίου κράτους θα εξαφανιζόταν, απορροφούμενη από την ισχυρότερη ε/κ, έτσι ώστε τελικά η Κύπρος θα μετατρεπόταν σε ένα ελληνικό νησί, ζητούσε το δικό της ξεχωριστό κράτος. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 το σύνθημα των τ/κ εθνικιστών ήταν «διχοτόμηση ή θάνατος», σαν απάντηση στο «ένωση η θάνατος» της ΕΟΚΑ.

Ταξική – σοσιαλιστική προσέγγιση

Για να υπάρξει μια λύση του «εθνικού προβλήματος» στην Κύπρο θα πρέπει να πάρουν την πρωτοβουλία εκείνες οι δυνάμεις που έχουν αντικειμενικά συμφέρον να ζουν μαζί και αρμονικά, ε/κ και τ/κ, χωρίς ανταγωνισμούς, χωρίς αλληλοφαγώματα και που θα μπορούν αν ελέγχουν με αποφασιστικό τρόπο τα ακραία εθνικιστικά στοιχεία και από τις δύο πλευρές. Αυτές οι δυνάμεις, αντικειμενικά, είναι οι εργαζόμενοι στις δύο πλευρές των συνόρων που χωρίζουν την Κύπρο. Η δυνατότητα των ε/κ και τ/κ εργαζομένων να χτίσουν μια κοινή πατρίδα στην οποία να ζουν αρμονικά, περνά μέσα από τον κοινό τους αγώνα ενάντια σε όλους όσους έχουν παίξει ρόλο στο να υπάρχει το πρόβλημα σήμερα. Κι αυτοί είναι όχι μόνο οι ιμπεριαλιστές, αλλά και οι ε/κ και τ/κ αστοί.

Έτσι, ο αγώνας για λύση του «εθνικού προβλήματος» στην Κύπρο βαδίζει χέρι-χέρι με την πάλη των εργαζομένων για το σοσιαλισμό, στην Κύπρο και βέβαια την περιοχή, την Ελλάδα την Τουρκία, κλπ. Αν αυτό ακούεται «παράφωνο» στη σημερινή εποχή – και ακούεται – είναι γιατί τα μαζικά κόμματα της αριστεράς, έχουν εγκαταλείψει την πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού και μια εναλλακτική σοσιαλιστική κοινωνία. Αυτό ισχύει και για το ΑΚΕΛ στην Κύπρο και για το ΚΚΕ και το ΣΥΝ στην Ελλάδα.

Επειδή η επίσημη αριστερά έχει εγκαταλείψει την πάλη για την ανατροπή του καπιταλισμού, η προσέγγιση της στο θέμα του «εθνικού προβλήματος» αναπόφευκτα καταλήγει στον εθνικο-πατριωτισμό, της μιας μορφής ή της άλλης.

Αν το ΑΚΕΛ…

Το ΑΚΕΛ είναι το μαζικό κόμμα της αριστεράς στην Κύπρο που έχει την υποστήριξη της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης του νησιού μέσα από τη συνδικαλιστική Ομοσπονδία της ΠΕΟ καθώς και το 35% εκλογικά που το καθιστά πρώτο κόμμα. Αν το ΑΚΕΛ είχε πραγματικά σχέση με το μαρξισμό – τον οποίο φραστικά επικαλείται – θα έλεγε στον Κόφι Ανάν «να πάει από εκεί που ήρθε» και θα πήγαινε το ίδιο στους εκπροσώπους των τ/κ εργαζομένων και της τ/κ αντιπολίτευσης η οποία κατεύθυνε την εκπληκτική εξέγερση των τ/κ των περασμένων χρόνων (στην πραγματικότητα ξεκίνησε από το 2000), να συζητήσουν για το πως να βρουν μια κοινά αποδεκτή λύση. Χωρίς τη μεσολάβηση των ιμπεριαλιστών, χωρίς το μαχαίρι στο λαιμό, χωρίς ξένους στρατούς, βάσεις και εγγυήσεις από «μητέρες πατρίδες».

Αντί για μια τέτοια πολιτική, το ΑΚΕΛ εντάχθηκε κανονικά και πλήρως στο αστικό παιγνίδι

– μπαίνοντας κατ’ αρχήν, πρώτα και κύρια, σε μια αστική κυβέρνηση, στην υπηρεσία του ε/κ κεφαλαίου, αυτή του Τάσσου Παπαδόπουλου

– υποστηρίζοντας την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάνοντας 1800 στροφή σε σχέση με προηγούμενες θέσεις του

– υποστηρίζοντας το σχέδιο Ανάν μόλις αυτό κατατέθηκε πριν ενάμισι χρόνο περίπου (σαν βάση διαπραγμάτευσης),

– λέγοντας, μετά τη Λουκέρνη, «ναι» στο σχέδιο Ανάν, (με απόφαση του Πολιτικού του Γραφείου, όχι ομόφωνα αλλά με πλειοψηφία) και ακολουθώντας μια αλλοπρόσαλλη στάση στη συνέχεια: με την Κεντρική Επιτροπή να ανατρέπει την απόφαση του Πολιτικού Γραφείου λέγοντας «αναβολή των δημοψηφισμάτων διαφορετικά όχι», στη συνέχεια να ζητά ο γ. γ. του κόμματος, Χριστόφιας, εγγυήσεις από τον υπ. Εξωτερικών των ΗΠΑ Κόλιν Πάουελ, για να καταλήξει τελικά στο «όχι», με την ΠΕΟ όμως, το συνδικαλιστικό τμήμα του κόμματος, να λέει «ναι» από την αρχή μέχρι το τέλος.

Η πολιτική του ΑΚΕΛ δεν αποτελεί κάποια συσσώρευση «λαθών» αποτελεί πλήρη και οριστική εγκατάλειψη σοσιαλιστικών αρχών και άρνηση της ταξικής ανάλυσης. Και αποτελεί συνέχεια της καταστροφικής πολιτικής του ΑΚΕΛ, ιστορικά, από την εποχή που ήταν το πιο σταλινικό από τα μαζικά κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης (μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 80) μέχρι σήμερα που έχει ολοκληρωτικά σοσιαλδημοκρατικοποιηθεί. Βέβαια ο Χριστόφιας, δεν παρέλειψε όταν τελείωσε την ανάλυση του στη συνδιάσκεψη του ΑΚΕΛ, μετά τη Λουκέρνη, να χαρακτηρίσει την πολιτική που πρότεινε, «μαρξιστική» και «επαναστατική»!!! …Εγκατάλειψη αρχών μετά μεγατόνων θράσους! Δεν είναι η πρώτη φορά! Και μέχρι το εργατικό κίνημα να μπορέσει να βάλει τέτοιους «ηγέτες της αριστεράς» στη θέση τους δεν θα είναι ούτε η τελευταία!

Οι αυριανοί κίνδυνοι και τα όρια του «όχι»

Το πρόβλημα, και μετά τα δημοψηφίσματα, παραμένει. Χωρίς μια αριστερή εναλλακτική πρόταση το εργατικό κίνημα της Κύπρου είναι δέσμιο αστικών επιλογών. Και οι κίνδυνοι καραδοκούν. Οι πιέσεις για συμφωνία στο Κυπριακό, θα συνεχιστούν στην περίοδο μετά τη Λουκέρνη. Ο βασικός κίνδυνος που υπάρχει είναι να χτιστεί ένα «κοινό κράτος» ε/κ και τ/κ πάνω στα εντελώς σαθρά θεμέλια που προνοεί το σχέδιο Ανάν και στη συνέχεια να παραλύσει και να καταρρεύσει.

Χειρότερη προοπτική δεν υπάρχει! Η πιθανή κατάρρευση ενός κράτους αποτέλεσμα μιας συμφωνίας/συμβιβασμού ανάμεσα σε δύο άρχουσες αστικές τάξεις αποτελεί τραγωδία για τα λαϊκά στρώματα και τα εργατικά κινήματα. Περνάει μέσα από τη μαζική έξαρση του εθνικισμού και του φανατισμού και περιέχει τον κίνδυνο νέων διακοινοτικών συγκρούσεων.

Οι μαρξιστές δεν θα μπορούσαν (και η αριστερά δεν θα έπρεπε) να πάρουν την ευθύνη της υποστήριξης της δημιουργίας ενός κράτους το οποίο από τη γένεσή του περιείχε τα σπέρματα της αυτοκαταστροφής. Σ’ αυτή τη βάση το Ξ είπε «όχι».

Την ίδια στιγμή όμως το Ξ κατανοεί πως το «όχι» αποτελεί απλά μια άρνηση. Η επόμενη μέρα του «όχι» των ε/κ δεν θα μπορούσε να είναι μέρα γιορτής και θριαμβολογίας παρά μόνο υπό μία προϋπόθεση: να έκανε η αριστερά μια αποφασιστική στροφή στην ταξική ανάλυση του ζητήματος. Μόνο αφελείς, όμως, μπορεί να περιμένουν τέτοια στροφή από το ΑΚΕΛ (ή από το ΚΚΕ και τον ΣΥΝ εδώ στην Ελλάδα – δες άλλες στήλες). Κι από τη στιγμή που η αριστερά, δεν μπορεί να δώσει την θετική ταξική απάντηση, το κενό θα τείνει να καλύψει ο εθνικισμός. Παραδόξως (;!) κανένας από τους αριστερούς υποστηρικτές του «όχι» στην Ελληνική αριστερά δεν διάβλεψε την ανάπτυξη του εθνικισμού στο ε/κ τμήμα της Κύπρου.

Οι δυνατότητες που υπάρχουν

Από τη σκοπιά της διαχρονικής εξέλιξης του κυπριακού αυτό που έγινε στην Κύπρο την τελευταία περίοδο ήταν μια μεγάλη κοινωνική έκρηξη στη Β. Κύπρο ενάντια στην κυβένρηση του Ρ. Ντενκτάς, ενάντια στον στρατό κατοχής κι ενάντια στη "μητέρα πατρίδα" Τουρκία. Η κοινωνική αυτή έκρηξη δημιούργησε μια πρωτόγνωρη δυνατότητα σε ε/κ και τ/κ να έρθουν κοντά και να θέσουν τις βάσεις για μια λύση στην εθνική διαμάχη που ταλαιπωρεί την Κύπρο.

Το Γενάρη του 2003, με την εξέγερση των τ/κ, είχαν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις για ένα κοινό μέτωπο ε/κ και τ/κ εργαζομένων, το οποίο να μπει στη διαδικασία επεξεργασίας των δικών του προτάσεων για μια λύση στο Κυπριακό, τις οποίες και να επιβάλει ενάντια στις αστικές τάξεις και τους εθνικιστές και στα δύο τμήματα του νησιού. Το Ξ. είχε τότε προχωρήσει σε πολύ λεπτομερείς προτάσεις, για το πρόγραμμα και τα συγκεκριμένα βήματα που μπορούσαν τότε να παρθούν.

Αυτή η ιστορική ευκαιρία χάθηκε. Χάθηκε γιατί η ηγεσία του εργατικού κινήματος, η αριστερά, και συγκεκριμένα το ΑΚΕΛ, δεν ανταποκρίθηκαν. Το ΑΚΕΛ, αντί να «τα βρει» με τους τ/κ τα βρήκε με τον Τάσσο Παπαδόπουλο, τον οποίο και έκανε πρόεδρο, παρότι το ΔΗΚΟ του οποίου ηγείται δεν εκπροσωπεί παρά το 15% (και το ΑΚΕΛ 35%). Οι μεν τ/κ είναι κομμάτι του εργατικού κινήματος της Κύπρου, ο δε Τ. Παπαδόπουλος είναι εκπρόσωπος της ελληνικής αστικής τάξης, επικεφαλής του κεντροδεξιού, «πατριωτικού» Δημ. Κομματος. Η ταξική επιλογή του ΑΚΕΛ είναι σαφέστατη.

Όταν χάνεται μια ιστορική ευκαιρία για σύνδεση των εργατικών κινημάτων από τα κάτω, και για κοινή πάλη για τα κοινά προβλήματα και για τους κοινούς στόχους, τότε σιγά-σιγά κερδίζει έδαφος η αντίδραση. Αυτό ήταν πάντα το δίδαγμα από την ιστορία του εργατικού κινήματος. Αυτή τη στιγμή το πάνω χέρι το έχουν πάρει οι «πατριώτες» – ο εθνικισμός είναι σε άνοδο στο Νότο ενώ οι τ/κ νοιώθουν απογοητευμένοι από τους ε/κ και ειδικά από το ΑΚΕΛ.

Όμως η εικόνα δεν είναι μαύρη. Χιλιάδες συνειδήσεις έχουν συγκλονιστεί, στο Βορρά και το Νότο του νησιού από τις εξελίξεις του τελευταίου ενάμισι χρόνου. Το άνοιγμα των συνόρων έχει φέρει κοντά ε/κ και τ/κ ακτιβιστές για πρώτη φορά από το 1974. Πρωτοβουλίες για το κτίσιμο κοινών οργανώσεων και την ανάπτυξη κοινής πάλης έχουν ξεκινήσει, από πρωτοπόρους μαχητές.

Πιο σημαντικό ίσως από όλα είναι ότι το ΑΚΕΛ εκτίθεται σε τέτοια έκταση και σε τόσο βαθμό για πρώτη φορά στην πρόσφατη ιστορία του – μπαίνει σε αστική κυβέρνηση κι εφαρμόζει τις πολιτικές του κεφαλαίου, υποστηρίζει και πρωταγωνιστεί στην ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ ακολουθεί μια αλλοπρόσαλλη πολιτική στο θέμα του σχεδίου Ανάν η οποία αποξενώνει τους τ/κ αλλά και τους ε/κ αριστερούς που είδαν μια ιστορική ευκαιρία να σφίξουν τα χέρια ξανά μετά από 30 χρόνια.

Το μεγάλο στοίχημα είναι να μπορέσει μέσα απ’ αυτές τις διαδικασίες να μπουν οι βάσεις για μια νέα αριστερά στο νησί. Μια αριστερά ταξική, διεθνιστική, πραγματικά σοσιαλιστική (ή κομμουνιστική). Μια αριστερά η οποία να μπορέσει να συνενώσει ε/κ και τ/κ πάνω σε ταξική βάση, στη βάση της πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων, στη βάση της κοινής πάλης για τα κοινά προβλήματα κι ενάντια στον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό, με στόχο την προοπτική μιας Κύπρου ομόσπονδης και σοσιαλιστικής.

7,037ΥποστηρικτέςΚάντε Like
577ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,091ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
368ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής