Γιατί οι «πολιτικές ταυτότητας» δεν μπορούν να αλλάξουν την κοινωνία

Οι Πολιτικές Ταυτότητας (Identity Politics) εντάσσονται στο «τρίτο κύμα» [1] του φεμινισμού, αν και γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια του δεύτερου κύματος, στο τέλος της δεκαετίας του ‘70 και αναπτύχθηκαν κυρίως στις δεκαετίες του ‘80 και του ‘90 – σε μια εποχή που οι μαρξιστικές ιδέες βρίσκονται σε σημαντική υποχώρηση. 

Αν και σε ένα βαθμό απορρέουν από το «δεύτερο κύμα» του φεμινισμού της δεκαετίας του ’70 και από τα κινήματα για να ανθρώπινα δικαιώματα της δεκαετίας του ’60, άνθισαν κυρίως στο δυτικό κόσμο, σε ακαδημαϊκά και μεσοαστικά περιβάλλοντα. Γενικά εντάσσονται στο μεταμοντερνισμό [2] και αλληλοεπικαλύπτονται με λογικές που βρίσκουμε στο ρεύμα του κοινωνικού φιλελευθερισμού [3]. Πρόκειται για ένα ρεύμα που προσπαθεί να αναλύσει και να δώσει απαντήσεις στα ζητήματα της καταπίεσης διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων. 

Στον πυρήνα του ρεύματος αυτού  βρίσκουμε την εξής λογική: κάθε άτομο οριοθετεί τον εαυτό του στο πλαίσιο μιας βασικής ταυτότητας σχετικής με την καταπίεση που βιώνει. Αυτή η ταυτότητα καταπίεσης κυριαρχεί μεταξύ των διαφόρων ιδιοτήτων που χαρακτηρίζουν ή συνθέτουν το άτομο: γυναίκα, μαύρος, μετανάστης, ανάπηρος κλπ. 

Έτσι, το άτομο καταλαβαίνει τον κόσμο και τον εαυτό του μέσα από αυτό το πρίσμα, μέσα από τα βιώματα που έχει – και με αυτό τον τρόπο αντιλαμβάνεται την καταπίεση που βιώνει. Αυτή η κατάσταση καθορίζει το άτομο και το ωθεί να αναζητά ανθρώπους με παρόμοια βιώματα, να ενώνεται μαζί τους και με αυτούς να διεκδικεί να βελτιώσει τη ζωή του. 

Είμαστε τα βιώματά μας;

Η βιωματική κατανόηση έχει δομική σημασία, οπότε όσοι δεν έχουν παρεμφερή βιώματα, αποκλείονται ή περιθωριοποιούνται από την ομάδα/κοινωνική κατηγορία/συλλογικότητα. 

Για παράδειγμα, μια γυναίκα που ταυτόχρονα είναι μητέρα, εργαζόμενη, κόρη ή και φίλη, ταυτίζεται κυρίως με την ιδιότητα της γυναίκας, επειδή μέσα από αυτήν βιώνει καταπίεση. Άνθρωποι που δεν έχουν αυτή την ταυτότητα (δεν είναι γυναίκες) δε μπορούν να κατανοήσουν τα βιώματά αυτά και άρα μπορούν να είναι αλληλέγγυοι προς τις προσπάθειές  για βελτίωση της ζωής των γυναικών, αλλά όχι ισότιμα μέλη του κινήματος. 

Σε αυτό το σημείο, οι πολιτικές ταυτότητας συναντούν τη διαθεματικότητα, σύμφωνα με την οποία υπάρχουν άνθρωποι που βιώνουν πολλαπλή καταπίεση, πχ μια μαύρη γυναίκα που είναι λεσβία. Αυτοί οι άνθρωποι ενδεχομένως ταυτίζονται με περισσότερες από μία ομάδες/καταπιέσεις. Με αυτή την έννοια, γίνεται να υπάρχουν συμμαχίες μεταξύ των διαφόρων ταυτοτήτων, αλλά ποτέ δε θα αντιληφθεί ο ένας/η μία την ουσία της καταπίεσης που βιώνει ο άλλος/η άλλη, άρα αυτές οι συμμαχίες θα είναι συγκυριακές και όχι ουσιαστικές.

Οι δυο αυτές θεωρίες που είναι συμπλέουσες και συναφείς, αλλά όχι ταυτόσημες, συναντιούνται και με τη θεωρία των προνομίων, σύμφωνα με την οποία όσες ομάδες/άτομα δεν βιώνουν κάποια καταπίεση φυλετική, έμφυλη κλπ, έχουν προνόμιο, οπότε αδυνατούν να αντιληφθούν την καταπίεση (αφού δεν έχουν τέτοια βιώματα) και άρα αυτόματα ανήκουν στο αντίπαλο στρατόπεδο – ή τουλάχιστον δεν μπορούν να μιλούν για την καταπίεση που βιώνουν οι άλλες ομάδες, οφείλουν μόνο να ακούνε. 

Ο λευκός ετεροφυλόφιλος άντρας γενικά, τοποθετείται προφανώς στην κορυφή της πυραμίδας, ανεξαρτήτως χώρας, οικονομικής και εργασιακής κατάστασης κλπ. Σε αυτό το πλαίσιο, το να μην κινδυνεύεις να δολοφονηθείς επειδή ζήτησες από την/τον σύντροφό σου να χωρίσετε, ονομάζεται «προνόμιο» (αντί για θεμελιώδες βασικό δικαίωμα).

Κοιτώντας τον κόσμο μέσα από τα γυαλιά του δυτικού

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι θεωρίες αυτές αναπτύχθηκαν στο δυτικό κόσμο, συγκεκριμένα κυρίως στις ΗΠΑ και τη Βρετανία, οπότε η οπτική τους είναι καθαρά Δυτικοκεντρική

Βασικός στόχος των φορέων τους είναι η διεκδίκηση ορατότητας και δικαιωμάτων. Δίνεται δηλαδή έμφαση στο γεγονός ότι οι καταπιεσμένες ομάδες (γυναίκες, ομοφυλόφιλοι, μαύροι, ιθαγενείς κλπ), για δεκάδες χρόνια θεωρούνταν και αντιμετωπίζονταν ως κατώτεροι, κατά συνέπεια, η διαφορετικότητά τους, τα προβλήματά τους, αλλά ακόμα και η κουλτούρα τους, ήταν ουσιαστικά άγνωστες στην υπόλοιπη κοινωνία – ήταν δηλαδή σχεδόν αόρατοι

Με την αφύπνιση της ταυτότητας που βιώνουν, εκτός από το να διεκδικήσουν τα δικαιώματα που για χρόνια στερούνταν, διεκδικούν και να τους δουν οι υπόλοιποι, να αναγνωρίσουν την ύπαρξή τους, τις συνθήκες και τις δυσκολίες που βιώνουν, αλλά και τις υπο-κουλτούρες μέσα στις οποίες κινούνται (πχ gay κοινότητα ή αφροαμερικάνικη κοινότητα με τα κοινωνικά και πολιτιστικά στοιχεία που τις διακρίνουν). 

Παράλληλα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την έμφυλη καταπίεση, αναδεικνύεται σε πρωταρχικό ζήτημα η χρήση λέξεων και αντωνυμιών που αντικατοπτρίζουν την εικόνα και το βίωμα του ατόμου για τον εαυτό του (πχ χρήση του @ σε όλες τις καταλήξεις ή χρήση του ουδέτερου, κλπ). Η συμπεριληπτική ομιλία είναι φυσικά αναγκαία και θετική, αλλά δε μπορεί να θεωρηθεί σαν λύση για το πρόβλημα της καταπίεσης. Παράλληλα, είναι προβληματικό, άτομα σύμμαχα προς το γυναικείο κίνημα, να αντιμετωπίζονται με εχθρικό τρόπο ή μειωτικά, επειδή μπορεί να μην είναι εξοικειωμένα με την σχετική γλώσσα.  Η προσπάθεια αυτή κάποιες φορές καταλήγει στην εξάντληση του αγώνα στην χρήση κάποιων νεολογισμών, σε μια προσπάθεια επανανοηματοδότησης βιωμάτων, γεγονότων και καταστάσεων υπό το πρίσμα της καταπίεσης (από την πλευρά των καταπιεσμένων), και κατα βαση μέσα από τις ιδεολογίες των ταυτοτήτων. Η χρήση του λόγου είναι σημαντικό να μη λειτουργεί με τρόπο που αποκλείει ανθρώπους που θα μπορούσαν να ενταχθούν στο κίνημα. Από την άλλη, η γλώσσα που χρησιμοποιείται σε δημόσιες συναντήσεις, κείμενα με μαζική απεύθυνση, κτλ αν είναι τόσο εξειδικευμένη που αποξενώνει τον ακροατή/αναγνώστη, αποτυχγάνει στο βασικό της στόχο, που είναι να αποτελέσει εργαλείο αλλαγής της κατάστασης. 

Από την άλλη είναι αρκετά προβληματικό το γεγονός ότι αντιλαμβάνονται την ταξική καταπίεση, σαν μια ακόμα καταπίεση δίπλα στην καταπίεση φύλου/καταγωγής/θρησκείας κλπ αλλά όχι σαν τη βασική καταπίεση/εκμετάλλευση που υφίστανται όλοι. Συχνά για παράδειγμα η έκφραση “ταξικό προνόμιο” αντικαθιστά την αναφορά στην τάξη των καπιταλιστών. 

Η μεγάλη σημασία της υλικής συνθήκης

Έτσι, οι πολιτικές ταυτότητας αναλύουν την κοινωνία υπό το πρίσμα της καταπίεσης και της καταπάτησης των δικαιωμάτων, αλλά δεν αναζητούν τις αιτίες στο εκμεταλλευτικό σύστημα που δημιουργεί τις διακρίσεις. 

Στην πραγματικότητα όμως, οι διάφορες μορφές καταπίεσης συνυπάρχουν στην κοινωνία για να μπορεί το σύστημα να ενισχύει την εκμετάλλευση και να μεγιστοποιεί την κερδοφορία του κεφαλαίου. Η ρίζα των καταπιέσεων αυτών βρίσκεται στο «διαίρει και βασίλευε» που προωθείται από την άρχουσα τάξη και στο γεγονός ότι οι καταπιεσμένοι είναι σε πιο αδύναμη θέση να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους. Οι πολιτικές ταυτότητας όμως δεν συνδέουν την καταπίεση με την εκμετάλλευση που στοχεύει στα μεγαλύτερα κέρδη για το κεφάλαιο. 

Και δεν αναζητούν λύσεις που να έχουν σχέση με τον υλικό κόσμο και την οικονομική πραγματικότητα: έχουν διεκδικήσεις σχετικές με την ορατότητα και τα δικαιώματα αλλά τις αποσυνδέουν από το υλικό πλαίσιο, τις υλικές συνθήκες- δηλαδή την οικονομική τους διάσταση.

Στις περιπτώσεις των γυναικοκτονιών για παράδειγμα, οι αιτίες εντοπίζονται αποκλειστικά στους θύτες: ο θύτης ορίζεται ως μοναδικός υπαίτιος επειδή είναι μισογύνης (ή ρατσιστής αν μιλάμε για ρατσιστικό έγκλημα), χωρίς να αναζητείται το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτός ο θύτης διαμορφώθηκε και ενήργησε. 

Οι άνθρωποι, όμως, δεν εγκληματούν ούτε κακοποιούν απλά από μίσος, κακία, άσχημα προσωπικά χαρακτηριστικά ή προσωπικές αντιλήψεις. Το ερώτημα είναι, τι τους οδηγεί στο μίσος, τι διαμορφώνει αυτά τους τα χαρακτηριστικά. Αν δεν τεθεί αυτό το ερώτημα δεν μπορεί να υπάρξει και η απάντηση που θα οδηγήσει στη λύση του.

Οι άνθρωποι μπορεί να οδηγηθούν στο έγκλημα από την απόγνωση που προκύπτει, όταν τους λείπουν υλικά στοιχεία για να είναι η ζωή τους υποφερτή. Οι άνθρωποι επίσης γεννιούνται και διαμορφώνονται μέσα σε ένα κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο το οποίο τους καθορίζει. Όταν λοιπόν αναλύουμε τον τρόπο που ενεργούν, είναι λάθος να αποσιωπάμε το πλαίσιο και να αποσπάμε το άτομο και την πράξη από αυτό το πλαίσιο. Όλα αυτά σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνουν την δικαιολόγηση των ατόμων που προχωρούν σε τέτοιες πράξεις, ούτε ότι δεν ζητάμε τις πιο αυστηρές τιμωρίες για τα εγκλήματά τους. Σημαίνουν όμως ότι όταν έχουμε ένα κοινωνικό φαινόμενο πρέπει να αναζητήσουμε τις κοινωνικές αιτίες που οδηγούν σε αυτό, γιατί μόνο έτσι μπορεί να εξαλειφθεί.

Για να εξαλειφθούν οι γυναικοκτονίες και η έμφυλη βία, δεν αρκεί για παράδειγμα η αγάπη, ο σεβασμός, η αναγνώριση της καταπίεσης του άλλου- που προφανώς είναι αναγκαία στοιχεία για μια υγιή ανθρώπινη σχέση. Δεν αρκεί επίσης να “εκπαιδεύσουμε τους άντρες να μη σκοτώνουν”. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε ένα κοινωνικό και οικονομικό πλαίσιο στο οποίο η γυναίκα δεν θα θεωρείται αντικείμενο ή ιδιοκτησία και στο οποίο ο άντρας δεν θα θεωρεί ότι είναι λογικό να χρησιμοποιεί την φυσική του δύναμη για να επιβληθεί. Αυτό δεν είναι απλά θέμα παιδείας. Χρειάζονται παράλληλα και οι απαραίτητες αξιοπρεπείς υλικές συνθήκες, γιατί το να ζητάς από άτομα που ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης να σέβονται τα δικαιώματα των άλλων και να λειτουργούν μεταξύ τους «πολιτισμένα» (με την έννοια που έχει η λέξη σήμερα στις ανεπτυγμένες βιομηχανικές χώρες) είναι απλά μη ρεαλιστικό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι τα περιστατικά έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας αυξήθηκαν κατακόρυφα στην Ελλάδα, στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. 

Αναγνωρίζοντας τις υλικές αιτίες που ενδεχομένως οδηγούν κάποιους ανθρώπους στο έγκλημα, όπως έχουμε ήδη προαναφέρει, δεν αθωώνεις τον εγκληματία: αντιθέτως προσπαθείς να εντοπίσεις τις πραγματικές ρίζες του προβλήματος, προκειμένου να βρεις τους τρόπους να μην υπάρξουν κι άλλα εγκλήματα. 

Παράλληλα είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε το γεγονός ότι έμφυλη ή φυλετική καταπίεση ασκείται και από άτομα της εργατικής τάξης, γεγονός που δείχνει την πολυπλοκότητα της ταξικής κοινωνίας και της ταξικής συνείδησης. Η εργατική τάξη διαμορφώνεται μέσα σε μια κοινωνία γεμάτη στερεότυπα και διακρίσεις και είναι αναπόφευκτο να εμποτίζεται από αυτά. Κι έτσι, παρότι σαν τάξη είναι καταπιεσμένη, ξεχωριστά άτομα της εργατικής τάξης μπορούν κάλλιστα να λειτουργούν σαν καταπιεστές στις μεταξύ τους διαπροσωπικές σχέσεις. 

Αναδεικνύοντας την ταξική διάσταση που αποτελεί τη ρίζα του προβλήματος και φωτίζοντας αυτές τις αντιθέσεις, μπορούμε να αποδομούμε τα στερεότυπα, να ενισχύουμε την ενότητα της εργατικής τάξης και να συμβάλουμε στην πάλη για την ανατροπή του καπιταλιστικού συστήματος. Κάτι που μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από την πάλη της εργατικής τάξης παρά τις εσωτερικές αντιθέσεις που τη χαρακτηρίζουν.  

Προτάσεις για λύσεις που αγνοούν την υλική βάση της κοινωνίας

Με βάση όλα τα πιο πάνω, ένα πάγιο αίτημα των υποστηρικτών των θεωριών «ταυτότητας» είναι η «ποσόστωση»- δηλαδή ο ορισμός συγκεκριμένου αριθμών ανδρών και γυναικών, λευκών και έγχρωμων κλπ που θα εκλεγούν/διοριστούν  σε ένα αντιπροσωπευτικό σώμα, ή θα προσληφθούν σε μια εταιρία κλπ. 

Με την ποσόστωση όμως ουσιαστικά αποδέχεσαι το μέγεθος της πίτας που είναι να μοιραστεί -πχ τον αριθμό των θέσεων εργασίας- και απλά ζητάς κάποια κομμάτια να μην πάνε στις ομάδες που έχουν “προνόμια”, αλλά στις καταπιεσμένες ομάδες. Με αυτό τον τρόπο όμως, πάλι θα υπάρχουν αποκλεισμένοι – δεν θα είναι οι γυναίκες και οι έγχρωμοι για παράδειγμα, αλλά κάποιοι άλλοι. Οι θέσεις εργασίας θα συνεχίσουν να είναι λίγες, οι εργασιακές σχέσεις ελαστικές, οι μισθοί χαμηλοί, η ανεργία και η εκμετάλλευση δεν θα πάψουν να υπάρχουν. Το πραγματικό ερώτημα όμως πρέπει να είναι πώς θα εξαλειφθεί η ανεργία, πώς θα υπάρχουν θέσεις εργασίας αξιοπρεπείς και για όλους. 

Αιτήματα όπως αυτά των Πολιτικών Ταυτότητας είναι η λογική απόρροια μιας θεωρίας που βάζει στο κέντρο το άτομο, αντί για την τάξη – μόνο που αυτό είναι αδιέξοδο. Που αντιλαμβάνεται την κοινωνία σαν ένα άθροισμα ατόμων, μεταξύ των οποίων κάποιοι καταπιέζονται από κάποιους άλλους που καταπιέζουν, και όπου το κίνητρο της καταπίεσης είναι το χρώμα του δέρματος ή το φύλο. Οι θεωρίες αυτές καταλήγουν σε προτάσεις που στόχο έχουν να «βελτιώσουν» το υπάρχον σύστημα, και όχι να το ανατρέψουν – γι’ αυτό όμως και δεν μπορούν να πετύχουν

Μέσα σε αυτή τη λογική, η Χίλαρυ Κλίντον ζητούσε την ψήφο των γυναικών επειδή είναι γυναίκα, πλέχτηκε το εγκώμιο της νυν αντιπροέδρου των ΗΠΑ, Καμάλα Χάρρις, επειδή είναι γυναίκα μεταναστευτικής καταγωγής, ή κάποιοι χάρηκαν για την εκλογή Ομπάμα– μη βλέποντας πως αυτά τα πολιτικά πρόσωπα εν τέλει όταν βρέθηκαν σε θέσεις εξουσίας δεν βελτίωσαν τις συνθήκες ζωής των καταπιεσμένων ομάδων στις οποίες υποτίθεται πως ανήκουν, αλλά εξυπηρέτησαν τα συμφέροντα των καπιταλιστών που τους προώθησαν σε αυτές τις θέσεις εξουσίας. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός ότι επί προεδρίας Ομπάμα, αυξήθηκαν οι δολοφονίες Αφροαμερικάνων από αστυνομικούς και ξέσπασε το πρώτο κίνημα Black lives matter. 

Το αίτημα για ορατότητα

Είναι γεγονός ότι οι καταπιεσμένες ομάδες για αιώνες ήταν σπρωγμένες στο περιθώριο της κοινωνίας και η καταπίεση που βίωναν δεν συζητιόταν ανοιχτά, σε κάποιες φάσεις ούτε καν από τα ίδια τα θύματα. Ισχύει σίγουρα πως τα τελευταία χρόνια και υπό την πίεση των κινημάτων που έχουν αναπτυχθεί, καταπιεσμένες ομάδες, όπως τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, τα έγχρωμα άτομα ή οι μετανάστες έχουν έρθει περισσότερο στο προσκήνιο και πως η αδικία που υφίστανται έχει γίνει ευρύτερα αντιληπτή. 

Η αύξηση της ορατότητας είναι σαφώς αναγκαία, η υπόλοιπη κοινωνία οφείλει να δει τις καταπιεσμένες ομάδες, να τις γνωρίσει και να τις κατανοήσει. Είναι όμως αυτό αρκετό; 

Η ορατότητα έχει αυξηθεί, όχι επειδή αλλάζει ριζικά η κοινωνία, αλλά επειδή το σύστημα έχει ενσωματώσει σε ένα βαθμό την Πολιτική Ταυτοτήτων, κάτω ασφαλώς από την πίεση των κινημάτων, και ανταποκρίνεται με τρόπο που δεν απειλεί το ίδιο: αναγνωρίζει μεν τις καταπιεσμένες ταυτότητες αλλά δεν τους εκχωρεί τη μόνη ελευθερία που θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά την ζωή τους, την οικονομική. 

Τους δίνει σε κάποιο βαθμό ορατότητα, σπασμένα στερεότυπα και κάποια δικαιώματα, προκειμένου να συνεχίσει την οικονομική τους εκμετάλλευση και καταπίεση. Η ορατότητα, όμως,  δεν έδωσε καλύτερους μισθούς, ούτε βελτίωσε τις συνθήκες ζωής των άλλων καταπιεσμένων σε υλικό επίπεδο. Και φυσικά δεν άλλαξε την δομή του συστήματος. Την ίδια στιγμή, τα δικαιώματα που παραχωρούνται, ακριβώς επειδή είναι «μισά», είναι διαρκώς ευάλωτα σε επιθέσεις από τα ακροδεξιά κομμάτια του συστήματος που καραδοκούν και επιτίθενται. 

Με άλλα λόγια, το αποτέλεσμα της πολιτικής ταυτοτήτων είναι να αντικαταστήσει την ταξική ανάλυση, καθιστώντας ορατές και τις καταπιεσμένες ταυτότητες, προσφέροντάς τους αναγνώριση, χωρίς όμως κανένα απολύτως οικονομικό πλάνο για την καταπολέμηση της ανισότητας που προκύπτει από τις εκμεταλλευτικές σχέσεις. Ούτως ή άλλως στον πυρήνα της πολιτικής αυτής βρίσκεται η ατομικότητα και η ιδέα πως την κοινωνία την αλλάζουν οι απόψεις, και όχι η ανατροπή αυτών που έχουν και διαχειρίζονται την πολιτική και οικονομική εξουσία (όπως εξηγεί ο Μαρξισμός).

Οφείλουμε παρόλα αυτά να αναγνωρίσουμε πως το αίτημα για ορατότητα, συνέβαλε στην ανάπτυξη σπουδαίων κινημάτων, όπως το Black Lives Matter ή τα γυναικεία και τρανς κινήματα της Λατινικής Αμερικής. Tο BLM πήρε μεγάλη ώθηση σαν αντίδραση στις δολοφονίες Αφροαμερικάνων και έγχρωμων από την αμερικανική αστυνομία και αυτό συνδέθηκε, στους κύκλους των μαύρων ή των Λατίνων με το αίτημα για ορατότητα: “Κοιτάξτε μας, είμαστε και εμείς ΗΠΑ, όχι μόνο οι λευκοί”. Με αυτή την έννοια διεκδίκησαν το χώρο τους και απαίτησαν να ακουστεί η φωνή τους. 

Το πρόβλημα όμως είναι πως, αν τα κινήματα περιοριστούν σε αυτό το στενό επίπεδο, δεν θα επιδιώξουν ποτέ την ανατροπή του συστήματος και, σαν αποτέλεσμα, δεν θα μπορέσουν ποτέ να φτάσουν στην εξάλειψη της καταπίεσης που επιδιώκουν. 

Με άλλα λόγια, τα ρεύματα αυτά έχουν όντως συμβάλλει στη γρήγορη ριζοσπαστικοποίηση πλατιών στρωμάτων της κοινωνίας, κυρίως νέων ανθρώπων, έχουν όμως ένα συγκεκριμένο όριο μέχρι που μπορούν να φτάσουν. 

Ταξική κοινωνία – η ρίζα όλων των καταπιέσεων

Οι πολιτικές ταυτότητας υποτιμούν τον ταξικό χαρακτήρα της κοινωνίας και εκλαμβάνουν ως κυρίαρχη αντίθεση το φύλο ή την καταγωγή ή το χρώμα του δέρματος ή τη θρησκεία. Πώς γίνεται να ισχύουν όλα αυτά ταυτόχρονα; Μα επειδή για τον καθένα μπορεί να ισχύει κάτι διαφορετικό, ανάλογα με το βίωμά του. 

Και με αυτή την έννοια, αντιλαμβάνονται και την τάξη σαν μια ακόμα διάκριση, ορίζοντάς την στο στενό πλαίσιο της μισθολογικής διαφοράς. Κάποιοι/ες υφίστανται έμφυλη καταπίεση, κάποιοι/ες άλλοι/ες ρατσιστική και κάποιοι/ες άλλοι/ες μισθολογική/ταξική. 

Κάποιοι άλλοι πάλι δεν υφίστανται ταξική καταπίεση –οι καπιταλιστές– αλλά μπορεί να υφίστανται έμφυλη. 

Αντιμετωπίζοντας το ταξικό στοιχείο σαν μια καταπίεση όπως οποιαδήποτε άλλη, προκαλείται ένα θεμελιώδες σφάλμα ανάλυσης που οδηγεί σε θεμελιώδη σφάλματα τακτικής: οι χιλιάδες εργάτριες στο Μπαγκλαντές που πεθαίνουν για μεροκάματα του ενός δολαρίου αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο όπως η Britney Spears  και η (ομολογουμένως τραγική) αδικία που υπέστη.

Ένας λευκός άντρας, θύμα εργατικού ατυχήματος θεωρείται λιγότερο καταπιεσμένος (επειδή είναι άντρας), από μια γυναίκα που πέφτει θύμα χοντροφοβικού εκφοβισμού. Ή ακόμα, ο αγώνας για την κατοχύρωση του δικαιώματος στην άμβλωση είναι φυσικά πάρα πολύ σημαντικός, αλλά μένει στην μέση, αν δεν συνδέεται με αιτήματα που να αλλάζουν συνολικά τις κοινωνικές/εργασιακές συνθήκες των γυναικών, ή την κατάσταση του συστήματος υγείας. 

Ένα ακόμα προβληματικό στοιχείο που συνδέεται με το γεγονός ότι σημείο εκκίνησης στις πολιτικές ταυτότητας είναι το άτομο, είναι το γεγονός ότιλειτουργούν διασπαστικά και όχι ενωτικά. 

Είναι κάτι που διαπιστώνουμε, είτε στον αποκλεισμό ατόμων από συνελεύσεις πχ επειδή είναι άντρες ή λευκοί, είτε στην άρνηση υποστήριξης σε δράσεις από συλλογικότητες που θεωρούνται “άσχετες με το θέμα”, αλλά ακόμα και στη λογική “εμείς μιλάμε, εσείς ακούτε”.

Εδώ βέβαια έχουμε ένα λεπτό σημείο. Οι ομάδες που καταπιέζονται εδώ και αιώνες, πχ οι γυναίκες ή οι μαύροι, έχουν όντως ανάγκη να ακουστούν. Είναι αλήθεια πως οι λευκοί άντρες καταλαμβάνουν το χώρο (και το χρόνο των ομιλιών σε επαγγελματικές ή κινηματικές συναντήσεις για παράδειγμα) πολύ εύκολα και χρειάζεται “να κάνουν χώρο”. Αυτό όμως δε σημαίνει πως πρέπει “να σωπάσουν και να ακούσουν”. Είναι χρήσιμο και για τις καταπιεσμένες ομάδες να ακούσουν πχ τους λευκούς άντρες, την οπτική τους – είναι χρήσιμο και για τους λευκούς άντρες να μάθουν να συμμετέχουν καταλαμβάνοντας λιγότερο χώρο. Αναμφισβήτητα άλλωστε και οι λευκοί άντρες είναι θύματα των στερεοτύπων πάνω στα οποία εδραιώνεται η πατριαρχία. 

Πάνω από όλα όμως, είναι αναγκαία η ενότητα στη δράση. Και η κοινή βάση που μας ενώνει είναι η εκμετάλλευση που όλοι βιώνουμε στο χώρο της εργασίας και κατ’ επέκταση στην κοινωνία. 

Καταπιέσεις και καταπάτηση δικαιωμάτων: εργαλεία των εκμεταλλευτικών σχέσεων 

Η μαρξιστική ανάλυση αναγνωρίζει το πρόβλημα της καταπίεσης των δημοκρατικών και των ατομικών δικαιωμάτων που υπάρχει στον καπιταλισμό και την εξηγεί όχι σαν ένα αυτοτελές πρόβλημα, αλλά σαν μια κατάσταση συνδεδεμένη δομικά με το εκμεταλλευτικό σύστημα που βασίζεται στις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. 

Οι άνθρωποι καταπιέζονται πολλαπλά και η εργατική τάξη διχάζεται, προκειμένου να μπορούν οι καπιταλιστές να τους εκμεταλλεύονται οικονομικά και να κερδοφορούν εις βάρος τους. Κατά συνέπεια, ο μαρξισμός πολεμάει την καταπίεση μαζί με την εκμετάλλευση, βλέπει μάλιστα την καταπίεση μέσα από το πρίσμα της εκμετάλλευσης. Εντοπίζει το πρόβλημα στις παραγωγικές σχέσεις και διαπιστώνει ότι οι άλλες καταπιέσεις επικαθορίζονται από τις παραγωγικές σχέσεις.

Πέρα όμως από την ανάλυση, αντιλαμβανόμαστε την αναγκαιότητα της ενότητας στο επίπεδο της δράσης. Οι εργαζόμενοι, ανεξαρτήτως φύλου (βιολογικού ή κοινωνικού), χρώματος του δέρματος, φυλής, θρησκείας ή σωματότυπου, είναι όλοι θύματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Τα δικαιώματα όλων καταπατώνται. Ορισμένες κοινωνικές ομάδες υφίστανται επί πλέον και άλλες μορφές καταπίεσης, όπως ο σεξισμός ή ο ρατσισμός, και αυτές πρέπει φυσικά να αναδεικνύονται. Στις ομάδες αυτές πρέπει να δίνεται χώρος να ακουστούν, είναι όμως απαραίτητο να τονίζονται τα πεδία στα οποία όλες οι καταπιεσμένες ομάδες της εργατικής τάξης συναντιούνται και ενώνουν τα αιτήματά τους στον αγώνα για την δημιουργία μιας δίκαιης κοινωνίας. 

Ο αγώνας ενάντια στην καταπίεση είναι αλληλένδετος με τον αγώνα ενάντια στην εκμετάλλευση, οπότε ο αγώνας για τα δημοκρατικά δικαιώματα συνδέεται με τον αγώνα για τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής, σε συνολικό επίπεδο – και εθνικά και διεθνώς.

Κι όπως πολύ σωστά έγραψε ο Λένιν, 

«οι καταπιέσεις δε θα εκλείψουν άμεσα, ακόμα και μετά την ανατροπή του καπιταλισμού, γιατί είναι σημαντικό και βαθύ στοιχείο οι κοινωνικές αντιλήψεις, οι ριζωμένες στα μυαλά και τις ψυχές των ανθρώπων». 

Έχουμε λοιπόν μεγάλο αγώνα μπροστά μας, γι’ αυτό είναι σημαντικό να τον δώσουμε με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο.


[1] Πρώτο κύμα: Ως πρώτο κύμα φεμινισμού αναφέρονται οι αγώνες των γυναικών στο τέλος του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ού, που εστίαζαν κατά βάση στη νομοθετική κατοχύρωση δικαιωμάτων για τις γυναίκες, με κεντρικό το αίτημα για συμμετοχή στις εκλογές. Οι υποστηρίκτριες του κινήματος ονομάστηκαν σουφραζέτες (από την γαλλική λέξη suffrage που σημαίνει το δικαίωμα ψήφου).
Δεύτερο κύμα: Ο όρος δεύτερο κύμα επινοήθηκε από τη Marsha Lear για να αναφερθεί στο φεμινιστικό κίνημα που εμφανίστηκε στην Αμερική και την Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Ο πυρήνας του κινήματος αναπτύχθηκε από το ενδιαφέρον για τα ζητήματα αναπαραγωγής, από την αντίδραση στην πατριαρχική κοινωνία, αλλά και από την απογοήτευση των λευκών ετεροφυλόφιλων γυναικών της μεσαίας τάξης χωρίς καριέρα, οι οποίες ήταν «εγκλωβισμένες» στον οικογενειακό βίο. Στόχος του φεμινισμού του δεύτερου κύματος ήταν να υπερασπιστεί τις γυναίκες ενάντια στην οικογενειακή και σεξουαλική βία και είχε μεγάλο αντίκτυπο στην έμφυλη ταυτότητα [identity]. Το χαρακτηριστικό του φεμινισμού του δεύτερου κύματος είναι ότι αμφισβήτησε τις παραδοσιακές πολιτικές ιδέες με το να συνδέσει ζητήματα αναπαραγωγής με ζητήματα παραγωγής και το προσωπικό με το πολιτικό και έτσι άλλαξε την πολιτική σκέψη της εποχής.
Τρίτο κύμα: Ο φεμινισμός του τρίτου κύματος εμφανίστηκε στη δεκαετία του 1990 με σκοπό να αμφισβητήσει τις αντιλήψεις του δεύτερου κύματος για το γυναικείο φύλο, καθώς, σύμφωνα με τη κριτική που ασκήθηκε, το δεύτερο κύμα έδωσε κυρίως έμφαση στις λευκές γυναίκες της μεσαίας ή ανώτερης τάξης. Κεντρική είναι η μεταδομιστική ερμηνεία του φύλου και της σεξουαλικότητας [sexuality], καθώς και η ενασχόληση τους με τη φυλή, την εθνότητα και την κοινωνική τάξη. Μια από τις κύριες ανησυχίες των φεμινιστών/τριών του τρίτου κύματος είναι ο σεβασμός για το σώμα της γυναίκας.
πηγή: fylopedia.uoa.gr: Φεμινισμός: δεύτερο κύμα – τρίτο κύμα
[2] Ο μεταμοντερνισμός δεν είναι μια συνεκτική ιδεολογία ή φιλοσοφία — εξάλλου, αρνείται την ανάγκη της συνοχής. Είναι μάλλον ένα σύνολο αντιλήψεων που σχετικοποιεί, «χρωματίζει» και τείνει να απορροφήσει τα ιδεολογικά ρεύματα της εποχής μας. Ο βρετανός μαρξιστής Τέρι Ίγκλετον δίνει τον εξής ορισμό: «Η μετανεωτερικότητα είναι ένας τρόπος σκέψης που αντιμετωπίζει με δυσπιστία τις κλασικές έννοιες της αλήθειας, της λογικής, της ταυτότητας και της αντικειμενικότητας, την ιδέα της παγκόσμιας προόδου ή χειραφέτησης, τα γενικά πλαίσια, τις μεγάλες αφηγήσεις ή τις εσχατολογικές ερμηνείες. Αντίθετα από τα κοινωνικά αυτά πρότυπα, που προέρχονται από τον Διαφωτισμό, αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως απρόοπτο, αβέβαιο, αθεμελίωτο, ανόμοιο, ασταθή και ακαθόριστο, μια σειρά από μη ενοποιημένους πολιτισμούς ή ερμηνείες, που δημιουργούν έναν κάποιο σκεπτικισμό όσον αφορά την αντικειμενικότητα της αλήθειας, της ιστορίας και των προτύπων, το κατά πόσο δεδομένη είναι η φύση και η συνοχή των ταυτοτήτων».
Αυτός ο τρόπος σκέψης, εννοείται, έχει άμεση επίδραση στην ταξική πάλη στον σύγχρονο καπιταλισμό. Στον πυρήνα του βρίσκεται η απαξίωση μιας συνολικής θεώρησης της ιστορίας και της κοινωνίας και συνεπακόλουθα, η άρνηση κάθε μεγάλου και μακροπρόθεσμου σχεδίου απελευθέρωσης του ανθρώπου. Ο Φουκώ το διατυπώνει ως εξής: «Πράγματι, γνωρίζουμε από την εμπειρία μας ότι η προσπάθεια να ξεφύγουμε από το σύστημα της σύγχρονης πραγματικότητας, έτσι ώστε να παραγάγουμε τα ολικά προγράμματα μιας άλλης κοινωνίας, ενός άλλου τρόπου σκέπτεσθαι, μιας άλλης κουλτούρας, μιας άλλης θέασης του κόσμου, έχει οδηγήσει μόνον στην επαναφορά των πιο επικίνδυνων παραδόσεων. Προτιμώ τους πολύ συγκεκριμένους μετασχηματισμούς που αποδείχθηκαν δυνατοί κατά τα τελευταία είκοσι χρόνια σε έναν ορισμένο αριθμό περιοχών που αφορούν τους τρόπους μας να υπάρχουμε και να σκεφτόμαστε, τις σχέσεις προς την εξουσία, τις σχέσεις μεταξύ των φύλων, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την τρέλα ή την αρρώστια, προτιμώ ακόμα αυτούς τους μερικούς μετασχηματισμούς που έχουν γίνει στον συσχετισμό της ιστορικής ανάλυσης και της πρακτικής στάσης, από τα προγράμματα για έναν καινούριο άνθρωπο που έχουν διατυπώσει τα χειρότερα πολιτικά συστήματα, καθ’ όλη τη διάρκεια του εικοστού αιώνα».
Πηγή: prin.gr: Αφιέρωμα: Η θεωρία του μεταμοντερνισμού
[3] Κοινωνικός φιλελευθερισμός ή σοσιαλφιλελευθερισμός (social liberalism) ή αριστερός φιλελευθερισμός είναι η πολιτική πεποίθηση ότι ο οικονομικός φιλελευθερισμός πρέπει να περιλαμβάνει κοινωνική δικαιοσύνη, καθώς και ο ανάλογος πολιτικός χώρος. Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός επιδιώκει να εξισορροπήσει την ατομική ελευθερία και την κοινωνική δικαιοσύνη, μέσω ήπιας κρατικής παρέμβασης στην κοινωνία και στην οικονομία. Η κοινωνική δικαιοσύνη στον σοσιαλφιλελευθερισμό επιδιώκει να περιλαμβάνει τόσο τις αρχές της κοινωνικής ισότητας και αλληλεγγύης, όσο και τα ατομικά δικαιώματα.

7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,107ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
406ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής