Εκλογές στην Καταλονία: Αποτελέσματα και προοπτικές για την Αριστερά και τα κινήματα

Διασκευή άρθρου των σ. του «Επαναστατικού Σοσιαλισμού» (Socialisme revolucionari – ISA στην Καταλονία). Καθυστερήσαμε να προχωρήσουμε στη δημοσίευση του σχετικού άρθρου λόγω πληθώρας ύλης και σημαντικών εξελίξεων στα κινήματα της τελευταίας περιόδου στην Ελλάδα, ωστόσο οι εξελίξεις που προκύπτουν από τις καταλανικές εκλογές διατηρούν τη σημασία τους.

Την Κυριακή 14 Φλεβάρη πραγματοποιήθηκε για 3η φορά μέσα σε 5 χρόνια εκλογική διαδικασία στην Καταλονία. Οι εκλογές καλέστηκαν μετά την καθαίρεση του εκλεγμένου προέδρου της Τζενεραλιτάτ (της τοπικής κυβέρνησης της Καταλονίας) από το Ισπανικό Κράτος, στα πλαίσια της δίωξής του για το κίνημα υπέρ της ανεξαρτησίας. 

Οι εκλογές σημαδεύτηκαν από την άνοδο των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς και Αριστεράς που συγκέντρωσαν ένα ιστορικά υψηλό ποσοστό, από το γεγονός ότι οι δυνάμεις που στηρίζουν την ανεξαρτησία συγκέντρωσαν αθροιστικά ποσοστό άνω του 50%, από την κατάρρευση της παραδοσιακής Δεξιάς, τη σημαντική άνοδο του ακροδεξιού VOX και, τέλος, από τη μεγάλη αποχή.

Η συμμετοχή στις φετινές εκλογές άγγιξε το ιστορικά χαμηλό 53%. Αυτό συνέβη κατ’ αρχήν λόγω του φόβου της μετάδοσης του κορονοϊού, λόγος για τον οποίον όλα τα κόμματα πλην του Σοσιαλιστικού Κόμματος είχαν προτείνει αναβολή των εκλογών. Ο δεύτερος λόγος όμως αφορούσε την έλλειψη ενθουσιασμού και την απουσία μαχητικής υπερψήφισης των κομμάτων και των προγραμμάτων τους, καθώς αυτά δεν περιλάμβαναν ριζοσπαστικές προτάσεις ούτε για τον αγώνα της ανεξαρτησίας, ούτε για το πώς θα καταπολεμηθεί η πανδημία και οι κοινωνικο-οικονομικές συνέπειές της. Για να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης, στις εκλογές του Δεκέμβρη του 2017, όταν το κίνημα ήταν ακόμα σε εξέλιξη, σημειώθηκε το μεγαλύτερο ιστορικά ποσοστό συμμετοχής, που είχε αγγίξει τότε το 79%.

Πλειοψηφία για τις δυνάμεις της Αριστεράς-κεντροαριστεράς 

Αν μπορούμε να σημειώσουμε τα θετικά αποτελέσματα αυτών των εκλογών, αυτά ήταν δύο. Κατ’ αρχήν το συνολικό ποσοστό που συγκέντρωσαν τα κόμματα Αριστεράς και Κεντροαριστεράς ήταν το υψηλότερο από τη δεκαετία του ’30 (58%): Σοσιαλιστικό Κόμμα Καταλονίας (PSC) 23%, Δημοκρατική Αριστερά Καταλονίας (ERC) 21,3%, Από Κοινού – Μπορούμε (ECP – Podemos) 6,9% και Λαϊκή Ενότητα (CUP) 6,7%. Ιδιαίτερα σημαντικό ήταν το αποτέλεσμα του CUP (που τοποθετείται πιο αριστερά από τα υπόλοιπα) το οποίο αύξησε το ποσοστό του κατά 50% από τις εκλογές του 2017. 

Τα μεγαλύτερα κέρδη τα είχε το PSC (Σοσιαλιστικό Κόμμα) που διπλασίασε τα ποσοστά του σε σχέση με το 2017. Αυτό συνέβη αφενός γιατί κατάφερε να ανακτήσει μέρος της εκλογικής του βάσης –κυρίως μεγαλύτερων ηλικιών– στη βιομηχανική ζώνη της Βαρκελώνης. Αφετέρου κατάφερε να πάρει ψήφους από το φιλελεύθερο κόμμα των «Πολιτών» (Ciudadanos-Cs) που δεν κατευθύνθηκαν προς το ακροδεξιό «Vox», αλλά και γιατί έχουν μια πιο μετριοπαθή προσέγγιση στο ζήτημα της ανεξαρτησίας της Καταλονίας. Παράλληλα, τα δεξιά κόμματα έπεσαν από το 50% στις εκλογές του 2017 στο 41%.

Αν και μαθηματικά θα ήταν δυνατόν να υπάρξει μια κυβέρνηση της κεντροαριστεράς αυτό δεν είναι το πιο πιθανό σενάριο, λόγω της στάσης των διαφόρων κομμάτων στο εθνικό ζήτημα. Ενώ το ERC και το CUP υποστηρίζουν την ανεξαρτησία, το PSC και το ECP υποβαθμίζουν το ζήτημα, διεκδικώντας να λυθούν επιμέρους ζητήματα (όπως η απελευθέρωση των πολιτικών κρατούμενων) στα πλαίσια του Ισπανικού κράτους. Άλλωστε το ERC έχει δηλώσει ρητά ότι δεν πρόκειται να συμμετέχει σε κυβέρνηση με κόμματα που δεν υποστηρίζουν την ανεξαρτησία.

Ένα ακόμα σημαντικός παράγοντας είναι και το ECP (Από Κοινού – Μπορούμε) στο οποίο παίζει ηγετικό ρόλο και η Δήμαρχος της Βαρκελώνης, Άντα Κολάου. Η Κολάου ήταν στην πρώτη γραμμή του αγώνα ενάντια στις εξώσεις, ωστόσο από την εκλογή της το 2015 και μετά δεν έχει καταφέρει να σταματήσει το πρόβλημα και τη στεγαστική κρίση γενικότερα. 

Η κεντρική κυβέρνηση του Ισπανικού Κράτους είναι κυβέρνηση συνεργασίας μεταξύ Σοσιαλιστικού Κόμματος και Ενωμένης Αριστεράς-Ποδέμος (με την ανοχή και άλλων μικρότερων κομμάτων, όπως το ERC, που κατά τη διάρκεια της ψήφου εμπιστοσύνης απείχαν προς επίτευξη πλειοψηφίας). Το Ποδέμος, (συχνά κάτω από την πίεση των κινημάτων), παίρνει κατά καιρούς θέσεις υπέρ του κινήματος, όπως η καταδίκη της καταστολής του Ισπανικού Κράτους απέναντι στον λαό της Καταλονίας ή η στήριξη του κινήματος αλληλεγγύης στον ράπερ Pablo Hasel,κάτι που προκαλεί ακόμα και ρήξεις στην κυβερνητική συνεργασία. Ωστόσο σε επίπεδο κεντρικής πολιτικής δεν έχει καταφέρει να αποτελέσει πραγματική εναλλακτική. Το Ποδέμος αποτελεί στην ουσία τους πολιτικούς εκπροσώπους της «γενιάς των αγανακτισμένων» της Ισπανίας του 2011, οι οποίοι όμως δυστυχώς κινούνται από τον έναν συμβιβασμό προς τον επόμενο, έχοντας παράλληλα καλλιεργήσει και στηριχθεί σε μια αντικομματική κουλτούρα, ιδιαίτερα ανάμεσα στη νέα γενιά αγωνιστών.

Πλειοψηφία και για τις δυνάμεις της ανεξαρτησίας

Το πιο πιθανό σενάριο – εκτός των επαναληπτικών εκλογών – είναι η δημιουργία κυβέρνησης συνεργασίας των κομμάτων που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία της Καταλονίας, τα οποία για πρώτη φορά στην ιστορία συγκεντρώνουν ποσοστό άνω του 51%. 

Πρόκειται για τη νομιμοποίηση και με αυτόν τον τρόπο του αιτήματος για ανεξαρτησία, καθώς η «έλλειψη πλειοψηφίας» ήταν ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνταν συνεχώς ενάντια στο κίνημα τα τελευταία χρόνια. Αντανακλά επίσης τη διαρκή υποστήριξη του αγώνα για ανεξαρτησία, παρά την υποχώρηση του κινήματος το 2017 και την έλλειψη πολιτικής ηγεσίας.

Η νέα κυβέρνηση πιθανά να είναι συνεργασία του ERC (Δημοκρατική Αριστερά) με το κεντροδεξιό κόμμα υπέρ της ανεξαρτησίας «Μαζί για την Καταλονία» (JxCat) που συγκέντρωσε 20% στις εκλογές, του οποίου ηγείται ο Κάρλες Πουτζδεμόν (πρώην πρόεδρος της Τζενεραλιτάτ και εξόριστος εκτός Ισπανίας καθώς διώκεται από τις αρχές). Αυτή η συνεργασία υπολείπεται 5 εδρών για να έχει πλειοψηφία και είναι πιθανό να τη συγκεντρώσει με τη βοήθεια των 9 Βουλευτών του CUP, όχι συμμετέχοντας στην κυβέρνηση, αλλά δίνοντας στήριξη/ανοχή απ’ έξω, όπως κάνει από το 2015.

Σε γενικές γραμμές, αυτή η εξέλιξη θα αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης κυβέρνησης, η οποία από το μαζικό κίνημα του 2017 δεν έχει καταφέρει να δώσει καμία προοπτική στον αγώνα για ανεξαρτησία. Πρόκειται για την κυβέρνηση που δεν διαχειρίζεται με επιτυχία την πανδημία και τις οικονομικές της επιπτώσεις, παρέχοντας ελάχιστη στήριξη στους απλούς εργαζόμενους που έχουν χάσει τις δουλειές τους.

Πρέπει να τονιστεί ότι τόσο το ERC (Δημοκρατική Καταλανική Αριστερά) όσο – και ακόμη περισσότερο – το JxCat υποστηρίζουν μια πολύ διαφορετική «ανεξαρτησία» σε σχέση με το CUP και τον αγώνα που δίνει η υπόλοιπη αντικαπιταλιστική Αριστερά. Παρά το αριστερό προφίλ που μπορεί να έχει το ERC, η προηγούμενη συμμετοχή του στην κυβέρνηση έχει αποδείξει ότι βρίσκεται σταθερά στο στρατόπεδο του συστήματος. Για παράδειγμα, κατά την περσινή απεργία στην αυτοκινητοβιομηχανία Nissan, η ηγεσία του ERC δεν υποστήριξε το αίτημα των εργατών για εθνικοποίηση. Η «Καταλανική Δημοκρατία» στην οποία στοχεύει το ERC δηλαδή, θα πρόκειται για μια καπιταλιστική δημοκρατία.

Το CUP (Λαϊκή Ενότητα) θέτει σωστές διεκδικήσεις από τη σκοπιά της Αριστεράς σε σχέση με την καταπολέμηση της πανδημίας αλλά και για το ζήτημα της ανεξαρτησίας της Καταλονίας – δηλαδή ότι πρέπει να συνδεθεί με τον αγώνα ενάντια στο σύστημα που γεννάει και την εθνική καταπίεση. Ωστόσο, η προώθηση ριζοσπαστικών αιτημάτων και διεκδικήσεων πρέπει να συνεχιστεί κάνοντας μαχητική αντιπολίτευση και όχι συμμετέχοντας σε μια κυβέρνηση μαζί με κόμματα που εξυπηρετούν να συμφέροντα του κεφαλαίου. 

Είναι κρίσιμης σημασίας ζήτημα να βγουν συμπεράσματα από λάθη της προηγούμενης περιόδου, ιδιαίτερα μετά το υψηλό ποσοστό στις εκλογές του 2015 που θα μπορούσε να το εκμεταλλευτεί, παίζοντας έναν πολύ πιο κεντρικό ρόλο. Είχε την ευκαιρία δηλαδή να αναδείξει σε μαζικά ακροατήρια το αίτημα ότι ο αγώνας για την ανεξαρτησία της Καταλονίας, για να έχει επιτυχία, θα πρέπει να συνδεθεί παράλληλα με τον αγώνα για μια σοσιαλιστική Καταλονία. Αντί για αυτό, προτίμησε να κρατήσει στενούς δεσμούς με το ERC και την καταλανική Κεντροδεξιά που ήταν υπέρ της ανεξαρτησίας (αλλά όχι υπέρ των ριζοσπαστικών φιλεργατικών πολιτικών), με αποτέλεσμα να απομακρυνθεί από τις μαχητικές εργατικές μάζες. Συνεπώς, θα ήταν ακόμα μεγαλύτερο λάθος μια πιθανή συμμετοχή στη νέα κυβέρνηση, καθώς θα σημαίνει ότι το βασικό κόμμα της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στην Καταλονία θα χάσει εντελώς την αξιοπιστία του. Το βασικό καθήκον που έχει το CUP μπροστά του για την επόμενη περίοδο είναι το χτίσιμο μιας μαζικής αριστερής εναλλακτικής μέσα στην κοινωνία, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο και τα εκλεγμένα μέλη του, για να γίνει η φωνή του αγώνα στους δρόμους και της πάλης για σοσιαλιστικές πολιτικές.

Η κατάρρευση της παραδοσιακής δεξιάς και η άνοδος του ακροδεξιού Vox

Ένα ακόμα θετικό αποτέλεσμα αυτών των εκλογών ήταν και η κατάρρευση των παραδοσιακών δεξιών κομμάτων της Ισπανίας, του Λαϊκού Κόμματος – PP (3,8%) και των Θιουδαδάνος – Cs (5,6%). Ακόμα, το ιστορικό κόμμα της καταλανικής άρχουσας τάξης, το Καταλανικό Ευρωπαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα (PdCAT), δεν κατάφερε καν να εκλέξει Βουλευτές. Αρκετοί ψηφοφόροι των παραπάνω μετακινήθηκαν προς το ακροδεξιό VOX, το οποίο έλαβε 7,7% και κατάφερε να εκλέξει για πρώτη φορά Βουλευτές στη Βουλή της Καταλονίας. Αυτό ήταν και το πιο ανησυχητικό αποτέλεσμα των εκλογών.

Το VOX αποτελεί την 3η πολιτική δύναμη σε επίπεδο Ισπανίας και την 4η στην Καταλονία, και το χαρακτηρίζει ο εθνικιστικός, ξενοφοβικός και λαϊκιστικός λόγος. Όπως συμβαίνει με τα περισσότερα κόμματα αυτού του είδους διεθνώς, η βάση του κυρίως προέρχεται από απογοητευμένα μικροαστικά και αντιδραστικά στρώματα. Το VOX εμφανίζεται ενισχυμένο λόγω της απογοήτευσης του κόσμου από τα παραδοσιακά κόμματα που σε συνδυασμό με την ανεργία, τα κλειστά μαγαζιά λόγο πανδημίας κλπ, δεν είναι απίθανο να διευρύνει τη βάση του, εάν η Αριστερά αποτύχει να εμπνεύσει τα χτυπημένα αυτά στρώματα.

Τα καθήκοντα της Αριστεράς

Το αποτέλεσμα των εκλογών δεν πρόκειται να φέρει μια περίοδο ηρεμίας και σταθερότητας, όπως πιθανά να ήλπιζε αρχικά το κατεστημένο. Η πανδημία και η κοινωνικο-οικονομική κρίση θα συνεχιστούν. Παράλληλα, με το 51% να στηρίζει την ανεξαρτησία, οι προσδοκίες του κόσμου για αυτοδιάθεση θα ενισχύονται. Όπως βέβαια και η καταστολή από πλευράς Ισπανικού Κράτους, κάτι που γίνεται εύκολα ορατό και στην περίπτωση της λογοκρισίας και σύλληψης του ράπερ Pablo Hasel.

Η νέα κυβέρνηση που αναμένεται να προκύψει δεν θα αποτελεί μέρος της λύσης, αλλά θα συνεχίσει να είναι μέρος του προβλήματος. Η λύση μπορεί να έρθει μόνο από τους αγώνες των εργαζομένων και της κοινωνίας και σε αυτούς πρέπει να επενδύσει το CUP. Την ίδια στιγμή που ένα μέρος της ηγεσίας του συζητάει το ενδεχόμενο στήριξης της κυβέρνησης, όπως περιγράφηκε παραπάνω, η βάση πρέπει να αντισταθεί σε τέτοιου είδους συμβιβασμούς να χτίσει δεσμούς συνεργασίας με τη βάση του ECP και άλλων αριστερών οργανώσεων. 

Παράλληλα, χρειάζεται να προβληθεί ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα που να ξεκινάει από τα σημερινά προβλήματα της πανδημίας (υγεία, ανεργία κλπ) και να τα συνδέει με την ανάγκη ευρύτερων ανατροπών, τον αγώνα για την ανεξαρτησία της Καταλονίας και σύγκρουσης με το ίδιο το σύστημα. Η οργάνωση «Επαναστατικός Σοσιαλισμός» θα παλέψει το επόμενο διάστημα προς αυτήν την κατεύθυνση, δίνοντας τη μάχη για να έχει αυτός ο αγώνας μια διεθνιστική προοπτική.

7,127ΥποστηρικτέςΚάντε Like
595ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,111ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
392ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής