Η κρίση στο ΝΑΡ

Σχολιασμός των αποφάσεων της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ, του Ιούλη του 2004.

Του Ανδρέα Παγιάτσου

Το 2003 ήταν η χρονιά κλιμάκωσης, στην Ελλάδα και Διεθνώς, ενός μεγάλου κινήματος που κατέβασε δεκάδες εκατομμύρια στους δρόμους ενάντια στον πόλεμο του Μπους στο Ιράκ. Το κίνημα ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση αναπτύχθηκε από το 2000 και μετά και για τρία χρόνια έγινε παράγοντας συσπείρωσης και έμπνευσης για εκατοντάδες χιλιάδες αγωνιστές, σ’ όλο τον πλανήτη, αποτέλεσε το εφαλτήριο για να κάνει η νέα γενιά τα πρώτα της βήματα στην πολιτική, δημιούργησε την ελπίδα για τη δημιουργία μιας νέας αριστεράς έξω από τα κατεστημένα και ξεπερασμένα σχήματα του παρελθόντος.

Στην Ελλάδα οι εξελίξεις μετά τη μεγάλη διαδήλωση στη Γένοβα, το 2001, ήταν ραγδαίες. Δεκάδες χιλιάδες παλιοί και νέοι αγωνιστές στράφηκαν προς αυτό το κίνημα και μπήκαν σε μια διαδικασία αναζήτησης πολιτικών απαντήσεων προς τ’ αριστερά. Το κίνημα ενάντια στον πόλεμο ήταν η κορύφωση, με εκατοντάδες χιλιάδες να διαδηλώνουν σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις το Φλεβάρη και τον Μάρτη. Την ίδια περίοδο, το πρώτο εξάμηνο του 2003, η ανάληψη της προεδρίας από την ΕΕ έδινε τη δυνατότητα της οργάνωσης πολλών διαμαρτυριών και κινητοποιήσεων.

Φυσιολογικά το σύνολο της αριστεράς ενεπλάκη σ’ αυτό το κίνημα θεωρώντας πως ήρθε, μετά από πολλά δύσκολα χρόνια, η ώρα της αριστεράς. Βέβαια, το κίνημα στην Ελλάδα ήταν διασπασμένο σε πολλές επιτροπές (τέσσερις οι πιο γνωστές, έξι τουλάχιστον συνολικά) αυτό όμως είναι θέμα μιας άλλης συζήτησης. Το κίνημα αυτό, αντικειμενικά, επέτρεπε στην αριστερά, μετά από πολλά χρόνια, να βγει δυναμικά στο προσκήνιο, να γίνει ρυθμιστής ως ένα σημαντικό βαθμό των εξελίξεων, της έδινε, επίσης, πρωτόγνωρες ευκαιρίες ανάπτυξης των δυνάμεών της μετά από πολλά χρόνια.

Μετά το τέλος του κινήματος αυτού, όμως η εικόνα σ’ ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς είναι η εικόνα της κρίσης! Πρόκειται για ένα φαινόμενο πραγματικά εντυπωσιακό! Η αριστερά περιμένει για χρόνια ένα μεγάλο κίνημα για να τη βοηθήσει να ξεφύγει από την κρίση στην οποία βρίσκεται, αλλά μόλις αυτό το κίνημα πάρει σάρκα και οστά, η κρίση της αριστεράς μεγαλώνει και βαθαίνει!

Η διαπίστωση αυτή αφορά κατά πρώτο λόγο τις δυνάμεις που προέρχονται από το Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ και που προχωρήσανε, στη συνέχεια, στη συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ μαζί με τον ΣΥΝ. Οι οργανώσεις που συμμετείχανε στο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετωπίζουνε κατά γενικό κανόνα και γενική ομολογία, συρρίκνωση των δυνάμεών τους, εσωτερικές διαμάχες, συγκρούσεις και διασπάσεις.

Όμως η τελευταία συνεδρίαση της Πολιτικής Επιτροπής (ΠΕ) του ΝΑΡ, στις αρχές Ιούλη (4.7.04) έδειξε ότι αντίστοιχη είναι η κρίση και στο δικό τους χώρο.

Στη διάρκεια του κινήματος ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση και τον πόλεμο, το ΝΑΡ μαζί με τους συμμάχους του δημιούργησε τη δική του επιτροπή, την "Πρωτοβουλία Αγώνα", επιδιώκοντας να συσπειρώσει τις δυνάμεις που παλεύουν για την αντικαπιταλιστική – επαναστατική προοπτική, αρνούμενο τη συνεργασία με την παραδοσιακή αριστερά, το ΚΚΕ και τον ΣΥΝ. Γενικά το ΝΑΡ έχει σαν πάγια πολιτική-τακτική του τη δημιουργία συμμαχικών σχημάτων τα οποία συσπειρώνουν αποκλειστικά "επαναστατικές οργανώσεις" στη βάση "επαναστατικών προγραμμάτων" κι όχι πλαισίων πάλης για συγκεκριμένα αιτήματα της περιόδου και του κινήματος.

Το ΝΑΡ που είναι η πιο μεγάλη από τις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, θεώρησε πως η δική του τακτική δικαιώθηκε στη διάρκεια του κινήματος των προηγούμενων χρόνων, κι ότι απέναντι στο ΚΚΕ και τον ΣΥΝ σημείωσε επιτυχίες που του επιτρέπανε να έρθει πιο κοντά στο διακηρυγμένο στόχο του της ανασύνθεσης της αριστεράς "σε επαναστατική κατεύθυνση". Μίλησε διθυραμβικά για τις δικές του επιτυχίες και άσκησε σκληρή κριτική, χαιρέκακη θα λέγαμε, απέναντι στις οργανώσεις που επιλέξανε τη συνεργασία με το Φόρουμ αντί με το ΝΑΡ στην πρωτοβουλία Αγώνα.

Ο θησαυρός όμως που η ηγεσία του ΝΑΡ νόμιζε πως είχε στα χέρια της αποδείχτηκε άνθρακες.

Η Πολιτική Επιτροπή της 4.7.04 ασχολήθηκε με δύο βασικά θέματα. Τον απολογισμό των ευρωεκλογών και την πορεία προς το β’ συνέδριο του ΝΑΡ. Και οι δύο αποφάσεις είναι χαρακτηριστικές και αποκαλυπτικές ενός τεράστιου αδιεξόδου στο οποίο βρίσκεται το ΝΑΡ και μιας μεγάλης απαισιοδοξίας η οποία διαπερνά τις δυνάμεις του. Οι ίδιες οι αποφάσεις της ΠΕ (δες εκτενή αποσπάσματα στη συνέχεια) περιγράφουν την κρίση του ΝΑΡ σαν διαλυτική και εκφυλιστική, όμως αδυνατούν να ερμηνεύσουν την κρίση αυτή και, κατά προέκταση, αδυνατούν να κάνουν οποιαδήποτε πρόταση για έξοδο απ’ αυτή την κρίση.

Η κρίση στο ΝΑΡ δεν αφορά μόνο το ΝΑΡ. Αν ήταν έτσι δεν θα χρειαζότανε η συγγραφή αυτής της μπροσούρας. Οι δυνάμεις του ΝΑΡ στο φοιτητικό χώρο αποτελούν τον βασικό κορμό πάνω στον οποίο στηρίζονται τα ΕΑΑΚ, η δεύτερη μαζικότερη αριστερή συσπείρωση στο χώρο των φοιτητών/σπουδαστών μετά την ΚΝΕ με ποσοστά γύρω στο 5 με 6 %. Η κρίση του ΝΑΡ είναι αναπόφευκτο να αντανακλαστεί σ’ αυτό το χώρο, και ο κίνδυνος οι συνέπειές της να είναι διαλυτικές οδηγώντας συντρόφους αγωνιστές στην παραίτηση ή στον κυνισμό, είναι υπαρκτός. Από την άλλη, το ΝΑΡ εμφανίζεται εδώ και καιρό σαν η οργάνωση που προβάλλει περισσότερο εμφατικά από κάθε άλλη την ιδέα της "ανασύνθεσης της αριστεράς". Ο κίνδυνος είναι η κρίση του ΝΑΡ να θέσει υπό αμφισβήτηση αυτό το στόχο, στα κομμάτια του κινήματος που παρακολουθούν και συμμερίζονται αυτή την προοπτική, θεωρώντας πως τελικά "τίποτα δεν γίνεται".

Χωρίς μια πλήρη κατανόηση των αιτιών μιας τέτοιας κρίσης, δεν υπάρχει καμιά ελπίδα για έξοδο. Το ερώτημα δεν είναι αν το ΝΑΡ μπορεί να προχωρήσει ενιαία στην αναζήτηση και τη διόρθωση των λαθών του ώστε να αλλάξει πορεία – αυτό είναι εντελώς αδύνατο με βάση τα χαρακτηριστικά και την έκταση στην οποία έχει φτάσει η κρίση στο εσωτερικό του. Το ερώτημα είναι αν υπάρχουν κάποιες δυνάμεις, μικρές έστω, μέσα στο ΝΑΡ που να μπορέσουν να δώσουν τη μάχη από σωστές θέσεις, να συσπειρώσουν κάποιο κόσμο και να του δώσουν προοπτική. Τελικός σκοπός αυτής της μπροσούρας είναι αυτός: να συμβάλει στην βαθύτερη κατανόηση των λαθών που ρίχνουν το ΝΑΡ σε κρίση. Γιατί το θέμα της ανασύνθεσης της αριστεράς, που σημαίνει να σπάσει το δίπολο ΚΚΕ και ΣΥΝ και να χτιστεί ένας τρίτος πόλος, της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, δεν αφορά και δεν απασχολεί μόνο το ΝΑΡ. Απασχολεί κι άλλες δυνάμεις και το Ξ είναι σίγουρα μια απ’ αυτές. Μόνο που με τον τρόπο που το ΝΑΡ προσέγγιζε αυτό το στόχο την προηγούμενη περίοδο, ακριβώς αυτό ήταν που δεν θα μπορούσε να πετύχει. Γι αυτό εξάλλου περνά μια τόσο σοβαρή κρίση.

Α. Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών

Ο απολογισμός του της ΠΕ του ΝΑΡ για τις εκλογές παραδέχεται πως τα αποτελέσματα του ΜΕΡΑ (του συμμαχικού σχήματος με το οποίο το ΝΑΡ κατεβαίνει στις εκλογές) δεν είναι καθόλου καλά.

Σωστά εντοπίζει από την αρχή, ότι:

"Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών συνολικά στην Ευρώπη αναδεικνύουν με ιδιαίτερη ένταση την κρίση νομιμοποίησης της ΕΕ, την αποστασιοποίηση των λαών απ’ αυτό το αντιλαϊκό και αντιδημοκρατικό οικοδόμημα, τη δυσαρέσκεια και αμφισβήτηση των εργαζομένων απέναντι στις συντηρητικές και αντεργατικές πολιτικές που αποφασίζονται και εφαρμόζονται στην ΕΕ. Τα κυβερνητικά κόμματα, ιδιαίτερα στη Γερμανία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Ιταλία, καταψηφίστηκαν μαζικά για τις συντηρητικές πολιτικές τους. Η δυσαρέσκεια και το χάσμα με την ΕΕ εκδηλώνεται και με τα φαινόμενα μαζικής αποχής και αυξανόμενου ευρωσκεπτικισμού".

Συνεχίζει:

"Ωστόσο, πρέπει να προβληματίσει το γεγονός ότι τη "μερίδα του λέοντος" της ευρωδυσαρέσκειας φαίνεται να την καρπώνονται ακραία συντηρητικά ρεύματα, ενώ οι όποιες αριστερές ριζοσπαστικές δυνάμεις εμφανίζουν κάμψη. Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεπερνάμε το γεγονός ότι η αυξημένη αποχή σε μια σειρά χώρες της ΕΕ εκδηλώνεται σε συνθήκες ανυπαρξίας κινήματος και αριστερής αναζήτησης. Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι σε αυτήν (σ.σ: την αποχή, δηλαδή) καταγράφονται κατά κύριο λόγο μια ενίσχυση τάσεων ατομισμού και πολιτικής παθητικοποίησης των μαζών, μια τάση αποδοχής (με γκρίνια έστω) του μονόδρομου της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της αγοράς και μια τάση ‘αμερικανοποίησης’ της πολιτικής ζωής.

"Όλα αυτά δείχνουν ότι ενώ κλιμακώνεται η επίθεση στα εργατικά δικαιώματα και τις ελευθερίες, ενώ εντείνεται η αντιδραστική πολιτική των κυβερνήσεων, του κεφαλαίου και της ΕΕ και παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια εκδηλώνεται πλατιά λαϊκή δυσαρέσκεια και διαθέσεις διαμαρτυρίας και αντίστασης, παραμένει και φαίνεται πιο έντονη η αδυναμία να ανέβουν οι αντιστάσεις στο επίπεδο ενός κινήματος που θα αντιπαλεύει με στρατηγική ανατροπής την πολιτική της ΕΕ και των κυβερνήσεων. Αποτελεί κυρίαρχη και επιτακτική ανάγκη, η δυσαρέσκεια και αμφισβήτηση να αποκτήσουν συγκροτημένη και μαχητική αντικαπιταλιστική κατεύθυνση. Αναδείχνεται με πιο έντονο τρόπο η έλλειψη μιας άλλης Αριστεράς, ικανής να εκφράσει τα συνολικά συμφέροντα των εργαζομένων και να συμβάλλει στην αναγέννηση του κινήματος τους με μια στρατηγική επαναθεμελίωσης της κομμουνιστικής απελευθερωτικής προοπτικής.

"Στη χώρα μας … τα αποτελέσματα επικυρώνουν τη συντηρητική κατάσταση που έχει διαμορφωθεί εδώ και καιρό με τη συνεισφορά και των δύο κομμάτων (ΠΑΣΟΚ, ΝΑ) και γενικότερα του αστικού συνασπισμού εξουσίας. Χαρακτηριστικά αυτής της κατάστασης είναι η μη αμφισβήτηση της κυβέρνησης της ΝΔ αλλά και η εκλογική άνοδο του ΛΑΟΣ. Μια άνοδος που δεν πρέπει να υποτιμηθεί, μιας και έχει την τάση να διαμορφωθεί σε ένα ευρύτερο αντιδραστικό κοινωνικό -πολιτικό ρεύμα, το οποίο μάλιστα φαίνεται να κερδίζει σε επιρροή ιδιαίτερα στις φτωχές εργατικές μάζες και γενικότερα με την ενίσχυση βαθύτερων συντηρητικών αντιλήψεων, με την αυξανόμενη τάση παθητικοποίησης, ατομικών επιλογών και μη συμμετοχής στην κοινωνική και πολιτική πάλη".

Η ΠΕ εκτιμά λοιπόν πως το κακό αποτέλεσμα του ΝΑΡ στις ευρωεκλογές έχει να κάνει με τη διαμόρφωση ενός αντιδραστικού κοινωνικού – πολιτικού ρεύματος και την ενίσχυση βαθύτερων συντηρητικών αντιλήψεων αυξανόμενη τάση παθητικοποίησης, ατομικών επιλογών και μη συμμετοχής στην ταξική πάλη. Ακόμα και στα μεγάλα ποσοστά της αποχής αυτό που θεωρεί πως κύρια αντανακλάται είναι η ενίσχυση του ατομισμού και πολιτικής παθητικοποίησης των μαζών.

Πρόκειται για μια πολύ απαισιόδοξη εικόνα που βρίσκεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την κατάσταση του κινήματος και τον τρόπο που το ΝΑΡ έβλεπε τα πράγματα ένα χρόνο πριν. Πέρυσι, στα τέλη του χειμώνα και τις αρχές της άνοιξης, είχαμε εξελίξεις ιστορικές, και διεθνώς και στην Ελλάδα, με το αντιπολεμικό κίνημα να ξεπερνάει, από πολλές σκοπιές, κάθε ιστορικό προηγούμενο, και με τις σημαντικές διαδηλώσεις ενάντια στην ελληνική προεδρία της ΕΕ. Που πήγε όλο αυτό το κίνημα;

Το να πιστεύει κανείς πως αυτό το κίνημα εξαφανίστηκε είναι λάθος. Το να νομίζει πως ο ριζοσπαστισμός που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε μέσα από τα περσινά κινήματα, απλά χάθηκε είναι επίσης λάθος. Το ερώτημα είναι γιατί αυτός ο ριζοσπαστισμός δεν αντανακλάστηκε στις εκλογές.

Και η απάντηση σ’ αυτό είναι πάρα πολύ σαφής. Οι ευθύνες γι’ αυτό βαρύνουν την αριστερά. Για την αδυναμία της αριστεράς να πείσει ότι ο κόσμος πρέπει να την ψηφίσει, κι όχι να απέχει ούτε να ψηφίζει ευκαιριακά σχήματα (όπως το ψηφοδέλτιο Γυναίκες για μια άλλη Ευρώπη), υπάρχει ένας υπεύθυνος, κι αυτή είναι η ίδια η αριστερά.

Το θέμα δεν είναι να λέμε πως στην κοινωνία αναπτύσσονται στοιχεία παθητικοποίησης και ατομικισμού. Το θέμα είναι, πρώτον να μην τα υπερβάλλουμε, και δεύτερο, να εξηγούμε γιατί αναπτύσσονται. Το θέμα είναι πέρα από τις αντικειμενικές αιτίες γι’ αυτό (που πάντα θα υπάρχουν αφού ζούμε στον καπιταλισμό) να εντοπίζουμε τις ευθύνες της αριστεράς γι’ αυτό.

Κι από τη στιγμή που το ΝΑΡ παίρνει την πρωτοβουλία να σπάσει το δίπολο ΚΚΕ – ΣΥΝ για να δημιουργήσει τον τρίτο πόλο της αριστεράς, οφείλει να μην μείνει σε γενικές αναφορές για την ανυπαρξία της "άλλης αριστεράς" αλλά να εξηγήσει γιατί αυτό, το ΝΑΡ, απότυχε στον στόχο του. Το να λέει πως αποτελεί "κυρίαρχη και επιτακτική ανάγκη η δυσαρέσκεια και η αμφισβήτηση να αποκτήσουν συγκροτημένη και μαχητική αντικαπιταλιστική κατεύθυνση" και πάλι δεν λέει τίποτα. Το θέμα είναι πως κτίζεται αυτό το κίνημα, πως κτίζεται αυτή η άλλη αριστερά και γιατί ο τρόπος που επέλεξε το ΝΑΡ να τον κτίσει έχει οδηγήσει το εγχείρημα του σε αδιέξοδο.

Η αδυναμία να δοθούν απαντήσεις σ’ αυτά τα ζητήματα, η αδυναμία να τεθούν έστω, αποτελεί και το μεγάλο κενό της απόφασης της ΠΕ.

Μιλώντας για τα αποτελέσματα του ΜΕΡΑ η απόφαση της ΠΕ αναφέρει:

"Το αποτέλεσμα του ΜΕΡΑ φανερώνει, και με την αύξηση του αριθμού των ψήφων του, την ενεργή υποστήριξη σημαντικού αριθμού αγωνιστών στην πολιτική του πρόταση για έναν πόλο της ανεξάρτητης αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, για μια άλλη Αριστερά της ρήξης και της ανατροπής. Είναι ωστόσο μη ικανοποιητικό και εξαιρετικά αναντίστοιχο με τις ανάγκες και τις δυνατότητες της περιόδου. Και υπογραμμίζει τις σοβαρές αδυναμίες του ΝΑΡ και του ΜΕΡΑ και τα όρια που υπάρχουν στην επικοινωνία τους με τον πλατύ κόσμο των κινημάτων και της Αριστεράς, καθώς και στην προσπάθεια τους να εκφράσουν και να μετασχηματίσουν τις τάσεις ριζοσπαστικοποίησης και αναζήτησης που αναπτύσσονται όλα τα τελευταία χρόνια. Ακόμα όμως και στα πλαίσια αυτών των ορίων, που δεν έχουμε καταφέρει να σπάσουμε, υπήρχαν δυνατότητες για σημαντικά καλύτερο εκλογικό αποτέλεσμα, για κάλυψη του στόχου που είχε θέσει η ΠΕ για 15.000 ψήφους.

Η αποτίμηση αυτή είναι αρκετά ακριβής. Το ΝΑΡ αναγνωρίζει εδώ την αδυναμία του να έρθει "σε επικοινωνία με τον πλατύ κόσμο των κινημάτων και της Αριστεράς, καθώς και στην προσπάθεια του να εκφράσει και να μετασχηματίσει τις τάσεις ριζοσπαστικοποίησης και αναζήτησης που αναπτύσσονται όλα τα τελευταία χρόνια". Αυτό όμως είναι σε αντίφαση με την προηγούμενη τοποθέτηση που τα ρίχνει όλα στην παθητικότητα και τον ατομικισμό. Υπάρχει λοιπόν ριζοσπαστικοποίηση αλλά το ΝΑΡ δεν καταφέρνει να την αγκαλιάσει. Γιατί;

"Το μη ικανοποιητικό εκλογικό αποτέλεσμα, πέραν αυτών των βασικών πολιτικών λόγων, οφείλεται και στο γεγονός ότι σε γενικές γραμμές δεν οργανώθηκε ούτε πραγματοποιήθηκε ουσιαστική και αποφασιστική εκλογική δουλειά. Οι προσπάθειες των τελευταίων ημερών ή η δουλειά ορισμένων οργανώσεων δεν αλλάζουν αυτή τη συνολική εικόνα, για την οποία οι σημαντικότερες ευθύνες ανήκουν στην ΠΕ και το Γραφείο της. Για να πετυχαίναμε τους στόχους που είχαμε θέσει θα έπρεπε να είχαμε βγει πιο έγκαιρα, μαζικά και αποφασιστικά στην προεκλογική καμπάνια, να υπήρχε ενοποίηση πολιτικής παρέμβασης και προτεραιοτήτων στο δυναμικό του ΝΑΡ…"

Για την ηγεσία του ΝΑΡ λοιπόν, ο βασικός υποκειμενικός λόγος που αδυνατεί "να επικοινωνήσει με τον πλατύ κόσμο" και να τον πείσει να το ψηφίσει είναι… οργανωτικός: "δεν πραγματοποιήθηκε αποφασιστική εκλογική δουλειά". Πέραν των "βασικών πολιτικών λόγων" που σύμφωνα με την απόφαση της ΠΕ είναι οι τάσεις συντηρητικοποίησης, ατομισμού και παθητικότητας στην κοινωνία, οι δυνάμεις του ΜΕΡΑ δεν τρέξανε όσο έπρεπε, δεν βγήκανε "έγκαιρα μαζικά και αποφασιστικά" στην εκλογική εκστρατεία.

Την ίδια στιγμή (αμέσως επόμενη παράγραφο) η ΠΕ του ΝΑΡ αναφέρεται στη σχετική επιτυχία άλλων ψηφοδελτίων της μη παραδοσιακής αριστεράς – μια αναφορά που από μόνη της καταρρίπτει το επιχείρημα των οργανωτικών αδυναμιών, αφού τα σχήματα αυτά είχαν σαφώς μικρότερες ενεργές δυνάμεις και παρέμβαση από το ΝΑΡ και το ΜΕΡΑ.

"Στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς υπήρξαν και κάποια ευκαιριακά εγχειρήματα (ψηφοδέλτιο των Γυναικών) που για συγκυριακούς λόγους (διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ και δυσαρέσκεια για τον ΣΥΝ) συγκέντρωσαν ψήφους από την ευρύτερη αριστερή διαμαρτυρία, χωρίς πολιτική συνοχή και προοπτική. Καταγράφηκε επίσης εκλογική άνοδος του Μ-Λ ΚΚΕ, η οποία όμως είναι σαφώς αναντίστοιχη με την πραγματική επίδραση του στο κίνημα. Το ψηφοδέλτιο αυτό καταφέρνει να συγκεντρώνει και ένα τμήμα της ευρύτερης αριστερής διαμαρτυρίας…"

Για να πάμε στην ουσία, είναι δυνατό μια τέτοια κρίση όπως αυτή που η ίδια η απόφαση της ΠΕ περιγράφει, μια κρίση που όπως θα δούμε στη συνέχεια του κειμένου η ηγεσία του ΝΑΡ παραδέχεται πως έχει να κάνει με το σύνολο των 15 χρόνων της ιστορίας του ΝΑΡ, είναι δυνατό μια τέτοια κρίση να οφείλεται σε οργανωτικούς λόγους; Η απάντηση είναι ένα πολύ κατηγορηματικό όχι! Οι λόγοι δεν θα μπορούσαν παρά να είναι πολιτικοί!

Η απόφαση της ΠΕ αποτελεί μια κτυπητή άρνηση να δει την πραγματικότητα, η οποία είναι πως οι αιτίες για την αδυναμία του ΝΑΡ να αποτελέσει τον τρίτο πόλο στην αριστερά, απέναντι στο ΚΚΕ και τον ΣΥΝ, που αποτελεί το διακηρυγμένο στόχο του, είναι, και δεν θα μπορούσε παρά να είναι, η πολιτική του ΝΑΡ. Ούτε λίγο ούτε πολύ η ΠΕ μας λέει πως δεν υπάρχουν λάθη στην πολιτική του ΝΑΡ. Κι αν δεν το λέει καθαρά το λέει έμμεσα, αφού μέσα σε όλη την "αυτοκριτική" που κάνει πουθενά δεν θα δούμε αναφορά σε πολιτικά λάθη και την ανάγκη διόρθωσης της πολιτικής τους γραμμής.

Αυτό επιβεβαιώνεται από το υπόλοιπο του κειμένου.

"Το συνολικό συμπέρασμα είναι ότι από κάθε άποψη δυναμώνει η ανάγκη οι αντιστάσεις και οι αγώνες που αναπτύσσονται και οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής επαναστατικής Αριστεράς να συγκροτήσουν ένα κίνημα ικανό να αντιπαλεύει με στρατηγική ανατροπής τη συντηρητική πολιτική, την ΕΕ και την ιμπεριαλιστική – καπιταλιστική Νέα Τάξη… Ταυτόχρονα αναδείχνεται με πιο επιτακτικό τρόπο η ανάγκη αναγέννησης τον εργατικού κινήματος…

"Σ’ αυτές τις ανάγκες πρέπει να ανταποκριθούμε ως ΝΑΡ, εξετάζοντας αυτοκριτικά την πορεία και τη δράση μας. Είναι φανερό… ότι ο μεγαλύτερος όγκος της επιρροής μας συγκροτείται, από τους πολιτικούς δεσμούς που έχουμε οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια στους αγώνες και στους κοινωνικούς χώρους, στα εργατικά και νεολαιίστικα σχήματα, στα κοινωνικοπολιτικά μέτωπα

"Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, επιβεβαιώνεται η αδυναμία μας να σπάσουμε ένα συγκεκριμένο "κέλυφος" και να ανοίξουμε δρόμους επικοινωνίας με τη διάχυτη δυσαρέσκεια και διαμαρτυρία και με την ευρύτερη αριστερή αναζήτηση… Πρέπει να προβληματιστούμε για τις αιτίες αυτής της στασιμότητας… και κυρίως να διαμορφώσουμε ένα πιο σαφές και αποφασιστικό σχέδιο βημάτων (συνελεύσεις αγωνιστών για τον πόλο ανά κοινωνικό χώρο και ανά πόλη, κάποια "κεντρική" διαδικασία… με στόχο μια πανελλαδική συνέλευση αγωνιστών, εργατικών και νεολαιίστικων σχημάτων, κινήσεων πόλης, εντύπων και οργανώσεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς το Φθινόπωρο)".

Εδώ η ΠΕ αφού στέκεται ξανά στην ανάγκη "αναγέννησης του κινήματος" και συγκρότησης μιας "στρατηγικής ανατροπής" αφού δηλώνει διάθεση να εξεταστεί "αυτοκριτικά" η πορεία και η δράση του ΝΑΡ, αφού τονίζει πως "πρέπει να προβληματιστούμε…" κλπ, η μόνη (!) συγκεκριμένη πρόταση στην οποία καταλήγει είναι να γίνουν συσκέψεις και συνελεύσεις αγωνιστών που ενδιαφέρονται για τη συγκρότηση του αντικαπιταλιστικού πόλου!

Όμως η πρόταση είναι άσχετη με το πρόβλημα! Τέτοιες συσκέψεις έχουν γίνει μέχρι σήμερα άπειρες. Το πρόβλημα είναι η αδυναμία του ΝΑΡ να συγκροτήσει τον πόλο, είναι η αδυναμία του να τον κάνει ελκυστικό σε πλατύτερα λαϊκά στρώματα. Αν το ΝΑΡ δεν έχει κάτι καινούργιο να προτείνει πάνω σ’ αυτό, τι διαφορετικό θα προσφέρουν οι συνελεύσεις των "αγωνιστών που ενδιαφέρονται για τον πόλο". Ιδιαίτερα καθώς το ΝΑΡ δεν πάει σ’ αυτές για να μάθει, απ’ ότι φαίνεται, αλλά για να επιμείνει στις παγιωμένες αντιλήψεις του, αν κρίνουμε από τη συνέχεια του κειμένου.

"Αυτή η προσπάθεια και οι γενικότεροι συσχετισμοί απαιτούν από το ΝΑΡ μια ποιοτική στροφή στην τολμηρή ανάπτυξη και σταθερή προβολή των αναλύσεων για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό της εποχής μας, των επεξεργασιών και της πρακτικής για το νέο εργατικό κίνημα, της διαλεκτικής σύνδεσης στρατηγικής – τακτικής, του αντικαπιτα-λιστικού εργατικού μετώπου και του σύγχρονου επαναστατικού υποκειμένου, υπερβαίνοντας προβλήματα και αδυναμίες υπόκλισης στις παραδοσιακές θεωρήσεις του καπιταλισμού, υποτίμησης στο περιεχόμενο και τις μορφές της εργατικής χειραφέτησης και αναπαραγωγής των ιστορικά χρεοκοπημένων αντιλήψεων για το υποκείμενο και τη σχέση του με το μέτωπο και το κίνημα.

"Ταυτόχρονα πρέπει να γίνουν σοβαρά βήματα στη φυσιογνωμία και την πρακτική του ΜΕΡΑ, ώστε να αποπνέει πραγματικά μια τέτοια κατεύθυνση μετώπου – πόλου και ένα σύγχρονο περιεχόμενο κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης, ανοιχτό στο διάλογο και την αναζήτηση αλλά και βαθύτερα οριοθετημένο από όλες τις εκδοχές της παραδοσιακής Αριστεράς. Δεν αρκεί ένας τυπικός διακηρυκτικός διαχωρισμός που στην πράξη δεν προωθεί τη στρατηγική και πολιτική ανασυγκρότηση αλλά αναπαράγει φυσιογνωμίες και χαρακτηριστικά που δεν είναι ελκτικά για τη σύγχρονη αντικαπιταλιστική αμφισβήτηση και αναζήτηση. Συνολικά, είναι ανάγκη να συγκεντρώσουμε τα μέσα και τις δυνάμεις μας στον δύσκολο αλλά με νέες δυνατότητες πολιτικό στόχο της συνένωσης σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο όλου τον δυναμικού των αγωνιστών που αγωνιά για την προοπτική δημιουργίας ενός μαζικού, ενωτικού πόλου της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς που θα τροφοδοτείται από το κίνημα και θα του δίνει ώθηση και νικηφόρα προοπτική".

Κι έτσι κλείνει το κείμενο για τον απολογισμό των αποτελεσμάτων των εκλογών. Μιλά για "ποιοτικές στροφές" για "διαλεκτική σύνδεση στρατηγικής – τακτικής" για "σύγχρονο περιεχόμενο κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης" για "συνένωση σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο" αλλά πουθενά δεν δίνει συγκεκριμένο περιεχόμενο σ’ αυτές τις εκφράσεις. Και προπάντων, πουθενά δεν βλέπει καμία ανάγκη καμίας διόρθωσης των πολιτικών του επεξεργασιών! Αντίθετα επιμένει σ’ αυτές θεωρώντας μάλιστα πως βασικό καθήκον είναι η "τολμηρή ανάπτυξη και σταθερή προβολή" και μάλιστα μέσα από μια νέα "ποιοτική στροφή" των ίδιων αυτών αναλύσεων.

Περιττό να πούμε πως κανένας εργαζόμενος δεν θα καταλάβαινε λέξη από τους περισπούδαστους όρους και τις στρυφνές ακαδημαϊκές εκφράσεις που χρησιμοποιεί το ΝΑΡ για να περιγράψει, υποτίθεται, τα καθήκοντα της συγκρότησης του αντικαπιταλιστικού του πόλου κλπ…

Αυτό όμως είναι μόνιμο πρόβλημα. Και είναι σύμπτωμα της βαθύτερης ουσίας της κρίσης του ΝΑΡ: το ΝΑΡ δεν μπορεί να μιλήσει τη γλώσσα των εργαζομένων, γι’ αυτό και δεν μπορεί να τους πείσει. Κι όλα δείχνουν πως δεν θα το κάνει ποτέ. Γιατί και το δεύτερο, βασικό κείμενο της ΠΕ του ΝΑΡ, που αφορά το συνέδριο του ΝΑΡ, ενώ εξηγεί πως το συνέδριο ίσως δώσει λύση στην κρίση του ΝΑΡ, την ίδια στιγμή δεν κάνει καμία πρόταση που να δημιουργεί αμυδρές έστω ελπίδες για κάτι τέτοιο.

Β. Η απόφαση για το β’ συνέδριο του ΝΑΡ

Γράφει η απόφαση της ΠΕ για το β’ συνέδριο του ΝΑΡ:

"Το Β’ Συνέδριο του ΝΑΡ, που έχει καθυστερήσει κυρίως λόγω των οξυμένων εσωτερικών πολιτικο-οργανωτικών μας προβλημάτων, αποτελεί χωρίς υπερβολή μια κορυφαία θεωρητική, πολιτική οργανωτική και πολιτιστική μάχη και ένα τεράστιο συλλογικό στοίχημα για όλους μας.

"…Το Συνέδριο θα αποδείξει αν στις σημερινές συνθήκες, στη χώρα μας και διεθνώς, είναι δυνατόν όχι μόνο να μη διαλυθεί και να επιβιώσει αλλά και να αναβαθμιστεί όσο γίνεται ποιοτικά και να επηρεάσει τις εξελίξεις, το εγχείρημα για μια επαναστατική υπέρβαση των ιστορικά αδιέξοδων στρατηγικών της κυρίαρχης Αριστεράς".

Εδώ η κρίση εμφανίζεται σε όλη της τη διάσταση. Η ΠΕ δηλώνει ξεκάθαρα πως το συνέδριο θα δείξει αν θα διαλυθεί ή όχι το εγχείρημα του ΝΑΡ για μια επαναστατική αριστερά.

"… Για το ίδιο το ΝΑΡ, η επιτυχία του Συνεδρίου θα κρίνει καθοριστικά την υπέρβαση ή όχι της υπεροξυμμένης αντίφασης που σημαδεύει όλη την πορεία του, ανάμεσα στις κυρίαρχες ακόμα, εν πολλοίς μικροαστικές, προγραμματικές και οργανωτικές πλευρές και επιρροές του από τη μία και στις εν δυνάμει βασικές εργατικές κομμουνιστικές επαναστατικές πλευρές και επιδιώξεις του από την άλλη, που του δίνουν και την όποια προοπτική του".

Η παράγραφος είναι απόλυτα αποκαλυπτική.

Η ΠΕ λέει εδώ πως στο ΝΑΡ κυριαρχούν οι "μικροαστικές πλευρές" (προγραμματικές -δηλαδή πολιτικές !!- και οργανωτικές) ενάντια στις "εργατικές κομμουνιστικές επαναστατικές πλευρές" οι οποίες υπάρχουν… "εν δυνάμει"! Λέει, δηλαδή η ΠΕ, πως το ΝΑΡ είναι μια μικροαστική οργάνωση, παραδέχεται πως δεν είναι μια επαναστατική οργάνωση των εργαζομένων αφού οι "εργατικές επαναστατικές πλευρές" του ΝΑΡ υπάρχουν μόνο εν δυνάμει!

Δεν ξέρουμε αν η ΠΕ κατανοεί σε όλη της την έκταση τη σημασία αυτής της τοποθέτησης! Ξέρουμε όμως πως την ίδια στιγμή που η ΠΕ κάνει τέτοιες "απίστευτες" διαπιστώσεις, την ίδια στιγμή,

– δεν προχωρά στο να εξηγήσει πολιτικά ποια είναι τα μικροαστικά χαρακτηριστικά του ΝΑΡ,

– δεν αποδίδει ευθύνες: ποιος φταίει δηλαδή γι’ αυτά τα χαρακτηριστικά,

– δεν εξηγεί πως εμφανίστηκαν και γιατί αναπτύχθηκαν αυτά τα χαρακτηριστικά και, κατ’ επέκταση, δεν προτείνει και τίποτα για να τα διορθώσει.

Όταν σε μια οργάνωση κυριαρχούν τα μικροαστικά χαρακτηριστικά, τότε υπεύθυνη είναι η ηγεσία του, γιατί αυτή, από τη μια αντανακλά και από την άλλη διαμορφώνει τα στοιχεία που συγκροτούν τη φυσιογνωμία της οργάνωσης (ιδεολογικά, πολιτικά, οργανωτικά). Όταν στην οργάνωση κυριαρχούν τα μικροαστικά στοιχεία τότε και στην ηγεσία κυριαρχεί ο μικροαστισμός – δεν μπορεί να είναι διαφορετικά. Όταν δε αυτή η ίδια ηγεσία καταγγέλλει τον μικροαστισμό που κυριαρχεί στον εαυτό της και στην οργάνωση χωρίς την ίδια στιγμή να προτείνει και κάτι που να ανατρέπει αυτά τα μικροαστικά χαρακτηριστικά, τότε πραγματικά βρισκόμαστε στο θέατρο του παράλογου… Τότε, πραγματικά, ο κίνδυνος του "εκφυλισμού της διάσπασης και της διάλυσης", που εντοπίζει η επόμενη παράγραφος της ΠΕ, είναι υπαρκτός.

"Το Συνέδριο θα κρίνει αν τα επαναστατικά χαρακτηριστικά της φυσιογνωμίας και της πρακτικής του όλα αυτά τα 15 χρόνια, θα μπορέσουν να αναδειχτούν συλλογικά και να ηγεμονεύσουν δημοκρατικά και ενωτικά πάνω σε όλα όσα μας καθηλώνουν στη στασιμότητα, στη χαλαρότητα και στην οπισθοδρόμηση. Το Συνέδριο θα κρίνει αν το ΝΑΡ θα υποταχτεί στις τάσεις εκφυλισμού, διάσπασης και διάλυσης του ή αν θα καταφέρει να υπερβεί αυτούς τους κινδύνους και να πραγματοποιήσει στην πορεία μια ουσιαστική τομή στη φυσιογνωμία του, στην οργανωτική του ανάπτυξη και στην μαζική του επίδραση".

Οι στόχοι του συνεδρίου αυτού, που θα κρίνει το μέλλον του ΝΑΡ, οριοθετούνται από την ΠΕ ως εξής:

"Τρία βασικά ζητήματα που αλληλοσυνδέονται διαλεκτικά πρέπει να αποτελούν τους κύριους στόχους του Συνεδρίου:

"Πρώτο, η ποιοτική αναβάθμιση της στρατηγικής, κομμουνιστικής, προγραμματικής μας φυσιογνωμίας. Δεύτερο, η ποιοτική ανάπτυξη της πολιτικής μας γραμμής και φυσιογνωμίας και των δρόμων μαζικής επίδρασης της στους εργαζόμενους, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες της περιόδου. Και τρίτο, η καθοριστική πλευρά της ποιότητας της πρακτικής μας, του επιπέδου υλοποίησης και εφαρμογής των επεξεργασιών μας. Το τελευταίο καθήκον συνδέεται με τη λεγόμενη οργανωτική μας συγκρότηση και ανάπτυξη, συνδέεται με την ποιότητα της προσπάθειας για την προώθηση των αρχών της εργατικής δημοκρατίας ενάντια στο αναπόφευκτο κυρίαρχο κλίμα και την επιρροή των μικροαστικών πολιτικών προσωπικών ανταγωνισμών και μικροεξουσιών. Ο αποφασιστικός κρίκος που συνενώνει και κρίνει σε κάθε φάση την επαναστατική ή μη ποιότητα των τριών αλληλένδετων αυτών πλευρών της συγκρότησης μας, είναι το επίπεδο ανάπτυξης του λεγόμενου πολιτικού και οργανωτικού πολιτισμού στο εσωτερικό της οργάνωσης και στο μαζικό κίνημα. Είναι η επαναστατική και αγωνιστική αλληλεγγύη ανάμεσα στους συντρόφους, η συλλογικότητα στην απόφαση και στη δράση, η αναζήτηση ανώτερης κοινής επαναστατικής βάσης, η προώθηση της ανοιχτής και όχι υπόγειας συζήτησης των διαφορετικών απόψεων, είναι ο πολιτισμός της διαπάλης για τη συλλογική κατάκτηση και την επιβεβαίωση της ηγεμονίας των επαναστατικών ιδεών και πρακτικών που έχει ανάγκη η ταξική πάλη.

"Αυτοί οι τρεις βασικοί στόχοι του Συνεδρίου (προγραμματική φυσιογνωμία, επεξεργασία πολιτικής γραμμής και πολιτικού προγράμματος πάλης και εργατικο-δημοκρατική οργανωτική συγκρότηση) πρέπει να συμπυκνωθούν τελικά μέσα από ουσιαστική πολιτική συζήτηση σε τρία βασικά ντοκουμέντα, που θα είναι η προγραμματική διακήρυξη, το κείμενο για την πολιτική μας γραμμή και παρέμβαση και η εμβάθυνση των αρχών λειτουργίας (που, αν εκτιμήσουμε ότι είναι εφικτό, μπορεί να φτάσει έως και την ψήφιση καταστατικού της οργάνωσης)".

Τι σημαίνουν όλες αυτές οι ακατάληπτες αναφορές περί "ποιοτικής αναβάθμισης της στρατηγικής-προγραμματικής φυσιογνωμίας… της πολιτικής φυσιογνωμίας και των δρόμων επίδρασής της στους εργαζόμενους… και της ποιότητας της πρακτικής";

Τίποτα δεν σημαίνουν. Αδυνατώντας να εντοπίσει την ουσία του προβλήματος και να κάνει προτάσεις για τη λύση του, η ΠΕ καταφεύγει σε κάποιες γενικόλογες εκφράσεις με τις οποίες ο καθένας θα μπορούσε και να συμφωνούσε, αλλά που δεν έχουν κανένα νόημα αφού δεν έχουν συγκεκριμένο πρακτικό περιεχόμενο. Όταν λέμε "ο καθένας" βέβαια εννοούμε "ο καθένας διανοούμενος" ή και "ψευτοδιανοούμενος" γιατί, για έναν εργαζόμενο στον οποίο η ηγεσία του ΝΑΡ προσπαθεί να μεταφέρει τις ιδέες της και να τον πείσει για τις "επαναστατικές ιδέες", μια απλή ματιά στα ακαταλαβίστικα αυτά είναι αρκετή για να σταματήσει να ασχολείται.

Αν κρίνουμε πάντως από την έκταση και το χώρο που καταλαμβάνουν στο κείμενο οι διάφοροι στόχοι της ΠΕ είναι φανερό πως αυτό που τους απασχολεί περισσότερο είναι το θέμα του λεγόμενου "πολιτισμού". Η απόφαση καταγγέλλει "το κυρίαρχο κλίμα των μικροαστικών πολιτικών προσωπικών ανταγωνισμών και μικροεξουσιών…" ζητά την "προώθηση της ανοικτής και όχι υπόγειας συζήτησης των διαφορετικών απόψεων" στο όνομα της "εργατικής δημοκρατίας"…

Η εργατική δημοκρατία δεν έχει βέβαια τίποτα να κάνει με το καθεστώς λειτουργίας στο εσωτερικό του κόμματος, έχει να κάνει με τη δομή και λειτουργία της σοσιαλιστικής κοινωνίας, αυτό όμως είναι ένα άλλο κεφάλαιο… Η ουσία των πιο πάνω είναι ότι η κρίση στο εσωτερικό του ΝΑΡ έχει αγγίξει τα όρια της σήψης, αφού τα φαινόμενα στα οποία αναφέρεται η απόφαση της ΠΕ δεν περιγράφουν πολιτική αντιπαράθεση αλλά εκφυλισμό σε επίπεδο προσωπικών ανταγωνισμών και ματαιοδοξίας. Η εικόνα του εκφυλισμού και της σήψης περιγράφεται ακόμα πιο γλαφυρά στη συνέχεια του κειμένου…

Για να επιτευχθούν οι τρεις στόχοι του συνεδρίου, η ΠΕ θέτει τέσσερις προϋποθέσεις.

"Αυτοί οι τρεις βασικοί στόχοι καθορίζουν και τις ουσιαστικές προϋποθέσεις και τους όρους για μια προωθητική πορεία μέσα από το Β’ Συνέδριο.

"Πρώτη προϋπόθεση είναι η προσπάθεια θα λέγαμε "άμεσης κατάπαυσης τον πυρός" και στη συνέχεια υπέρβασης όλων των φαινομένων όξυνσης της αντιπαράθεσης χωρίς αρχές. Είναι ο συλλογικός εντοπισμός των κινδύνων εκφυλισμού και διάλυσης που περιέχουν οι πρακτικές της πολεμικής, των χαρακτηρισμών και του πολιτικού διασυρμού απέναντι στους συντρόφους και ιδιαίτερα τις διαφορετικές απόψεις. Είναι η υπέρβαση της λογικής των φέουδων στους διάφορους τομείς της δράσης μας, η υπέρβαση της αντιπαράθεσης ανάμεσα στα διαφορετικά όργανα, οργανώσεις, τομείς δράσης απέναντι στον ενιαίο οργανωτικό ιστό…

"Δεύτερη προϋπόθεση είναι η ουσιαστική πολιτική συζήτηση των διαφορετικών απόψεων για την κατάκτηση ανώτερης και πιο συγκεκριμένης ενιαίας επαναστατικής βάσης στα ζητήματα του στρατηγικού προγράμματος, της τακτικής και της οργάνωσης και όχι η συνέχιση της αντιπαράθεσης χωρίς αρχές για ένα αστικού τύπου οργανωτικό ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Είναι η δέσμευση της ΠΕ ότι θα εργαστεί σχεδιασμένα και μεθοδικά για να εξασφαλίσει την ενωτική πορεία του ΝΑΡ προς το Συνέδριο… Να τελειώνουμε με την ψιθυρολογία, τις εκτιμήσεις που κυκλοφορούν πλάγια και δεν γίνονται αντικείμενο συζήτησης και αντιπαράθεσης, μεταξύ όλων των συντρόφων. Επιπλέον, θέλουμε να απευθύνουμε έκκληση σε όλα τα μέλη και τις οργανώσεις του ΝΑΡ και της νΚΑ να συμβάλλουν ουσιαστικά στην όλη πορεία μέσα από δημιουργικές συζητήσεις στις συλλογικές διαδικασίες της οργάνωσης, με πολιτικό τρόπο και με ανοιχτές διαδικασίες, και όχι σε κλειστούς κύκλους ή με εκφυλιστικές μορφές.

"Τρίτη προϋπόθεση είναι η δέσμευση της ΠΕ να προωθήσει την εργατική δημοκρατία και τη συζήτηση των θέσεων που θα επεξεργάζεται η ΠΕ σε όλο το δυναμικό της οργάνωσης και των πρωτοπόρων αγωνιστών του κινήματος, βάζοντας τέλος στο σημερινό κατακερματισμό και τη βαθιά αντιδημοκρατική τακτική έλλειψης συζήτησης. Να συμβάλλει ώστε να "κυκλοφορήσουν" στην οργάνωση όλες οι απόψεις και να φτάσουν με ουσιαστικό τρόπο όλες οι γνώμες σε όλους τους συντρόφους. Τέταρτη, η ΠΕ δεσμεύεται να πάρει όλα εκείνα τα απαραίτητα μέτρα ώστε και το Πριν να συμβάλει ουσιαστικά στην προσυνεδριακή διαδικασία"

Οι τέσσερις προϋποθέσεις που θέτει η ΠΕ του ΝΑΡ (με τη συνηθισμένη ακατάληπτη πολυλογία της) στην ουσία είναι μία προϋπόθεση, κι αυτή είναι να υπάρξει μια ουσιαστική, δημοκρατική και συντροφική πολιτική συζήτηση στο εσωτερικό της οργάνωσης, κι όχι ο σημερινός χωρίς αρχές αλληλοσκοτωμός.

Η συντροφική συζήτηση με δημοκρατικό τρόπο και η πολιτική επιχειρηματολογία, θα έπρεπε όμως να ήταν ήδη κατακτημένα στο ΝΑΡ, αν το ΝΑΡ ήταν επαναστατική οργάνωση! Αντί γι’ αυτό όμως η ΠΕ διαπιστώνει μια εικόνα καταθλιπτική ακόμα και για τους αντιπάλους του ΝΑΡ: "αντιπαράθεση χωρίς αρχές… αστικού τύπου ξεκαθάρισμα λογαριασμών… ψιθυρολογία… κλειστοί κύκλοι… εκφυλιστικές μορφές… βαθιά και αντιδημοκρατική τακτική έλλειψης συζήτησης"!

Αλλά, και πάλι, μπροστά σ’ όλο αυτό το χαμό, τη "σφαγή", την αλληλοεξόντωση συντρόφων, τον εκφυλισμό και τη σήψη, η περισπούδαστη ΠΕ του ΝΑΡ δεν μπορεί να ανακαλύψει τις πολιτικές αιτίες που βρίσκονται από πίσω! Δεν μπαίνει καν στον κόπο να προσπαθήσει να ανακαλύψει τις πολιτικές αιτίες. Διαπιστώνει μόνο διαμάχες που δεν έχουν πολιτικό περιεχόμενο. Έτσι επιβεβαιώνει ένα πράγμα: η ηγεσία του ΝΑΡ δεν είναι μια επαναστατική ηγεσία, είναι μια ηγεσία σεκταριστική, που κτίζει μια οργάνωση "καθ’ εικόνα και ομοίωση", και που σαν τέτοια οδηγεί εκατοντάδες αγνούς και ανιδιοτελείς αγωνιστές του νεολαιίστικου κύρια κινήματος, στον γκρεμό!

Γ. Οι βαθύτερες πολιτικές αιτίες της κρίσης του ΝΑΡ

Πριν από 15 χρόνια, 15 σχεδόν χιλιάδες νέοι, η τότε ΚΝΕ, αποχώρησε από το ΚΚΕ και προχώρησε στη δημιουργία του ΝΑΡ. Ήταν η πιο μεγάλη διάσπαση προς τα αριστερά που έχουμε στην πρόσφατη ιστορία του κινήματος, η οποία δημιουργούσε μεγάλες προσδοκίες και μεγάλες ελπίδες. Το ΝΑΡ έγινε με διαφορά η πιο μεγάλη οργάνωση της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς στην Ελλάδα, με μαζική επιρροή μέσα στο χώρο της φοιτητικής νεολαίας – μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’90 τα ΕΑΑΚ ξεπερνούσαν σε μαζικότητα την ΚΝΕ (και βέβαια το Δίκτυο του ΣΥΝ) στα πανεπιστήμια.

Ξεκινώντας από τέτοιες βάσεις, μια νέα οργάνωση θα μπορούσε πραγματικά να λειτουργήσει σαν η βάση για την ανασύνθεση της αριστεράς στην Ελλάδα: το κτίσιμο μιας μαζικής επαναστατικής αριστεράς που να ανατρέψει την κυριαρχία του ΚΚΕ και του ΣΥΝ. Το ΝΑΡ έθεσε αυτό τον στόχο. Και απότυχε παταγωδώς να τον φέρει σε πέρας. Απόλυτα υπεύθυνη είναι η ηγεσία του. Και οι ευθύνες της δεν είναι κάτι γενικό κι αφηρημένο ή κάτι μικρό. Οι ευθύνες της ηγεσίας του ΝΑΡ δεν έχουν καμία σχέση με τις "ευθύνες" των μικρών οργανώσεων που παλεύουν να αποσπαστούν από το περιθώριο του κινήματος. Το ΝΑΡ είχε άλλες δυνατότητες γιατί ξεκίνησε έχοντας από την πρώτη στιγμή επαρκή μαζική απήχηση, με τα ποσοστά του στους φοιτητικούς χώρους να είναι στα πρώτα χρόνια της διαδρομής του διπλάσια από της ΚΝΕ! Οι ευθύνες της ηγεσίας του ΝΑΡ είναι λοιπόν τεράστιες γιατί κατασπατάλησε, έκαψε, έστειλε σπίτι του, ή παραμόρφωσε, χιλιάδες νέους αγωνιστές, ότι πιο αξιόλογο γέννησε το ελληνικό κίνημα εδώ και 15 χρόνια.

Γιατί;

Δυνατότητες, αυτή τη στιγμή, για μια πλήρη ανάπτυξη της κριτικής μας προς την πολιτική του ΝΑΡ δεν υπάρχουν. Ότι ακολουθεί αποτελεί μέρος μόνο των βασικών σημείων της κριτικής μας, κι αυτά μόνο εν μέρει ανεπτυγμένα.

Η πολιτική των "επαναστατικών κραυγών"

Η πολιτική του ΝΑΡ χαρακτηρίζεται γενικά απ’ αυτό που το Ξεκίνημα έχει περιγράψει σε διάφορες στιγμές και φάσεις σαν "πολιτική επαναστατικών κραυγών". Θέλοντας να διαχωριστεί από την υπόλοιπη αριστερά (ΚΚΕ και ΣΥΝ) η ηγεσία του ΝΑΡ θεωρεί πως ο τρόπος να γίνει αυτό είναι φωνάζοντας με όλη τη δύναμη της φωνής (και συχνά και με τη "δύναμη" μερικών γροθιών) πως "είμαστε οι επαναστάτες". Γι αυτό στα κείμενα του ΝΑΡ βλέπουμε να επαναλαμβάνεται με υπερβολικά φορτικό (και ανούσιο) τρόπο ότι το ΝΑΡ παλεύει για την εργατική / κομμουνιστική / επαναστατική / απελευθερωτική (κλπ…) επαναθεμελίωση / αναγέννηση / ανασύσταση, (κλπ…) της αριστεράς.

Ο στόχος της σαφούς οριοθέτησης απέναντι στην υπόλοιπη, σταλινική (ΚΚΕ) και ρεφορμιστική (ΣΥΝ), αριστερά είναι απόλυτα απαραίτητος για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για μια άλλη, δηλαδή μαζική επαναστατική, αριστερά. Ο τρόπος όμως με τον οποίο η ηγεσία του ΝΑΡ επιχειρεί να τον πετύχει είναι απελπιστικά αδιέξοδος και καταδικασμένος σε αποτυχία.

Το μαζικό κίνημα το οποίο αποτελεί τον τελικό στόχο των μαρξιστών / επαναστατών, δεν ενδιαφέρεται για το ποιος λέει πως είναι περισσότερο επαναστάτης, για να τον υποστηρίξει. Ενδιαφέρεται να δει ποιος παλεύει πιο αποτελεσματικά για τα δικαιώματά του! Στη συνέχεια αυτό το μαζικό κίνημα πρέπει να πειστεί πως η σοσιαλιστική επανάσταση είναι και απαραίτητη, για να λυθούν τα προβλήματα αυτά! Κι ακόμα πρέπει να πειστεί πως η σοσιαλιστική αυτή επανάσταση είναι και ρεαλιστική! Ιδιαίτερα μετά την εμπειρία της κατάρρευσης της Σοβ. Ένωσης οι "αμφιβολίες" του μαζικού κινήματος για την αναγκαιότητα και την ρεαλιστικότητα του εγχειρήματος της επανάστασης είναι πολύ έντονες. Για να ξεπεραστούν αυτές οι δυσκολίες, χρειάζεται μεγάλη υπομονή και πολλή εξήγηση.

Η ηγεσία του ΝΑΡ δεν έχει καταλάβει αυτό το καθήκον της υπομονετικής πάλης που να ξεκινά από τα συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει το κίνημα και της παράλληλης υπομονετικής εξήγησης ότι τελικά μόνο η σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί να δώσει λύσεις, πως θα γίνει, πως θα κτιστεί η εργατική εξουσία, και πως θα επιβιώσει αφού το παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης οδήγησε σε ένα εκτρωματικό αντεπαναστατικό καθεστώς (το σταλινισμό) το οποίο μετά κατέρρευσε. Παρακάμπτει όλη αυτό το μεγάλο έργο, θεωρώντας ότι το μόνο που χρειάζεται είναι να δηλώσει την επαναστατική του ταυτότητα. Αυτό είναι το πιο χτυπητό γνώρισμα αυτού που από την εποχή του ο ίδιος ο Μαρξ ονόμασε "σεκταρισμό".

Το μεταβατικό πρόγραμμα

Για να πειστούν οι πλατιές μάζες και το κίνημα για την αναγκαιότητα της σοσιαλιστικής επανάστασης χρειάζεται αυτό που ο Τρότσκι καθιέρωσε με το όνομα "μεταβατικό πρόγραμμα". Που σημαίνει να ξεκινάς από τα καθημερινά, μεγάλα ή μικρά, προβλήματα της κοινωνίας, όχι όπως τα καταλαβαίνεις εσύ αλλά όπως τα κατανοεί η κοινωνία, και παλεύοντας γι’ αυτά να πείθεις τους εργαζόμενους για την αναγκαιότητα μιας άλλης αριστεράς και μιας εναλλακτικής σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Αυτή η μέθοδος είναι το ακριβώς αντίθετο της πολιτικής που εφαρμόζει το ΝΑΡ. Το ΝΑΡ ξεκινά το κάλεσμά του προς το μαζικό κίνημα εξηγώντας πως στόχος πάλης είναι η ενίσχυση των δυνάμεων της κομμουνιστικής /επαναστατικής/ κλπ απελευθέρωσης.

Ας πάρουμε για παράδειγμα την προεκλογική διακήρυξη του ΝΑΡ για τις ευρωεκλογές (το πιο πρόσφατο παράδειγμα). Η διακήρυξη αυτή, με την οποία το ΝΑΡ καλούσε τον κόσμο να ψηφίσει ΜΕΡΑ, ξεκινούσε με τα εξής:

"Αντίσταση και πάλη σε κάθε μέτωπο, συνολική ρήξη, αντικαπιταλιστική αποδέσμευση της χώρας, διεθνιστική ανατροπή, απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Αντιπαλεύουμε -ανατρέπουμε την δολοφονική πολεμική και κοινωνική εκστρατεία της Νέας Τάξης.

Έξω από την ιμπεριαλιστική Ευρώπη και την τρομοκρατική καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση.

Επαναστατική Αντικαπιταλιστική Διεθνοποίηση, με Κομμουνιστική προοπτική, στην περιοχή μας, στην Ευρώπη και στον κόσμο".

Η μεταβατική προσέγγιση στο πρόγραμμα με το οποίο οι μαρξιστές απευθύνονται στο μαζικό κίνημα, καθιερώθηκε μεν από τον Τρότσκι αλλά στην ουσία είναι το θεωρητικό απαύγασμα της εμπειρίας των Μπολσεβίκων και μια από τις πιο σημαντικές συμβολές του ίδιου του Λένιν. Το μεταβατικό πρόγραμμα κάνει λοιπόν ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που κάνει το ΝΑΡ. Ξεκινά από τον στόχο του να λυθούν τα συγκεκριμένα πρακτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει καθημερινά το εργατικό κίνημα και καταλήγει εξηγώντας πως χωρίς τη σοσιαλιστική επανάσταση δεν μπορεί να υπάρξει πραγματική λύση. Ποια είναι αυτά τα προβλήματα; Είναι η ανεργία, η ακρίβεια, οι συντάξεις, η υγεία και η παιδεία, κλπ – ο τελευταίος Έλληνας εργαζόμενος δεν έχει καμιά δυσκολία να τα απαριθμήσει. Η τέχνη για τους μαρξιστές είναι να βρουν τον τρόπο ξεκινώντας από αυτά τα προβλήματα να πείσουν για την αναγκαιότητα της πάλης για την ανατροπή του καπιταλισμού.

Χωρίς τη μεταβατική μέθοδο είναι παντελώς αδύνατη η προσέγγιση του μαζικού κινήματος και ιδιαίτερα του εργατικού. Οποιαδήποτε οργάνωση που θέλει να είναι "επαναστατική" χωρίς την μεταβατική μέθοδο, είναι καταδικασμένη να οδηγηθεί στο σεκταρισμό – την απομόνωση δηλαδή από το μαζικό κίνημα και την περιθωριοποίηση σε κύκλους "επαναστατών" οι οποίοι ούτε λίγο ούτε πολύ ζουν στον κόσμο τους. Ο σεκταρισμός αναπαράγει τον εαυτό του και καταλήγει σε ένα φαύλο κύκλο.

Αυτό συμβαίνει με το ΝΑΡ, αλλά και τις συμμαχικές του δυνάμεις (ΜΕΡΑ, ΕΑΑΚ ) που αδυνατώντας να ερμηνεύσουν το αδιέξοδο στο οποίο έχουν βρεθεί, νομίζουν πως η απάντηση στη σταθερή μείωση της απήχησής τους είναι το να σηκώνουν όλο και πιο ψηλά τη "σημαία του καθαρού επαναστάτη". Το αποτέλεσμα είναι να τραβούν ένα τείχος ανάμεσα σ’ αυτούς και σε κάθε έναν που διαφωνεί μαζί τους. Από τη μια μεριά είναι αυτοί, οι "καθαροί επαναστάτες", από την άλλη είναι όλοι οι υπόλοιποι. Όσοι δεν συμφωνούν μαζί τους είναι "ρεφορμιστές" δηλαδή προδότες του σοσιαλισμού και των εργατικών συμφερόντων. Κι αν δεν είναι ρεφορμιστές καθ’ εαυτοί, είναι τουλάχιστον δορυφόροι τους! Έτσι το Ξεκίνημα έχει περιγραφεί από το ΠΡΙΝ (πέρυσι, τέτοιο καιρό) σαν "αριστερή πτέρυγα της Σοσιαλδημοκρατίας"…

Εξτρεμισμοί

Ο "εξτρεμισμός" έχει αναδειχθεί από το ΝΑΡ σε απαραίτητη μορφή "επαναστατικής πάλης". Πορεία στην οποία δεν υπάρχουν συγκρούσεις με την αστυνομία είναι για τα ΕΑΑΚ και το ΝΑΡ απαράδεκτη. Το ΝΑΡ έχει επανειλημμένα κατηγορήσει την ΚΝΕ μέσα από τις στήλες του ΠΡΙΝ ότι οι πορείες που καλεί είναι το αντίστοιχο παρελάσεων, κι ότι το γεγονός πως η ΚΝΕ δεν επιδιώκει σύγκρουση με τα ΜΑΤ είναι απόδειξη του μη επαναστατικού-ρεφορμιστικού της χαρακτήρα.

Αν αυτές οι ανοησίες, γιατί περί ανοησιών πρόκειται, μπορούν να βρουν κάποια απήχηση σε κάποια κομμάτια του φοιτητικού κινήματος, στο εργατικό κίνημα δεν υπάρχει ποτέ καμία πιθανότητα να γίνει κάτι τέτοιο. Το γεγονός και μόνο πως το ΝΑΡ υιοθετεί τέτοιες μορφές πάλης δείχνει πως δεν έχει καμία αντίληψη για το πώς θα μπορέσει κάποτε να έχει κάποια απήχηση μέσα σε εργατικά στρώματα. Κανένας εργαζόμενος δεν ενδιαφέρεται να πάει σε μια πορεία για να "παίξει ξύλο" με τους μπάτσους. Ακριβώς το αντίθετο: όπου προμηνύονται αναίτιες (τονίζουμε το "αναίτιες") συγκρούσεις οι εργαζόμενοι αρνούνται να έχουν συμμετοχή. Και καλά κάνουν. Αυτό δεν σημαίνει πως οι εργαζόμενοι αρνούνται να συγκρουστούν γενικά και αόριστα. Κάθε άλλο. Όταν χρειάζεται οι εργαζόμενοι έχουν δείξει πως είναι έτοιμοι για σκληρές συγκρούσεις, για τεράστιες θυσίες, για ηρωικούς αγώνες. Όταν όμως χρειάζεται! Όταν είναι για να υπερασπίσουν την απεργία τους ενάντια σε απεργοσπάστες. Όταν καταλάβουν τα εργοστάσια και τις βιομηχανίες και οι δυνάμεις ασφαλείας επιχειρούν να τους βγάλουν έξω. Όταν παλεύουν για το δικαίωμα τους στη δουλειά και τους προκαλεί η αστυνομία. Όταν υπάρχει σοβαρός λόγος οι εργαζόμενοι δίνουν σκληρές μάχες, και σοβαρός λόγος σημαίνει πως οι εργαζόμενοι νοιώθουν πως δεν έχουν άλλη επιλογή, πως είναι υποχρεωμένοι να συγκρουστούν! Τότε συγκρούονται και το κάνουν αποφασιστικά. Όχι όμως σύγκρουση για χάρη της σύγκρουσης, όχι ξύλο για συμβολικούς λόγους!

Η βασική διαφορά ανάμεσα στους εργαζόμενους και τις οργανώσεις οι οποίες έχουν αναγάγει το ξύλο στις πορείες σε τεστ επαναστατικότητας είναι ότι οι εργαζόμενοι είναι σοβαροί σε αντίθεση με τις οργανώσεις αυτές.

Ο εξτρεμισμός του ΝΑΡ και των συμμάχων του αντανακλάται και στα συνθήματα που φωνάζουν στις πορείες. Για παράδειγμα μετά την επίθεση στους δίδυμους πύργους των ΗΠΑ, τα ΕΑΑΚ φωνάζανε σε πορείες συνθήματα υπέρ της Αλ Κάιντα και του Μπιν Λάντεν. Το ΝΑΡ και ο χώρος γύρω απ’ αυτό, έχουν μετατρέψει την αντίθεσή τους στις ΗΠΑ και τη Νέα Τάξη των Ιμπεριαλιστών, σε τυφλό μίσος και ανεγκέφαλο φανατισμό, που δεν βλέπει ότι η ισλαμική τρομοκρατία δεν μπορεί να υποστηριχτεί απλά και μόνο επειδή χτυπά τους Αμερικάνους και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να υποστηρίζεται η σφαγή χιλιάδων αθώων επειδή είναι Αμερικανοί.

Ο σεκταρισμός είναι κάτι απόλυτα ξένο προς το μαζικό εργατικό κίνημα. Μπορεί όμως να έχει κάποιο αντίκτυπο σε νεολαιίστικα στρώματα, ιδιαίτερα φοιτητικά, τα οποία από τη φύση τους δεν έχουν ταξικά (εργατικά) χαρακτηριστικά και συνείδηση. Αυτό όμως είναι ένα προσωρινό φαινόμενο. Η άνοδος της ταξικής πάλης και του μαζικού κινήματος οδηγεί αναπόφευκτα το σεκταρισμό στην εξαφάνιση.

Άρνηση συνεργασιών στο όνομα της καθαρότητας

Το ΝΑΡ και οι σύμμαχοί του στο ΜΕΡΑ, τα ΕΑΑΚ , την Πρωτοβουλία Αγώνα, κλπ, αρνούνται κάθε συνεργασία με τις μαζικές οργανώσεις της αριστεράς (αλλά και με κάθε οργάνωση η οποία δεν συμφωνεί με το πλήρες -μάξιμουμ- πρόγραμμά τους).

Στις πανεπιστημιακές σχολές, ακόμα κι εκεί που υπάρχει βασική συμφωνία σε ένα πλαίσιο το ΝΑΡ θα βρει τρόπο να διαφωνήσει. Έχουν αφήσει ιστορία οι διαμάχες των ΕΑΑΚ με την ΚΝΕ σε γενικές συνελεύσεις των σχολών πάνω σε πλαίσια των οποίων η διαφορά είναι μία λέξη: "ενιαία ανώτατη εκπαίδευση" αντί της "ενιαίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης". Οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις παρατάξεις αυτές της αριστεράς όχι σπάνια καταλήγουν σε φυσικές συγκρούσεις (ξύλο), με τα ΕΑΑΚ να φέρουν μεγάλο μέρος της ευθύνης αν όχι το κύριο. Πρόκειται για μια διαδικασία η οποία διώχνει τη μάζα των φοιτητών από τη γενική συνέλευση κι από τα κοινά. (Μετά, τα ΕΑΑΚ και το ΝΑΡ παραπονούνται για την αδιαφορία του κινήματος…).

Το κίνημα ενάντια στην ελληνική προεδρία και το αντιπολεμικό κίνημα του περασμένου χρόνου έδωσαν καινούργια και κτυπητά δείγματα του απομονωτισμού του ΝΑΡ και των συμμάχων του. Συμβάλανε αποφασιστικά στην πολυδιάσπαση του κινήματος, φτιάχνοντας τη δική τους επιτροπή (Πρωτοβουλία Αγώνα) απέναντι στο στην επιτροπή του ΚΚΕ κι απέναντι στο Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ (που παράλληλα με τις επιτροπές του ΣΕΚ, των μαοϊκών και των αναρχικών, δώσανε μοναδικά δείγματα κατακερματισμού της αριστεράς ανά το παγκόσμιο). Είχαμε έτσι το γελοίο φαινόμενο κάθε φορά που καλούνταν κάποια κινητοποίηση να ξεκινούν 3 ή 4 διαφορετικές πορείες σε διαφορετικές κατευθύνσεις.

Το ΝΑΡ δεν αρκέστηκε στο να αρνηθεί να συμμετέχει σε κοινές επιτροπές με την υπόλοιπη αριστερά. Βγήκε πολύ επιθετικά ενάντια στις οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που συμμετείχανε στο Φόρουμ κατηγορώντας τις για "δορυφόρους του ΣΥΝ" ή και χειρότερα. Ξανά, δηλαδή, το ΝΑΡ ανέσυρε τη βούλα του επαναστάτη, της οποίας παριστάνει τον μοναδικό κάτοχο, για να πει: από ‘δω, οι καθαροί επαναστάτες, μαζί μου, από ‘κει οι ρεφορμιστές, οι δορυφόροι τους και οι λοιποί προδότες…

Ο κατακερματισμός του κινήματος ενάντια στον πόλεμο και την παγκοσμιοποίηση, στην Ελλάδα έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μικρή συμμετοχή στις κινητοποιήσεις στη Θεσσαλονίκη, τον Ιούνη του περασμένου χρόνου, που με εξαίρεση τη μικρή πορεία της Πράγας ήταν οι μικρότερες που έγιναν στην Ευρώπη.

Το ΝΑΡ και ο χώρος του όμως δεν καταλάβανε τίποτα απ’ όλα αυτά. Αντίθετα, μιλάγανε με θριαμβολογίες και τυμπανοκρουσίες για τις επιτυχίες των κινητοποιήσεων της Πρωτοβουλίας Αγώνας (με γερές δόσεις υπερβολής και διαστρέβλωσης, πρέπει να πούμε) χωρίς να κατανοούν ότι τόσο πιο μεγάλη ήταν η σχετική "επιτυχία" τους όσο πιο ελάχιστη ήταν η μαζική συμμετοχή στις κινητοποιήσεις.

Η τελευταία διαδήλωση στη Θεσσαλονίκη στην οποία η Πρωτοβουλία Αγώνα είχε σύμφωνα με τους ίδιους κοντά στις 10 χιλ ήταν για το ΝΑΡ το απόγειο του θριάμβου γιατί συγκρινότανε ευνοϊκά με τους αριθμούς που είχε το Φόρουμ και το ΚΚΕ. Ούτε πέρασε από το μυαλό τους ότι οι διαδηλώσεις του περασμένου Ιούνη απότυχαν παταγωδώς να κινητοποιήσουν τα πλατιά λαϊκά στρώματα κι ότι ιδιαίτερα ο κόσμος της Θεσ/νίκης "κλείστηκε στα σπίτια" του για να προφυλαχτεί από τους "μανιακούς που ήθελαν να τα κάνουν γυαλιά καρφιά". Αυτό που για το μαζικό κίνημα ήταν στην πραγματικότητα μια αποτυχία, ένα πλήγμα, για το ΝΑΡ ήταν ένας θρίαμβος!

Η τακτική του ενιαίου μετώπου

Το ΝΑΡ δεν έχει ποτέ ασχοληθεί σοβαρά με την αντίληψη του Λένιν για το "ενιαίο μέτωπο". Έχει αναγάγει σε αρχή την άρνηση κάθε συνεργασίας με τους ρεφορμιστές (λαθεμένα το ΝΑΡ συμπεριλαμβάνει στα ρεφορμιστικά κόμματα και το ΚΚΕ, παρότι αυτό είναι σταλινικό, κι όχι ρεφορμιστικό κόμμα – ψιλά γράμματα θα πει κανείς…). Το ΝΑΡ θεωρεί πως οι επαναστάτες δεν συνεργάζονται με τους ρεφορμιστές – τελεία και παύλα. Ποτέ και πουθενά!

Αυτή η προσέγγιση, από μόνη της, τοποθετεί το ΝΑΡ, αυτόματα, έξω από το χώρο του Μπολσεβικισμού. Η τακτική του "ενιαίου μετώπου" και η επεξεργασία της προέρχονται από τον ίδιο τον Λένιν και αποτελεί κεντρικό στοιχεία στην πάλη των μαρξιστών για το κτίσιμο μαζικών επαναστατικών κομμάτων και για την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. Αν αυτοί που σήμερα υπερασπίζονται την ιδέα του ενιαίου μετώπου είναι οι υποστηρικτές των ιδεών του Τρότσκι αυτό συμβαίνει για τον μοναδικό λόγο ότι ο σταλινισμός, μετά τον θάνατο του Λένιν, εγκατάλειψε την τακτική του ενιαίου μετώπου για να την αντικαταστήσει σταδιακά από την τακτική των συνεργασιών με την αστική τάξη ("λαϊκά μέτωπα" όπως ονομαστήκανε) και τη θεωρία των σταδίων. Οι σταλινογενείς οργανώσεις, όπως είναι το ΝΑΡ (το οποίο προήλθε από το ΚΚΕ), δεν μπόρεσαν ποτέ να απαλλαγούν από όλα όσα τους κληροδότησε ο σταλινισμός, γι’ αυτό και σε κάθε τέτοιο θεμελιακό ζήτημα οι θέσεις τους είναι είτε λαθεμένες είτε ασαφείς και αντιφατικές.

Η τακτική του ενιαίου μετώπου μεταφράζεται στην ανάγκη συνεργασιών με τα μαζικά ρεφορμιστικά κόμματα στη βάση περιορισμένων αιτημάτων κι όχι συνολικών προγραμμάτων, πολύ περισσότερο όχι στη βάση κοινών προγραμμάτων για την ανατροπή του καπιταλισμού!

Ακριβώς αυτό που για το ΝΑΡ αποτελεί προδοσία, για τον Λένιν ήταν το θεμελιακό ζήτημα τακτικής. "Χτυπάμε μαζί αλλά βαδίζουμε ξεχωριστά" εξηγούσαν ο Λένιν, ο Τρότσκι και οι υπόλοιποι Μπολσεβίκοι. Που σημαίνει, συνεργαζόμαστε με τους ρεφορμιστές για να παλέψουμε για ειδικά επιμέρους αιτήματα (όπως το μεροκάματο, τη σύνταξη, το δικαίωμα στη δουλειά, κλπ) αλλά την ίδια στιγμή βαδίζουμε σε διαμετρικά αντίθετες κατευθύνσεις, καθώς οι ρεφορμιστές περιορίζονται στα πλαίσια του καπιταλισμού ενώ εμείς παλεύουμε για την ανατροπή του. Γι’ αυτό, στα πλαίσια του ενιαίου μετώπου οι μαρξιστές διατηρούν το δικό τους ανεξάρτητο πρόγραμμα για την επαναστατική ανατροπή του καπιταλισμού αναλλοίωτο, χωρίς καμία παραχώρηση. Ο Λένιν, ο Τρότσκι και οι Μπολσεβίκοι, εξηγήσανε πως χωρίς την τακτική του ενιαίου μετώπου οι επαναστάτες δεν μπορούν να προσεγγίσουν τη μάζα των εργατών που ανήκουνε σε άλλα κόμματα της αριστεράς, οι οποίοι τους κοιτάζουν με καχυποψία, για να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους και να τους πείσουν για την ανωτερότητα του δικού τους, επαναστατικού προγράμματος. Θεωρούσαν την τακτική της συνεργασίας με τους ρεφορμιστές όχι απλά θεμιτή, αλλά απόλυτα απαραίτητη για να μπορέσουν οι μαρξιστές να προσεγγίσουν τη μάζα των εργαζομένων. Χωρίς αυτή, ήταν καταδικασμένοι σε αποτυχία.

Χωρίς αυτή την τακτική το ΝΑΡ είναι καταδικασμένο σε αποτυχία.

Η ιδεολογική βάση

Πίσω όμως από όλα αυτά τα πολιτικά λάθη και τα λάθη τακτικής του ΝΑΡ δεν θα μπορούσε παρά να υπάρχει μια ιδεολογική βάση. Και πράγματι υπάρχει.

Τι είναι το ΝΑΡ ιδεολογικά; Πέρα από το "μαρξιστικό" και "λενινιστικό" που είναι όροι αποδεκτοί από το σύνολο της αριστεράς που μιλά στο όνομα της εργατικής εξουσίας, τι είναι το ΝΑΡ; Είναι σταλινικό, μαοϊκό, τροτσκιστικό, Λουξεμβουργικό, τσεγκεβαρικό, αναρχικό, ή κάτι άλλο; Το ΝΑΡ δεν είναι τίποτα απ’ αυτά και είναι όλα αυτά μαζί και κάτι παραπάνω, με άλλα λόγια είναι απροσδιόριστο ιδεολογικά. Αυτό στη σημερινή εποχή αποτελεί και την αχίλλειο πτέρνα μιας οργάνωσης.

Μετά την επανάσταση του Οκτώβρη του ’17 και την σταλινική αντεπανάσταση στη Σοβ. Ένωση από το 24 και μετά, στο διεθνές σκηνικό διαμορφώθηκαν μια σειρά από ιδεολογικά ρεύματα που μιλούσαν στο όνομα του μαρξισμού και του λενινισμού. Αυτά στη συνέχεια διαμορφώθηκαν σε διεθνείς τάσεις – σταλινισμός, μαοϊσμός, τροτσκισμός κλπ. Η κατάρρευση της Σοβ. Ένωσης το ’90 και η πορεία της Κίνας προς τον καπιταλισμό προκάλεσε την κατάρρευση της ισχύος του σταλινισμού και του μαοϊσμού (δυο ρεύματα ταυτόσημα στην ουσία τους με επιμέρους πολιτικές διαφορές) επιτρέποντας σιγά-σιγά στις διάφορες οργανώσεις που μιλούν στο όνομα του τροτσκισμού να "σηκώσουν κεφάλι". Το ΝΑΡ δεν έχει σαφή θέση σ’ αυτές τις εξελίξεις. Αμέσως μετά την κατάρρευση της Σοβ. Ένωσης το ΝΑΡ μπήκε σε μια διαδικασία αναζήτησης της ιδεολογικής του ταυτότητας αλλά κατάληξε στο να μην υιοθετήσει κανένα από τα γνωστά διεθνή ρεύματα.

Το ΝΑΡ αρνείται να ταυτιστεί με κάποιο από τα ιστορικά ρεύματα. Αυτό αποτελεί μια υπερφίαλη και αλαζονική στάση: τι είναι το ΝΑΡ ώστε να ξεφεύγει από τα διεθνή ιδεολογικά ρεύματα που διαμορφωθήκανε μέσα από μεγάλες μάχες στο παρελθόν σε διεθνές επίπεδο; Τι νομίζει πως κάνει το ΝΑΡ χτίζοντας υποτίθεται μια επαναστατική οργάνωση σε… εθνικό επίπεδο; Από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής του ο μαρξισμός δήλωσε διεθνιστικό ρεύμα-οργάνωση! Τι λέει το ΝΑΡ για την υπόθεση του κτισίματος μιας διεθνούς οργάνωσης, τι λέει για τις προσπάθειες να κτιστούν από όλους τους μεγάλους επαναστάτες, τον Μάρξ, τον Ένγκελς, τον Λένιν και τον Τρότσκι, αντίστοιχα, η 1η, η 2η, η 3η και η 4η διεθνής; Τίποτα δεν λέει, στην καλύτερη περίπτωση – στην χειρότερη έχουμε ακούσει από στελέχη του ΝΑΡ να ειρωνεύονται την αναγκαιότητα της διεθνούς οργάνωσης. Όμως η διεθνής οργάνωση, για τους μαρξιστές δεν είναι κάτι διακοσμητικό, είναι οργανικό, ζωτικό, είναι όρος ύπαρξης! Διεθνισμός χωρίς διεθνή οργάνωση είναι λόγια κενά περιεχομένου.

Τα ιδεολογικά θεμέλια του ΝΑΡ, επομένως, είναι πολύ αδύναμα. Είναι ασαφή, είναι θολά, είναι λίγο απ’ όλα, είναι ένας αχταρμάς, που συμπληρώνεται από την μεγαλομανία μερικών στελεχών του που θεωρούν πως δεν τους εκφράζει τίποτα από ότι υπάρχει στο διεθνές σκηνικό επομένως θα τα επεξεργαστούν όλα από την αρχή και μόνοι τους. Κι από πάνω παριστάνουν και τους μοναδικούς, τους αυθεντικούς, τους καθαρούς επαναστάτες…

Το αποτέλεσμα είναι αυτό που βλέπουμε σήμερα: ένα χάος και μια ασάφεια σε όλα τα επίπεδα. Και στην πολιτική, πολύ περισσότερο στην επαναστατική πολιτική, αυτά πληρώνονται ακριβά! Το ιδεολογικό μπάχαλο αντανακλάται στην πολιτική και τακτική του ΝΑΡ. Το αποτέλεσμα είναι η κρίση. Μια κρίση για την οποία υπάρχουν υπεύθυνοι – είναι οι σημερινοί ηγέτες του ΝΑΡ που αποδεικνύονται ανάξιοι της εμπιστοσύνης αλλά και της μαχητικότητας των εκατοντάδων αγωνιστών που έδωσαν τόσα πολλά στην προσπάθειά τους να κτίσουν μια εναλλακτική επαναστατική αριστερά στην Ελλάδα.

Υπάρχει ελπίδα;

Καταλαβαίνουμε την αγωνία των εκατοντάδων στελεχών του ΝΑΡ, των ΕΑΑΚ και του χώρου αυτού που βλέπουν πως αυτό στο οποίο πιστέψανε, το κτίσιμο δηλαδή μιας νέας αριστεράς η οποία να σπάσει την κυριαρχία του ΚΚΕ και του ΣΥΝ και να είναι επαναστατική, να παλεύει για την εργατική εξουσία και το σοσιαλισμό/κομμουνισμό, βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα τέλμα. Ο κίνδυνος της παραίτησης είναι υπαρκτός, ο κίνδυνος της απογοήτευσης, του κυνισμού ή και των αντιδραστικών συμπερασμάτων σε μερικές περιπτώσεις, επίσης.

Η πραγματικότητα όμως, όταν είναι σκληρή, θα πρέπει να ωθεί σε ριζική επανεξέταση και ριζικά συμπεράσματα. Και το πρώτο συμπέρασμα είναι πως με τη σημερινή ηγεσία του ΝΑΡ δεν υπάρχει καμιά ελπίδα να λυθεί η κρίση στο ΝΑΡ και να μπορέσει πραγματικά το ΝΑΡ να λειτουργήσει σαν η μαγιά για την ανασύνθεση της αριστεράς, για μια μαζική επαναστατική αριστερά στην Ελλάδα.

Ότι κι αν υπόσχεται η σημερινή ηγεσία, ριζική μελέτη των πάντων, από τη γέννηση του ΝΑΡ μέχρι σήμερα, ριζική επανεξέταση και αυτοκριτική όλης της πορείας του ΝΑΡ, συλλογικότητα, διάλογο, αναζήτηση, κλπ, η σημερινή ηγεσία του ΝΑΡ είναι οργανικά ανίκανη να παίξει τον καταλυτικό ρόλο που απαιτείται για να βρει το ΝΑΡ τον δρόμο του στο μαζικό κίνημα.

Ελπίδα υπάρχει μόνο σε αγωνιστές της βάσης.

Σ’ αυτούς οι οποίοι στο βαθμό που αποφασίσουν ότι πράγματι χρειάζεται ριζικό σπάσιμο με το παρελθόν, θα μπουν σε μια διαδικασία πολύ σοβαρής μελέτης της ιστορίας του επαναστατικού κινήματος και ειδικά του Λένιν και της κληρονομιάς που άφησε ο Τρότσκι.

Που πάνω απ’ όλα θα μπουν σε μια διαδικασία κατανόησης της κατάστασης και της συνείδησης των πλατιών εργατικών στρωμάτων για να καταλάβουν τη γλώσσα με την οποία πρέπει να του μιλήσουν.

Που θα αφήσουν κατά μέρος την αλαζονική προσέγγιση του "εγώ είμαι η επαναστατική αυθεντία και όποιος δεν συμφωνεί μαζί μου είναι ρεφορμιστής" και θα κοιτάξουν με διάθεση να ανταλλάξουν σε ισότιμη βάση εμπειρίες με τις οργανώσεις της υπόλοιπης εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς που μιλά και παλεύει για την εργατική εξουσία και το σοσιαλισμό/κομμουνισμό.

Που, τέλος, θα κοιτάξουν στο διεθνή χώρο να δουν τι υπάρχει, ποια ρεύματα μπόρεσαν να επιβιώσουν μέσα από τον κυκεώνα πολλών δεκαετιών σε διεθνές επίπεδο, σε ποια φάση βρίσκονται, τι είδους δυναμική τα χαρακτηρίζει.

Έτσι, μπορούν κάποιοι αγωνιστές να συσπειρωθούν για να δώσουν μια μάχη, στο επικείμενο συνέδριο και τις προσυνεδριακές διαδικασίες του ΝΑΡ, μια μάχη με αξιώσεις, για το καλό του ίδιου του ΝΑΡ, για το καλό της επαναστατικής αριστεράς για την οποία παλεύουμε, για το καλό του εργατικού κινήματος, στην Ελλάδα και διεθνώς.

7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,108ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
403ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής