Η Γερμανική Επανάσταση του Νοέμβρη του 1918: Όταν τα Σοβιέτ «άγγιξαν» την Ευρώπη

Του Νιχάτ Χαλέλπι

Η Επανάσταση του Νοεμβρίου του 1918 στη Γερμανία κατέχει σημαντική θέση στην παγκόσμια ιστορία των ταξικών αγώνων. Ξεκίνησε με την εξέγερση των ναυτικών στο Κίελο και σηματοδοτεί την πρώτη φάση της Γερμανικής Επανάστασης, η οποία κράτησε από τον Νοέμβριο του 1918 μέχρι το 1923. 

Η διαδικασία εκβιομηχάνισης άρχισε μάλλον καθυστερημένα στη Γερμανία, σε σχέση με χώρες όπως η Αγγλία και η Γαλλία, στα τέλη του 18ου αιώνα. Αυτή η διαδικασία όμως επιταχύνθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και προκάλεσε γρήγορη μεγέθυνση της γερμανικής εργατικής τάξης. Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι βιομηχανικοί εργάτες αποτελούσαν το ένα τρίτο του γενικού πληθυσμού.

Η αύξηση του προλεταριάτου αντικατοπτρίστηκε στους αγώνες της εργατικής τάξης, όπως ο αγώνας για υψηλότερους μισθούς και το δικαίωμα στην 8ωρη εργασία την ημέρα. Αυτές οι νίκες άνοιξαν το δρόμο για την ανάπτυξη των οργανώσεων της εργατικής τάξης. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1870 έως το 1913, ο αριθμός των συνδικαλισμένων εργατών είχε πενταπλασιαστεί, φτάνοντας περίπου τα 2,5 εκατομμύρια.

Παρά τους «σοσιαλιστικούς νόμους» του καγκελάριου Μπίσμαρκ[1] (που ψηφίστηκαν με σκοπό να πλήξουν τους σοσιαλιστές), η καταστολή δεν μπόρεσε να εμποδίσει το SPD (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) να αποκτήσει επιρροή μεταξύ των εργαζομένων. Μετά την κατάργηση του νόμου, το SPD μεγάλωσε και μετατράπηκε στο μεγαλύτερο εργατικό κόμμα. Το SPD είχε επίσης αρκετή επιρροή στο γυναικείο κίνημα και στο κίνημα της νεολαίας. Μέχρι το 1913 το SPD είχε γίνει το ισχυρότερο κόμμα στο Ράιχσταγκ (Κοινοβούλιο) και μετρούσε ένα εκατομμύριο μέλη.

Από την άλλη πλευρά, η αύξηση των μελών σήμαινε ότι μέσα στο κόμμα άρχισε να διαμορφώνεται ένα στρώμα ηγετικών στελεχών, των οποίων οι μισθοί και επομένως το βιοτικό επίπεδο ήταν υψηλότερα σε σχέση με εκείνα των εργατών. Η καθημερινή εφημερίδα του κόμματος είχε περίπου ενάμισι εκατομμύριο συνδρομητές. Δημιουργήθηκε μια κομματική σχολή προκειμένου να εκπαιδεύονται τα στελέχη. Το κόμμα είχε στην ιδιοκτησία του ιδρύματα με συνολικά τρεις έως τέσσερις χιλιάδες υπαλλήλους. Ο μισθός ενός επαγγελματία γραμματέα του κόμματος ήταν ίσος με το διπλάσιο του μισθού ενός ειδικευμένου εργάτη. Ο μισθός των διοικητικών υπαλλήλων των συνδικάτων έφτανε να είναι πέντε ή έξι φορές μεγαλύτερος.

Τρεις πτέρυγες

Το πρόγραμμα που υιοθετήθηκε στο συνέδριο του SPD στην Ερφούρτη το 1891, μετά τους «σοσιαλιστικούς νόμους», έπαιξε σημαντικό ρόλο για τη μαζικοποίηση του κόμματος. Ωστόσο, υπήρχε στο πρόγραμμα και διατηρούνταν στην προσέγγιση του Κάουτσκι (ενός εκ των συντακτών του) ένα σημαντικό πολιτικό πρόβλημα: μια προσέγγιση που υιοθετούσε την κατεύθυνση μιας «επικείμενης» και «φυσικής» κατάρρευσης του καπιταλιστικού συστήματος λόγω των αντιφάσεών του. Αυτή ήταν μια γραμμική προσέγγιση που προέβλεπε ότι η εργατική τάξη θα καταλάμβανε κάποια στιγμή την εξουσία με αυτόματο τρόπο. Οδήγησε σε μια ουσιαστική εγκατάλειψη της επαναστατικής δραστηριότητας, περιορίζοντας το κόμμα σε βραχυπρόθεσμα αιτήματα και περιμένοντας τη στιγμή που ο καπιταλισμός θα έπεφτε σαν ώριμο φρούτο.

Ήταν ο Έντουαρντ Μπερνστάιν (Eduard Bernstein) που θεωρητικοποίησε αυτή την προσέγγιση, η οποία είναι σήμερα γνωστή ως «ρεβιζιονισμός», και που λέει ότι: αφού ο καπιταλισμός μπορεί να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των μεγάλων μαζών με τη συνεχή του ανάπτυξη, η ταξική πάλη δεν είναι πλέον απαραίτητη και επομένως ο μαρξισμός είναι στην ουσία ξεπερασμένος.

Από την άλλη πλευρά, μέσα στο κόμμα δημιουργήθηκε μια αριστερή πτέρυγα, με επικεφαλής τη Ρόζα Λούξεμπουργκ. Η τάση αυτή ονομάστηκε «ριζοσπαστική αριστερά» και υπερασπιζόταν την ανάγκη για ταξική πάλη και μαρξιστική ανάλυση, υποστηρίζοντας ότι το κόμμα θα έπρεπε να ηγηθεί της επανάστασης όταν θα ξεσπούσαν μαζικές απεργίες. Πέραν αυτού, η πτέρυγα του «Μαρξιστικού Κέντρου» του Κάουτσκι υποστήριζε ότι οι μαζικές απεργίες ήταν χρήσιμες μόνο για την άσκηση πίεσης στο κοινοβούλιο.

Έγκριση πολεμικών πιστώσεων

Ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα, η γερμανική οικονομία άρχισε να λιμνάζει. Σε αυτό το πλαίσιο, οι μεγάλες εταιρείες, οι οποίες είχαν αποτελεσματική επιρροή στο κράτος, προπαγάνδιζαν τον εθνικισμό, την αποικιοκρατία και, επομένως, τον πόλεμο και τον μιλιταρισμό. Ο καπιταλισμός, όπως ανέλυσε ο Λένιν, έπαιρνε όλο και περισσότερο ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα.

Το SPD είχε αρχικά υιοθετήσει μια γραμμή κατά του πολέμου, η οποία αποτυπωνόταν στις εκδόσεις του και στις διαδηλώσεις που διοργάνωνε. Εκατοντάδες χιλιάδες κινητοποιήθηκαν κατά του επερχόμενου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τον Ιούλιο του 1914. Αλλά ένα μήνα αργότερα, η ηγεσία του SPD ένωσε τις δυνάμεις της με την αστική τάξη και τους εκπροσώπους της που υποστήριζαν την πολεμική προσπάθεια. Ως αποτέλεσμα, η ADGB, η συνδικαλιστική συνομοσπονδία, έθεσε τέλος σε όλες τις συνδικαλιστικές δράσεις και τις συνεχιζόμενες απεργίες στο πλαίσιο της τακτικής της  «Burgfrieden»,[2] (στα γερμανικά, Βurgfrieden σημαίνει ανακωχή μεταξύ αντιμαχόμενων ομάδων μέσα σε ένα φρούριο, με τα σημερινά δεδομένα θα μιλούσαμε για «εθνική ενότητα»). 

Σπάρτακος  

Ο Αύγουστος Μπέμπελ ήταν ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του SPD και προσπαθούσε να κρατήσει την ισορροπία μεταξύ των διαφόρων πτερύγων. Μετά τον θάνατό του, τον αντικατέστησε ο Φρίντριχ Έμπερτ. Τότε ήταν που η κοινοβουλευτική ομάδα ψήφισε υπέρ της πρότασης για τις πολεμικές πιστώσεις, στις 4 Αυγούστου 1914. Ακόμη και οι 13 βουλευτές του SPD που ήταν κατά της πρότασης, ψήφισαν υπέρ, λόγω του κανόνα της κομματικής/ομαδικής πειθαρχίας. Μόνο ο Καρλ Λίμπκνεχτ απείχε από την ψηφοφορία. Σε μια δεύτερη ψηφοφορία τον Δεκέμβριο όμως, ο Καρλ Λίμπκνεχτ ήταν ο μόνος βουλευτής που ψήφισε κατά των πολεμικών πιστώσεων. Σε μια άλλη ψηφοφορία τον επόμενο Μάρτιο, ο Όττο Ρούλε από την «κεντρώα» πτέρυγα συμφώνησε επίσης με τον Λίμπκνεχτ.

Μέχρι το 1916, στην αριστερή πτέρυγα του SPD συμμετείχαν επαναστάτες όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Φραντς Μέρινγκ. Η ομάδα τους ήταν γνωστή ως «Διεθνής ομάδα» και πήρε το όνομά της από το περιοδικό τους, του οποίου όμως κατάφεραν να εκδώσουν μόνο ένα τεύχος. Σε εκείνη τη φάση, άρχισαν να κυκλοφορούν παράνομες εκδόσεις με το όνομα «Σπάρτακος» και από τότε ήταν γνωστοί ως Λίγκα Σπάρτακος.

USPD

Ο πόλεμος σήμανε την επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών, φέρνοντας υψηλό κόστος διαβίωσης, πείνα και δυστυχία για τον πληθυσμό. Ως εκ τούτου, ο «πατριωτισμός» και ο ενθουσιασμός για τον πόλεμο από την πλευρά της εργατικής τάξης τελικά ξεθώριασαν, δίνοντας χώρο σε μια αυξανόμενη αντιπολεμική διάθεση. Το 1915 πραγματοποιήθηκαν 141 απεργίες, ενώ το επόμενο έτος 240.

Αυτή η αυξανόμενη αντίθεση στον πόλεμο δημιούργησε πίεση στο εσωτερικό του SPD, με αποτέλεσμα τη δημιουργία της Σοσιαλδημοκρατικής Ομάδας Εργασίας (Sozialdemokratische Arbeitsgemeinschaft), στην οποία οργανώθηκαν περίπου 18 βουλευτές του SPD που τάχθηκαν κατά του πολέμου. Όταν αυτοί διαγράφηκαν από το SPD το 1917, δημιούργησαν το USPD, το «Ανεξάρτητο SPD»- από αυτή τη στιγμή το SPD ανεπίσημα καλούνταν και MSPD, Πλειοψηφία (Mehrheit)-SPD.

Το USPD περιλάμβανε εκπροσώπους και από τις τρεις πτέρυγες του MSPD- ο Μπέρνσταϊν προσχώρησε επίσης στο USPD, καθώς είχε υιοθετήσει αντιπολεμική στάση, το ίδιο και η Λίγκα του Σπάρτακου. Το USPD μαζικοποιήθηκε γρήγορα. Οι Σπαρτακιστές συμμετείχαν στο κόμμα, ενώ παράλληλα διατηρούσαν ανοιχτά τις δικές τους ανεξάρτητες εκδόσεις και δομές.

Το USPD ήταν ένα αριστερό μαζικό κόμμα χωρίς σαφές μαρξιστικό πρόγραμμα, επαναστατική τακτική ή στρατηγική. Παρ’ όλα αυτά, ήταν ισχυρά δεμένο με την εργατική τάξη, επειδή ήταν ικανό να εργάζεται ανοιχτά, αλλά και επειδή αντιπροσώπευε μια ευμεγέθη διάσπαση του μαζικού SPD. Αυτοί ήταν καθοριστικοί παράγοντες για την ένταξη του Σπάρτακου στο κόμμα, προκειμένου να μην απομονωθεί από τις ριζοσπαστικοποιημένες μάζες και την εργατική τάξη.

Επανάσταση

Μετά την επανάσταση του 1849, η Γερμανία είχε υιοθετήσει το καθεστώς της κοινοβουλευτικής μοναρχίας, καθώς η αστική τάξη είχε συνθηκολογήσει με τη μοναρχία. Η κύρια εξουσία ανήκε στον Κάιζερ (τον αυτοκράτορα), παρά την ύπαρξη κοινοβουλίου. Η κυβέρνηση ήταν υπόλογη σε αυτόν και όχι στο κοινοβούλιο.

Η επανάσταση του 1918 ήταν προ των πυλών στη Γερμανίας και οι κυβερνώντες άρχισαν να πανικοβάλλονται. Προσπάθησαν να μειώσουν την πίεση με κάποιες παραχωρήσεις, φοβούμενοι την επιρροή της επανάστασης των Μπολσεβίκων, η οποία είχε ξεσπάσει στη Ρωσία το 1917. Έτσι, σχηματίστηκε μια κυβέρνηση υπό τον πρίγκιπα Μαξ φον Μπάντεν στη θέση του καγκελάριου – η κυβέρνηση αυτή ήταν υπόλογη στο κοινοβούλιο και, για πρώτη φορά, συμμετείχαν σε αυτήν δύο μέλη του SPD, ο Σάιντεμαν και ο Μπάουερ. Αυτός ο ελιγμός όμως, σύντομα αποδείχθηκε ανεπαρκής.

Ξέσπασε μια εξέγερση μεταξύ των ναυτικών, παρά το γεγονός ότι η μάχη αναμένονταν να χαθεί. Οι ναύτες είχαν πράγματι παρακούσει τη διαταγή της ανώτατης διοίκησης του γερμανικού ναυτικού στόλου να εμπλακούν σε ναυμαχία με τους Βρετανούς. 47 ναύτες, οι οποίοι θεωρήθηκαν οι ηγέτες της εξέγερσης, συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν στο Κίελο. Στις 3 Νοεμβρίου, οργανώθηκαν διαδηλώσεις με αίτημα την απελευθέρωση των συλληφθέντων από τους ναύτες και από αλληλέγγυους εργάτες, και σύντομα μετατράπηκαν σε συγκρούσεις – ήταν η αρχή της επανάστασης.

Αμέσως μετά, οι εργάτες και οι στρατιώτες δημιούργησαν τα αυτόνομα συμβούλιά τους και πήραν τον έλεγχο της πόλης. Η επανάσταση εξαπλώθηκε γρήγορα από το Κίελο, που βρίσκεται στο βόρειο άκρο της χώρας, σε άλλες βόρειες πόλεις όπως το Λούμπεκ, η Βρέμη και το Αμβούργο την επόμενη μέρα. Μια μέρα αργότερα, έφτασε στη Λειψία στα ανατολικά, στην Κολωνία στα δυτικά και στο Μόναχο στα νότια. Παντού συγκροτήθηκαν συμβούλια εργατών και στρατιωτών.

Στις 9 Νοεμβρίου προκηρύχθηκε γενική απεργία στο Βερολίνο, με αίτημα το τέλος της στρατιωτικής δικτατορίας και της κυβέρνησης. Στην πραγματικότητα ήταν το τέλος της μοναρχίας. Εκείνη την ημέρα, εκατοντάδες χιλιάδες εργάτες πλημμύρισαν το κέντρο του Βερολίνου με πανό και αφίσες, φωνάζοντας συνθήματα όπως «Ενότητα», «Νόμος και Ελευθερία» και «Αδέλφια, μην πυροβολείτε!». Οι στρατιώτες είτε συμμετείχαν στις διαδηλώσεις είτε παρέμειναν ουδέτεροι. Τρεις εργάτες έχασαν τη ζωή τους όταν οι αξιωματικοί διέταξαν μαζικούς πυροβολισμούς. Αλλά το Βερολίνο σύντομα τέθηκε υπό τον έλεγχο των επαναστατών εργατών και στρατιωτών.

Η απελπισία κυριαρχούσε στο απέναντι στρατόπεδο. Ο πρίγκιπας Μαξ φον Μπάντεν όρισε καγκελάριο τον ηγέτη του MSPD Έμπερτ, χωρίς καν να περιμένει την έγκριση του Κάιζερ. Ο Κάιζερ βρισκόταν εκείνη τη στιγμή κάπου στο Βέλγιο. Ο κύριος φόβος του Έμπερτ και των καπιταλιστών ήταν ότι θα προέκυπτε μια σοσιαλιστική επανάσταση. Ο Έμπερτ προσπάθησε να πείσει τον Κάιζερ να παραιτηθεί και τα ακριβή λόγια του εκφράζουν αυτόν τον φόβο: «Αν ο Κάιζερ δεν παραιτηθεί, η κοινωνική επανάσταση είναι αναπόφευκτη. Εγώ όμως δεν την θέλω, τη μισώ μάλιστα σαν αμαρτία».

Την ίδια ακριβώς ημέρα της απεργίας, στις 9 Νοεμβρίου, ο Σάιντεμαν ανακήρυξε αυθόρμητα τη Δημοκρατία, απευθυνόμενος στις μάζες που διαδήλωναν, από το μπαλκόνι του κοινοβουλίου. Λίγες ώρες αργότερα, ο Καρλ Λίμπκνεχτ ανακήρυξε την Ελεύθερη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γερμανίας, δηλώνοντας όμως ρητά ότι η διαδικασία δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί και ότι έπρεπε να σχηματιστεί κυβέρνηση εργατών και στρατιωτών. 

Δυαδική εξουσία

Πράγματι, η επανάσταση δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί – η χώρα βρισκόταν σε μια κατάσταση δυαδικής εξουσίας, όπου η παλιά κρατική μηχανή και τα εργατικά όργανα εξουσίας λειτουργούσαν παράλληλα.

Κατά συνέπεια, η εργατική εξουσία δεν ήταν σταθερή. Οι αστικές δυνάμεις εργάζονταν σκληρά προκειμένου να εμποδίσουν τις δυνάμεις της εργατικής τάξης να μπορέσουν να κυβερνήσουν. Προσπάθησαν να υπονομεύσουν τα συμβούλια και να εγκαθιδρύσουν ένα αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα. Ταυτόχρονα, ο Έμπερτ ήρθε σε μυστική συμφωνία με την Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση για κοινή δράση εναντίον των επαναστατών. Η συμφωνία αυτή έγινε γνωστή ως «σύμφωνο Έμπερτ-Γκρένερ».

Κατά τη διάρκεια των εβδομάδων που ίσχυε η δυαδική εξουσία, η λειτουργία των εργατικών-στρατιωτικών συμβουλίων υπονομεύτηκε. Η αποφασιστική κίνηση του Έμπερτ έγινε στο πρώτο Γενικό Συνέδριο των Συμβουλίων (Richsraetekongreß) στις 16-24 Δεκεμβρίου. Από τους 492 αντιπροσώπους σε αυτό το σημαντικό συνέδριο, μόνο 179 ήταν εργάτες – οι υπόλοιποι ήταν διανοούμενοι, αυτοαπασχολούμενοι, ηγετικά συνδικαλιστικά και κομματικά στελέχη. Το 75% των αντιπροσώπων ήταν μέλη ή σύμμαχοι του MSPD, ενώ από το υπόλοιπο 25% των αντιπροσώπων του USPD, μόνο 10 ήταν σπαρτακιστές.

Το κύριο ζήτημα που έπρεπε να αποφασιστεί από το συνέδριο ήταν αν το νέο κράτος θα ήταν σοβιετική δημοκρατία (με βάση τα συμβούλια) ή κοινοβουλευτική. Η πρόταση του USPD για μια δημοκρατία των συμβουλίων απορρίφθηκε με 344 ψήφους έναντι 98. Οι αντιπρόσωποι μετέφεραν επίσης τις εξουσίες τους στο Συμβούλιο των Λαϊκών Αντιπροσώπων, με τρόπο που τα εργατικά-στρατιωτικά συμβούλια παραχώρησαν δικές τους αρμοδιότητες σε αυτό το Συμβούλιο.

KPD και η εξέγερση του Ιανουαρίου

Λόγω της διστακτικής στάσης του USPD στο συνέδριο, οι Σπαρτακιστές εγκατέλειψαν το κόμμα. Την 1η Ιανουαρίου 1919 ίδρυσαν το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, KPD, μαζί με το IKD (Internationale Kommunisten Deutschland – Κομμουνιστική Διεθνής Γερμανίας).

Από την άλλη πλευρά, οι αστικές δυνάμεις εξαπέλυσαν μια εκστρατεία μίσους εναντίον επαναστατών ηγετών όπως η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ. Η κυβέρνηση έψαχνε ευκαιρία να εξοντώσει τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και τον Καρλ Λίμπκνεχτ και έτσι να συντρίψει την επανάσταση.

Στις 4 Ιανουαρίου 1919, η κυβέρνηση απέλυσε το μέλος του USPD Έμιλ Άιχορν, ο οποίος ήταν αρχηγός της αστυνομίας του Βερολίνου. Αυτό πυροδότησε αυτόματα ταραχές και ξέσπασε ένα δεύτερο κύμα εξεγέρσεων. Οι διαμαρτυρίες μετατράπηκαν σε ένοπλη εξέγερση.

Ο Γκούσταφ Νόσκε του MSPD, ο οποίος διορίστηκε αρχιστράτηγος στις 6 Ιανουαρίου, έφερε στο Βερολίνο τα Freikorps: επρόκειτο για εθελοντικές ένοπλες ομάδες, κυρίως αποστρατευμένους αντιδραστικούς στρατιώτες του παλαιού καθεστώτος, πολλοί από τους οποίους εντάχθηκαν αργότερα στους Ναζί. Τους είχε ανατεθεί η διατήρηση της ασφάλειας και της τάξης από τον Δεκέμβριο. Η εξέγερση του Ιανουαρίου πνίγηκε στο αίμα από τα Freikorps. Αναφέρεται ότι 156 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, αλλά ο αριθμός στην πραγματικότητα ήταν μεγαλύτερος.

Στις 15 Ιανουαρίου, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Καρλ Λίμπκνεχτ απήχθησαν από στρατιώτες και μεταφέρθηκαν στο δωμάτιο του λοχαγού Βάλντεμαρ Παμπστ στο ξενοδοχείο Eden, το οποίο είχε μετατραπεί σε κέντρο επιχειρήσεων. Λίγο αργότερα, οι δύο επαναστάτες ηγέτες δολοφονήθηκαν, αφού πρώτα βασανίστηκαν. Ο Παμπστ καυχήθηκε αργότερα ότι είχε διαπράξει τις δολοφονίες με την έγκριση του Νόσκε –  προφανώς ο Έμπερτ δρούσε στο παρασκήνιο.

Τις επόμενες εβδομάδες, όλα τα επαναστατικά συμβούλια εργατών-στρατιωτών σε άλλες πόλεις διαλύθηκαν από τα Freikorps. Το τελευταίο που έπεσε ήταν το Συμβούλιο Δημοκρατίας του Μονάχου τον Μάιο του 1919. Ο κομμουνιστής ηγέτης Έουγκεν Λεβινέ εκτελέστηκε. Η τελευταία πράξη της πρώτης φάσης της Γερμανικής Επανάστασης ήταν όμως οι δολοφονίες της Ρόζας Λούξεμπουργκ και του Καρλ Λίμπκνεχτ. Μια δεύτερη φάση της γερμανικής επανάστασης θα ακολουθούσε το 1923.

Συμπερασματικά

Η γερμανική επανάσταση του Νοεμβρίου ήταν ένα σημαντικό επεισόδιο για την παγκόσμια επανάσταση. Υποστηρίχθηκε από τους εργάτες και τους στρατιώτες της βάσης του SPD, του μεγαλύτερου κόμματος της εργατικής τάξης, αλλά καταπνίγηκε από την προδοσία της ηγεσίας του SPD.

Η καταστολή της γερμανικής επανάστασης σήμανε στην πραγματικότητα ότι χάθηκε η τελευταία ελπίδα της ρωσικής επανάστασης να ξεφύγει από την απομόνωσή της. Ως αποτέλεσμα, η Σοβιετική Δημοκρατία έμεινε μόνη της, γεγονός που με τη σειρά του δημιούργησε τις συνθήκες που γέννησαν τον σταλινισμό. Λαμβάνοντας υπόψη τον αποφασιστικό αρνητικό ρόλο που έπαιξε ο σταλινισμός για την παγκόσμια επανάσταση, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1930 και αργότερα, η ήττα της Γερμανικής Επανάστασης μπορεί να θεωρηθεί ότι καθόρισε την πορεία της ιστορίας. Τα επόμενα επεισόδια στην πορεία αυτή ήταν η άνοδος του φασισμού και η μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Ένας σημαντικός παράγοντας για την ήττα της Γερμανικής Επανάστασης ήταν η προδοσία των ηγετών του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Αυτά που έμοιαζαν «δευτερεύοντα» πολιτικά προβλήματα στο εσωτερικό του αριστερού κινήματος, οδήγησαν στην ενσωμάτωση του καπιταλιστικού τρόπου άσκησης πολιτικής, που με τη σειρά του οδήγησε στη συντριβή της επανάστασης. Αυτό, σε συνδυασμό με την απουσία ενός κόμματος με σφιχτή οργάνωση και ξεκάθαρη στρατηγική και πρόγραμμα, παρόμοιο με αυτό των Μπολσεβίκων στη ρωσική επανάσταση, οδήγησε στην καταστροφή. Αυτό θα πρέπει να ανοίξει μια σημαντική συζήτηση για τα συμπεράσματα που πρέπει να εξαχθούν σε σχέση με το είδος του κόμματος που χρειαζόμαστε σήμερα, ειδικά αν το κίνημα της εργατικής τάξης θέλει να αποφύγει τις αποτυχίες του παρελθόντος.

________________________

[1] wikipedia.org: Anti-Socialist Laws

[2] wikipedia.org: Burgfriedenspolitik

7,127ΥποστηρικτέςΚάντε Like
595ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,111ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
392ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής