Χρ. Κεφαλής: Είναι η εξίσωση Μακρόν = Πούτιν = Ζελένσκι μαρξιστική;

Η χυδαία, ισοπεδωτική σταλινική λογική του ΚΚΕ και ο πόλεμος στην Ουκρανία

Φιλοξενούμε στη στήλη «Συνεργασίες αναγνωστών, Απόψεις, Αναδημοσιεύσεις» κείμενο που έστειλε ο φίλος του Ξ, μέλος της της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Μαρξιστική Σκέψη» Χρήστος Κεφαλής.

Πάνε 100 χρόνια περίπου από τότε που ο Στάλιν, στα 1924, είχε διατυπώσει το διαβόητο δόγμα του σοσιαλφασισμού. Σύμφωνα με αυτό, οι φασίστες και οι σοσιαλδημοκράτες ήταν δίδυμα αδέλφια· η μόνη λύση απέναντί τους, όπως και απέναντι σε όλους τους αστούς γενικά, ήταν η κομμουνιστική επανάσταση. Σε αυτή τη βάση το ΚΚ Γερμανίας αρνήθηκε πεισματικά να εφαρμόσει μια πολιτική ενιαίου μετώπου στα χρόνια της ανόδου των ναζί. Και το αποτέλεσμα δεν ήταν βέβαια η κομμουνιστική επανάσταση, αλλά η επικράτηση του ναζισμού και η εκμηδένιση του ΚΚ Γερμανίας.

Από τότε, αυτή η χυδαία, ισοπεδωτική σταλινική λογική, που δεν κάνει καμιά διάκριση ανάμεσα στις διάφορες πτέρυγες της αστικής τάξης, επανεμφανίστηκε πολλές φορές και με διάφορους τρόπους και μορφές στο κομμουνιστικό κίνημα. Μια ιδιαίτερη εκδοχή της στη χώρα μας ήταν το «Τι Πλαστήρας τι Παπάγος», που είχε διακηρύξει ο Ζαχαριάδης στις εκλογές του 1952. 

Η θέση του ΚΚΕ για τον πόλεμο στην Ουκρανία (όπως και ομάδων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ΝΑΡ, κοκ) είναι αξιοπρόσεκτη μεταξύ άλλων γι’ αυτό το λόγο: ότι βασίζεται και αναπαράγει στον πυρήνα της την υποκείμενη λογική του δόγματος του σοσιαλφασισμού. Πραγματικά, αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στους λόγους του Κουτσούμπα ή στην αρθρογραφία του Ριζοσπάστη και θα δει επαναλαμβανόμενο το ίδιο ρεφρέν: Όλοι οι ιμπεριαλιστές είναι φιλοπόλεμοι και αντιδραστικοί και συνεπώς στην ουκρανική σύγκρουση πρέπει να καταδικάζουμε εξίσου όλες τις πλευρές, Πούτιν, Ζελένσκι και αμερικανονατοϊκούς.

Σε μερικά άρθρα αυτή η εξίσωση πάει τόσο μακριά ώστε να αναπαράγει τη φόρμουλα για τα «δίδυμα αδέλφια». Σε άρθρο γραμμής, π.χ., διατυπώνεται η θέση πως ο Πούτιν είναι ο σωσίας των Δυτικών, το είδωλό τους στον καθρέφτη: «Η σημερινή Ρωσία… είναι το είδωλο της καπιταλιστικής “δημοκρατικής” Δύσης στον καθρέπτη. Τον Πούτιν βλέπουν ως αντανάκλασή τους ο Μπάιντεν, ο Σολτς, ο Τζόνσον και οι άλλοι… Δικός τους είναι ο Πούτιν, “σάρκα από τη σάρκα” της “δημοκρατίας” τους…»1

Και ο Κουτσούμπας δήλωσε πρόσφατα σε ομιλία του: «Μας λένε, ακόμα, τα φυντάνια του ευρωατλαντισμού: “Μα ο Ζελένσκι εκπροσωπεί έναν λαό που δέχεται επίθεση. Αυτό είναι το κύριο, ας αφήσουμε όλα τα υπόλοιπα”. Ναι, ο λαός της Ουκρανίας δέχεται επίθεση, τόσο από τη Ρωσία όσο και από τις κυβερνήσεις τύπου Ζελένσκι»2.

Το παραπάνω άρθρο και η ομιλία του Κουτσούμπα απαντούν, υποτίθεται, στη δυτική προπαγάνδα ότι η Δύση αντιπροσωπεύει το «φως» και τη «δημοκρατία» απέναντι στο «ολοκληρωτικό σκότος» του Πούτιν. Και η απάντησή τους είναι ότι όλοι οι αστοί είναι πάντα και παντού το ίδιο ολοκληρωτικό σκότος. Είναι ότι το να διακρίνουμε ανάμεσα στην καταπίεση που ασκούν πράγματι οι κυβερνήσεις τύπου Ζελένσκι και σε αυτό που κάνει ο Πούτιν στην Ουκρανία, ισοπεδώνοντας μια χώρα και βιάζοντας ένα λαό, συνιστά «ευρωατλαντισμό». 

Έχει έτσι σημασία να εξηγήσουμε, αντλώντας και από τις αναλύσεις των κλασικών, ιδιαίτερα του Τρότσκι στα 1929-33, γιατί οι εξισώσεις του τύπου σοσιαλδημοκρατία = φασισμός, Πλαστήρας = Παπάγος, Μακρόν = Πούτιν = Ζελένσκι, κοκ, είναι αντιμαρξιστικές και λαθεμένες. Ή, για να το θέσουμε πιο γενικά, γιατί το να εξισώνουμε τις διάφορες πτέρυγες της αστικής τάξης –στη συγκεκριμένη περίπτωση τη φιλελεύθερη και την ακροδεξιά αστική πτέρυγα, τυπικοί εκπρόσωποι των οποίων είναι από τη μια οι Μακρόν, Μπάιντεν, Σολτς και από την άλλη οι Πούτιν, Λε Πεν– αντιβαίνει στο μαρξισμό.

Πριν προχωρήσουμε, δεν είναι άσκοπο να επισημάνουμε ότι οι νεοσταλινικοί δογματιστές στο ΚΚΕ έχουν συνείδηση ότι στέκουν σήμερα, τόσο απέναντι στον πόλεμο στην Ουκρανία όσο και σε όλη την πολιτική τους, στη λογική τού «Τι Πλαστήρας τι Παπάγος» και την υπερασπίζουν ρητά σαν μια σωστή, κομμουνιστική λογική. Σε άρθρο του στο Ριζοσπάστη ο πανεπιστημιακός, στέλεχος του ΚΚΕ Γ. Σαρηγιάννης, π.χ., εκτιμούσε πριν 2-3 χρόνια για το «Τι Πλαστήρας τι Παπάγος» ότι «ήταν ένα πολύ καθαρό, σαφές και έντιμο πολιτικό σύνθημα… Πραγματικά είναι επίκαιρο πάντα το σύνθημα!»3

Από τον Σαρηγιάννη διαφεύγει το γεγονός ότι ένα σύνθημα μπορεί να είναι έντιμο, δεν αποκλείεται όμως να είναι και ηλίθιο, αν αυτός που το λέει έντιμα τυχαίνει να είναι και ηλίθιος, όπως ήταν ο Ζαχαριάδης (αν και όχι στον ίδιο βαθμό με την τωρινή ηγεσία του ΚΚΕ, γιατί κάποιες φορές ξεκινούσε να πει κάτι έξυπνο, αλλά το κατέστρεφε με την αρχομανία του). Ένας λόγος παραπάνω, λοιπόν, να αποσαφηνίσουμε το ζήτημα.

Ο Τρότσκι για την εξίσωση Μπρίνινγκ – Χίτλερ και το σήμερα

Οι ιστορικές συγκρίσεις είναι προσεγγιστικές και ενέχουν ένα κίνδυνο απλοποίησης. Το να συγκρίνουμε τη σταλινική θέση για τους δίδυμους φασίστες και σοσιαλδημοκράτες με τη ταύτιση του Μακρόν με τον Πούτιν από το ΚΚΕ έχει κάτι προβληματικό, με την έννοια ότι πρόκειται για ανόμοια μεγέθη. Η σοσιαλδημοκρατία ήταν ένα κόμμα με αστική ηγεσία αλλά εργατική βάση, ο φορέας του ρεφορμισμού μέσα στο εργατικό κίνημα. Η πτέρυγα του Μακρόν, αντίθετα, είναι ξεκάθαρα τοποθετημένη και με τα δυο πόδια στο αστικό στρατόπεδο. Όποια και αν είναι η διαφορά ανάμεσα στη φιλελεύθερη αστική τάξη, που εκφράζουν οι Μακρόν, και την αυταρχική αντίδραση του Πούτιν, είναι σίγουρα μικρότερη από εκείνη ανάμεσα στους φασίστες και τους σοσιαλδημοκράτες.

Υπάρχει όμως μια πολύ πιο ταιριαστή με το θέμα μας ταύτιση που έκαναν τότε το ΚΚ Γερμανίας και η Κομιντέρν, στο πλαίσιο της συνολικής σταλινικής άρνησης κάθε διαφοράς στο αστικό στρατόπεδο: η ταύτιση του Μπρίνινγκ με τον Χίτλερ. Ο Μπρίνινγκ ήταν ένας κεντρώος αστός πολιτικός, ώστε η σύγκρισή του με τον Μακρόν και τη φιλελεύθερη ηγεσία της ΕΕ είναι εντελώς βάσιμη. Ο Πούτιν δεν είναι το ίδιο πράγμα με τους φασίστες, αντιπροσωπεύει όμως μια επιθετική, ακροδεξιά αντίδραση η επικράτηση της οποίας στην ΕΕ θα ήταν ένας προθάλαμος του φασισμού (και γι’ αυτό τον εκθειάζουν οι Ευρωπαίοι νεοναζί), σηματοδοτώντας νέους, πολέμους, δικτατορίες, κοκ. Είναι έτσι σαφές ότι η αντίθεση ανάμεσα στον Μπρίνινγκ και τον Χίτλερ είναι παρόμοιας τάξης με εκείνη ανάμεσα στον Μακρόν και τον Πούτιν – η αντίθεση, χοντρικά, ανάμεσα στη φιλελεύθερη και την ακροδεξιά/φασίζουσα πτέρυγα της αστικής τάξης.

Υπάρχει αυτή η αντίθεση και έχει κάποια σημασία ή είναι τελείως αδιάφορη; Μια εύκολη απάντηση θα ήταν ότι και να υπάρχει δεν έχει πραγματική σημασία, αφού πρόκειται για καθαρά αστικές πτέρυγες, που και οι δυο όταν έρχονται στην κυβέρνηση ασκούν αντιδραστική, αντιλαϊκή πολιτική. Σε αυτό το πλαίσιο, το να αποδίδουμε κάποια σημασία στη διαφορά τους σημαίνει στην πράξη να υιοθετούμε τη λογική του «μικρότερου κακού».

Ο Τρότσκι συζητά στα κείμενά του για τη Γερμανία αυτού του τύπου τις απόψεις δείχνοντας το βαθιά λαθεμένο χαρακτήρα τους. Παραθέτει κείμενα από δημοσιολόγους του ΚΚ Γερμανίας καθώς και την ακόλουθη τοποθέτηση από το περιοδικό του ΚΚ Γαλλίας Τετράδια του Κομμουνισμού: «Οι τροτσκιστές, ενεργώντας στην πράξη όπως ο Μπραϊτσάιντ, επαναλαμβάνουν την περίφημη θεωρία του “μικρότερου κακού”. Σύμφωνα με αυτήν, ο Μπρίνινγκ είναι λιγότερο κακός από τον Χίτλερ, ο θάνατος από πείνα κάτω από τον Μπρίνινγκ λιγότερο δυσάρεστος από το θάνατο από πείνα κάτω από τον Χίτλερ και είναι απέραντα προτιμότερο να τουφεκιστείς από τον Γκρένερ παρά από τον Φρικ»4.

Ο Μπραϊτσάιντ ήταν ένας ηγέτης της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας και το νόημα του παραπάνω αποσπάσματος είναι ότι δεν είχε κανένα νόημα να διακρίνει κανείς ανάμεσα στους παραδοσιακούς αστούς πολιτικούς και τους φασίστες, αφού ο λαός υπέφερε κάτω και από τους μεν και από τους δε.

Απαντώντας, ο Τρότσκι αναγνώριζε ότι υπήρχαν πράγματι αυτά τα κοινά σημεία ανάμεσα στην κυβέρνηση του Μπρίνινγκ και σε μια μελλοντική ναζιστική κυβέρνηση. Πρόσθετε όμως ότι η τελευταία θα περιλάμβανε κάτι επιπλέον που δεν υπήρχε υπό την Μπρίνινγκ: την εξάλειψη των εργατικών οργανώσεων, κομμάτων, συνδικάτων, πολιτιστικών συλλόγων, κ.ά., όπως είχε ήδη συμβεί στην Ιταλία. Ο Μπρίνινγκ μπορεί πιθανά να ήθελε να εκμηδενίσει τις εργατικές οργανώσεις, δεν είχε όμως τη δύναμη να το κάνει. Η κυβέρνησή του βασιζόταν στην κρατική γραφειοκρατία και, χωρίς μαζική υποστήριξη, θα διαρκούσε λίγο· ανάλογα με την έκβαση του αγώνα ανάμεσα στην αστική και την εργατική τάξη θα την αντικαθιστούσε μια φασιστική ή μια κομμουνιστική κυβέρνηση. Όσοι, λοιπόν, ταύτιζαν τον Μπρίνινγκ με τον Χίτλερ ταύτιζαν την κατάσταση πριν από την αποφασιστική μάχη με την κατάσταση μετά την ήττα, δηλαδή αναγνώριζαν τη νίκη του Χίτλερ σαν αναπόφευκτη. Ο Τρότσκι διατυπώνει πειστικά αυτό το σημείο:

«Οι σοφοί που καυχώνται πως δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά “ανάμεσα στον Μπρίνινγκ και στον Χίτλερ”, λένε στην πραγματικότητα τούτο: αν οι οργανώσεις μας εξακολουθούν να υπάρχουν ή αν έχουν κιόλας καταστραφεί, αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Κάτω από αυτή την ψευτοριζοσπαστική φρασεολογία κρύβεται η πιο άνανδρη παθητικότητα: “Δεν μπορούμε να αποφύγουμε την ήττα ό,τι κι αν κάνουμε”…  Το συμπέρασμά μας είναι τούτο: πρέπει να δώσουμε τη γενική μάχη πριν η γραφειοκρατική δικτατορία του Μπρίνινγκ αντικατασταθεί από το φασιστικό καθεστώς, δηλαδή, πριν να συντριβούν οι εργατικές οργανώσεις. Για τη γενική μάχη πρέπει να προετοιμαστούμε με την ανάπτυξη, την επέκταση και την όξυνση των μερικών μαχών. Αλλά γι’ αυτό πρέπει να έχουμε μια σωστή προοπτική και κυρίως να μην αποκαλούμε νικητή τον εχθρό που βρίσκεται ακόμα μακριά από τη νίκη»5.

Και ο Τρότσκι έδειχνε παραπέρα ότι πίσω από την επαναστατική φρασεολογία των σταλινικών ηγετών κρυβόταν η γραφειοκρατική δειλία και η συνθηκολόγηση με το φασισμό χωρίς μάχη, στο όνομα μιας κάλπικης ψευδο-κομμουνιστικής αδιαλλαξίας:

«Κάθε εργάτης που σκέφτεται, και πρώτος ο κομμουνιστής εργάτης, πρέπει να προσέξει το κούφιο, το άθλιο και το σάπιο που υπάρχει στις φλυαρίες της σταλινικής γραφειοκρατίας ότι Μπρίνινγκ και Χίτλερ είναι το ίδιο πράγμα. Χάνεστε μέσα στη σύγχυση! – τους απαντάμε. Χάνεστε μέσα σε αυτή την επαίσχυντη σύγχυση από φόβο για τις δυσκολίες, από φόβο για τα τεράστια καθήκοντα. Συνθηκολογείτε μπροστά στον αγώνα, διακηρύσσετε πως έχουμε κιόλας ηττηθεί. Λέτε ψέματα! Η εργατική τάξη είναι διασπασμένη, αδυνατισμένη από τους ρεφορμιστές, αποπροσανατολισμένη από τα τρικλίσματα της ίδια της πρωτοπορίας της, αλλά δεν έχει ακόμα συντριβεί. Οι δυνάμεις της δεν εξαντλήθηκαν… Να ταυτίζουμε τον Μπρίνινγκ με τον Χίτλερ σημαίνει να ταυτίζουμε την κατάσταση πριν από τη μάχη με την κατάσταση ύστερα από την ήττα, σημαίνει πως παραδεχόμαστε από τα πριν σαν αναπόφευκτη την ήττα, σημαίνει πως καλούμε στη συνθηκολόγηση χωρίς όρους…»6.

Αυτά έλεγε ο Τρότσκι και ο καθένας μπορεί σήμερα να δει, αν δεν φορά παρωπίδες, τη διορατικότητα των εκτιμήσεών του. Μπαίνει το ερώτημα: Υπάρχουν ανάλογα στοιχεία στην τωρινή κατάσταση που να καθιστούν την ταύτιση της φιλελεύθερης και της ακροδεξιάς αστικής πτέρυγας από τη νεοσταλινική ηγεσία του ΚΚΕ μια τέτοια περίπτωση γραφειοκρατικής δειλίας και φυγής από την πραγματική επαναστατική δράση;

Σε μια επιπόλαιη προσέγγιση, θα μπορούσε να φανεί ότι κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Η ακροδεξιά μερίδα, η μερίδα στο στιλ του Πούτιν, έχει έρθει στην εξουσία και αλλού, στις ΗΠΑ με τον Τραμπ, κατά καιρούς σε Ουγγαρία, Αυστρία, Ιταλία, κοκ, και δεν είδαμε κάποια δραστική αλλαγή, όπως η επιβολή μιας ακροδεξιάς δικτατορίας.

Το να συμπεράνουμε κάτι τέτοιο θα ήταν βαθιά λαθεμένο, μια προσκόλληση στην επιφάνεια των γεγονότων. Αν η άνοδος των ακροδεξιών στην κυβέρνηση δεν συνοδεύτηκε από ριζικές ανατροπές, υπήρχαν ξεκάθαρες αιτίες: Η κρίση του 2007 μπορούσε ακόμη να αντιμετωπιστεί με συνηθισμένα μέσα· τα κινήματα της περιόδου ήταν θολά και ασαφή· το μεγάλο κεφάλαιο, ενώ ενίσχυε την ακροδεξιά πτέρυγα, δεν είχε πιεστικούς λόγους να στοιχιστεί πίσω της και να παραμερίσει την αστική δημοκρατία. Ως αποτέλεσμα, η πτέρυγα αυτή δεν ήταν κυρίαρχη στις βασικές ευρωπαϊκές χώρες και δεν έλεγχε τα όργανα της ΕΕ, χωρίς το οποίο δεν μπορεί να επέλθουν ανοιχτά δικτατορικές εκτροπές σε μεμονωμένες χώρες. Όλα αυτά δεν θα ισχύουν στο νέο στάδιο που ξετυλίγεται εμπρός μας. Η πανδημία, ο πόλεμος της Ουκρανίας και οι συνέπειές του, το χάος στην παγκόσμια οικονομία, η ακρίβεια, έχουν συσσωρεύσει και συσσωρεύουν ένα τεράστιο επαναστατικό δυναμικό που θα ξεσπάσει στα επόμενα χρόνια. Στις συνθήκες αυτές η αστική τάξη δεν θα μπορεί να χειριστεί την κατάσταση με τα παραδοσιακά μέσα όπως το 2007-12· θα είναι υποχρεωμένη να παραβιάσει την αστική δημοκρατία. Και αυτό σημαίνει ότι θα φέρει στο προσκήνιο, ως κύρια επιλογή της πλέον, την ακροδεξιά/φασιστική μερίδα.

Η προοπτική που περιγράψαμε δεν έχει εκπληρωθεί, βρίσκεται μπροστά. Για να εκπληρωθεί χρειάζονται ανακατατάξεις που θα πάρουν χρόνο: η άνοδος στην εξουσία του Τραμπ ή ενός διαδόχου του στις ΗΠΑ, η νίκη της Λε Πεν στη Γαλλία που θα διασπάσει την ΕΕ, εντείνοντας το χάος και προκαλώντας νέες πολεμικές συρράξεις στην Ευρώπη, οι φρενήρεις εξοπλισμοί του μιλιταρισμού, κοκ. Δεδομένης της υπερίσχυσης του Μακρόν στις πρόσφατες γαλλικές εκλογές, ο χρόνος αυτός μπορεί να προσδιοριστεί, ας πούμε, στο δεύτερο μισό αυτής της δεκαετίας.

Καθήκον του κινήματος είναι να ανασυνταχτεί και να δώσει τη δική του, επαναστατική διέξοδο στην κρίση πριν η ακροδεξιά/φασιστική πτέρυγα ισχυροποιηθεί τόσο ώστε να δώσει τη δική της. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς χρειάζεται να έχουμε μια σωστή προοπτική και αυτό απαιτεί να υπολογίζουμε τη διαφορά ανάμεσα στη φιλελεύθερη και την ακροδεξιά/φασιστική πτέρυγα. Το να λέμε, όπως η ηγεσία του ΚΚΕ, ότι ο Πούτιν είναι το είδωλο του Μακρόν ή του Μπάιντεν στον καθρέφτη, σημαίνει να κάνουμε το ίδιο λάθος με τους Γερμανούς σταλινικούς κομμουνιστές. Σημαίνει να εξισώνουμε την κατάσταση πριν από τη μάχη με την κατάσταση μετά την ήττα, να αναγνωρίζουμε ότι η λεπενική πτέρυγα ήδη κυριαρχεί, ομολογώντας προκαταβολικά την ήττα μας σαν αναπόφευκτη.

Φυσικά οι ηγήτορες του ΚΚΕ ντύνουν την ηττοπάθειά τους με κάθε λογής επαναστατικές φράσεις, προειδοποιούν ενάντια στους κινδύνους που απειλούν τους λαούς, καλούν σε αγώνα ενάντια σε όλους τους ιμπεριαλιστές. Ο επαναστατισμός τους όμως είναι κούφιος και χωρίς θεμέλια. Αν μοιάζουν με κάτι, είναι με τους κάβουρες, που όταν βλέπουν μπροστά μια απειλή, έναν εχθρό που ξεπερνά το μέγεθός τους, στρίβουν πλάγια για να την αποφύγουν. Και είναι χειρότεροι από κάβουρες, γιατί οι τελευταίοι τουλάχιστον κάνουν ό,τι μπορούν, χωρίς να εμφανίζουν τη φυγή τους σαν θάρρος και «κομμουνιστική αδιαλλαξία».

Η ανάλυση του Τρότσκι υποκινεί σε μερικές ακόμη καίριες αναλογίες με το σήμερα. Αναφερόμενος στη στάση των Γερμανών κομμουνιστών επισημαίνει ότι εκτός από το να εξισώνουν τους σοσιαλδημοκράτες ή τον Μπρίνινγκ με τον Χίτλερ, μερικές φορές πήγαιναν παραπέρα. Αναγνώριζαν τον Χίτλερ σαν το «μικρότερο κακό» και βαυκαλίζονταν με την ψευδαίσθηση ότι πολεμώντας τους παραδοσιακούς αστούς, έστρωνε το δρόμο στους κομμουνιστές. Ο Τρότσκι αναφέρεται στην τυχοδιωκτική υποστήριξη του ΚΚ Γερμανίας στο δημοψήφισμα των ναζί ενάντια στη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση στην Πρωσία και σε λόγους ηγετών του ΚΚ Γερμανίας που απηχούσαν αυτό το πνεύμα, για να συμπεράνει:

«Και αν η πραγματική ανάπτυξη της πάλης των τάξεων θέτει τώρα κιόλας μπροστά στην εργατική τάξη το ζήτημα του φασισμού σαν ζήτημα ζωής και θανάτου; Τότε πρέπει να ξεστρατίσουμε την εργατική τάξη από αυτό το καθήκον, πρέπει να την αποκοιμίσουμε, πρέπει να την πείσουμε ότι το καθήκον της πάλης εναντίον του φασισμού είναι δεύτερο καθήκον, ότι δεν είναι βιαστικό, ότι θα λυθεί μονάχο του, ότι ο Χίτλερ δεν θα φέρει τίποτα καινούριο, ότι δεν πρέπει να φοβόμαστε τον Χίτλερ, ότι ο Χίτλερ θα ανοίξει το δρόμο στους κομμουνιστές»7.

Σήμερα η θέση ότι ο Πούτιν είναι καλύτερος, ότι ακόμη και αν η Ρωσία είναι καπιταλιστική χώρα πολεμά τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό που είναι ο κύριος αντίπαλος και στην πράξη βοηθά τους καταπιεζόμενους Ρώσους στις ΛΔ του Ντονμπάς, κοκ, υποστηρίζεται στην ευρεία ελληνική «αριστερά» από ομάδες όπως η Ίσκρα του Λαφαζάνη, το Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο, ο Σύλλογος Γιάνης Κορδάτος, ρωσόφιλους πανεπιστημιακούς τύπου Πατέλη, κοκ. Η θέση ότι δεν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στη φιλελεύθερη και την ακροδεξιά πτέρυγα του ιμπεριαλισμού υποστηρίζεται από το ΚΚΕ, το ΝΑΡ και μερικές ακόμη ομάδες. Η πρώτη θέση σημαίνει άμεσο πέρασμα στο ρωσικό ιμπεριαλισμό και είναι εύκολο να εκτεθεί. Η δεύτερη σημαίνει υποκατάσταση της μαρξιστικής ανάλυσης με επαναστατικές φράσεις. Και οι δυο θέσεις είναι λαθεμένες και επικίνδυνες για το κίνημα.

Οι αναλύσεις του Τρότσκι για τις αντιθέσεις ανάμεσα στις διάφορες αστικές πτέρυγες στα κείμενά του για τη Γερμανία έχουν αρκετά ακόμη ενδιαφέροντα σημεία. Ενώ ο Τρότσκι εστιάζει στην αντίθεση ανάμεσα στο φασισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, λόγω της εργατικής βάσης της τελευταίας, θα ήταν λάθος να νομιστεί ότι θεωρεί τη σοσιαλδημοκρατία σαν ένα εργατικό κόμμα. Απεναντίας, τονίζει διαρκώς ότι αποτελεί μέρος του αστικού συστήματος και αναλύει τις καθεστωτικές μετατοπίσεις από την «ομαλή» αστική δημοκρατία υπό τους σοσιαλδημοκράτες στον αδύναμο βοναπαρτισμό του Μπρίνινγκ και τελικά στη ναζιστική δικτατορία ως διακριτές μορφές της αστικής κυριαρχίας. 

Η προσέγγιση του Τρότσκι συνοψίζεται καλύτερα στο εξής απόσπασμα: «Εμείς οι μαρξιστές θεωρούμε τον Μπρίνινγκ και τον Χίτλερ, ακόμη και τον [σοσιαλδημοκράτη] Μπράουν, σαν συστατικά μέρη ενός και του ίδιου συστήματος. Το ζήτημα ποιος από όλους αυτούς είναι το μικρότερο κακό δεν έχει νόημα, γιατί το σύστημα που πολεμάμε έχει ανάγκη από όλα αυτά τα στοιχεία. Αλλά τα στοιχεία αυτά βρίσκονται προσωρινά σε συγκρούσεις μεταξύ τους και το κόμμα της εργατικής τάξης πρέπει να επωφεληθεί από αυτές τις συγκρούσεις προς το συμφέρον της επανάστασης». Ειδικά δε όσο αφορά τη σοσιαλδημοκρατία, διευκρινίζει αλλού: «Η σοσιαλδημοκρατία, παρά την εργατική της σύνθεση, είναι πέρα για πέρα αστικό κόμμα»8.

Θέτοντάς το πιο γενικά, ο Τρότσκι διακρίνει έτσι ανάμεσα σε τρεις βασικές αστικές πτέρυγες: αστική δεξιά (ναζί + ακροδεξιοί), αστικό κέντρο (φιλελεύθεροι, Μπρίνινγκ) και αστική αριστερά (σοσιαλδημοκρατία). Δεδομένου ότι στη δοσμένη στιγμή οι ναζί αποτελούσαν τον κύριο κίνδυνο, από τη διάκριση αυτή απέρρεε το επιτρεπτό των συμμαχιών με τη σοσιαλδημοκρατία (και δευτερευόντως με το αστικό κέντρο) ενάντια στους ναζί και η αναγκαιότητα της ενιαιομετωπικής τακτικής.

Στον τωρινό πόλεμο στην Ουκρανία δεν εμπλέκεται μόνο ο ιμπεριαλιστικός ανταγωνισμός μεταξύ Ρωσίας, Κίνας και Δυτικών για τις σφαίρες επιρροής. Εμπλέκεται επίσης ισχυρά η αντίθεση ανάμεσα στην αστική δεξιά (Πούτιν, λεπενισμός, τραμπισμός, νεοφασισμός) και το αστικό κέντρο, μέρος του οποίου είναι σήμερα και η σοσιαλδημοκρατία (φιλελεύθεροι, Μακρόν, Μπάιντεν, Ζελένσκι, Σολτς, κοκ), για την ηγεμονία στο κάθε ιμπεριαλιστικό κέντρο. Η αστική, ρεφορμιστική αριστερά, εκπροσωπούμενη σήμερα από κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, το Ποντέμος, το κόμμα του Μελανσόν, κοκ, δεν παίζει ενεργό ρόλο σε αυτή τη σύγκρουση, δεδομένου και ότι δεν βρίσκεται στην κυβέρνηση. 

Η αντίθεση και η σύγκρουση ανάμεσα στην αστική δεξιά και στο αστικό κέντρο είναι μια περιορισμένη, δευτερεύουσα αντίθεση. Το να την αγνοούμε όμως εντελώς συνιστά σοβαρό λάθος. Η εκμετάλλευσή της στην παρούσα περίοδο σημαίνει να υποστηρίζουμε την εθνική ανεξαρτησία και την άμυνα της Ουκρανίας, να μην παραβλέπουμε τις εξαιρετικά αρνητικές συνέπειες μιας ρωσικής νίκης, που θα δώσει μεγάλη ώθηση στο λεπενισμό σε όλη την Ευρώπη.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στη φιλελεύθερη και την ακροδεξιά αστική πτέρυγα; Και ποια η σημασία της;

Το ότι αναγκαζόμαστε να θέσουμε αυτό το ερώτημα σε ένα χωριστό μέρος είναι δείγμα της αποσύνθεσης στο χώρο της «επαναστατικής αριστεράς» μας. Το ερώτημα έχει ήδη συζητηθεί από τους κλασικούς, πολύ εκτεταμένα από τον Λένιν, και η απάντησή του θα έπρεπε να είναι αυτονόητη. Σήμερα όμως πρέπει να επανερχόμαστε στα αυτονόητα, καθώς κακοποιούνται από όλες τις μεριές.

Στην τσαρική Ρωσία η επανάσταση του 1905, με τα μεγάλα ιστορικά ζητήματα που έθεσε, είχε μεταξύ άλλων ως συνέπεια να χωριστούν με σαφήνεια οι διάφορες πτέρυγες της αστικής τάξης. Στις αναλύσεις του, ιδιαίτερα μετά την ήττα της επανάστασης, ο Λένιν διέκρινε αυτές τις πτέρυγες και φώτισε τις διαφορές τους. Επιχειρηματολόγησε ότι στο αστικό στρατόπεδο υπήρχαν, με αποχρώσεις και υποδιαιρέσεις, τρεις βασικές τάσεις: οι αντιδραστικοί (οι τσαρικοί του Στολίπιν, εν μέρει και οι Οκτωβριστές)· οι φιλελεύθεροι (το κόμμα των Καντέτων) και οι αστοί και μικροαστοί δημοκράτες (οι αγροτιστές Τρουντοβίκοι και Εσέροι). Η τελευταία τάση, των μικροαστών δημοκρατών (το σύγχρονο αντίστοιχο της οποίας αντιπροσωπεύει ο τσαβισμός) ήταν προοδευτική γιατί αγωνιζόταν για την ανατροπή του τσαρισμού και μια πλήρη αστική δημοκρατία. Οι άλλες δυο τάσεις ήταν αντιδραστικές, διέφεραν ωστόσο στο βαθμό του αντιδραστισμού τους: οι τσαρικοί ήταν συνεπείς, ακραίοι αντιδραστικοί, οι Καντέτοι μετριοπαθείς και ταλαντευόμενοι. Οι τσαρικοί ακολουθούσαν μια πολιτική εξανδραποδισμού των μαζών, ειδικά της αγροτιάς· οι Καντέτοι πίεζαν από τη μεριά τους για μικρομεταρρυθμίσεις που χαλάρωναν ελαφρά την καταπίεση. Τέτοια πάνω-κάτω είναι σήμερα η αντίθεση ανάμεσα στην ακροδεξιά και τη φιλελεύθερη πτέρυγα της αστικής τάξης, ανάμεσα στον Πούτιν, τη Λε Πεν, τον Τραμπ από τη μια και τον Μακρόν, τον Μπάιντεν, τη φον ντερ Λάιεν από την άλλη, ανάμεσα στην αστική δεξιά και το αστικό κέντρο.

Αυτή η διαφορά, όπως τόνισε επανειλημμένα ο Λένιν, δεν είναι θεμελιώδης, δεν μπορεί να αξιοποιηθεί για να προωθηθούν οι στόχοι του κινήματος υποστηρίζοντας σε βάθος χρόνου τη μια πτέρυγα έναντι της άλλης (η ενάντια υπόθεση υπόκειται συνήθως των λογικών του «μικρότερου κακού»). Ταυτόχρονα όμως δεν είναι τελείως αμελητέα και σε κάποιες στιγμές, ζητήματα, κοκ, μπορεί να γίνεται σημαντική.

Αναπτύσσοντας παραπέρα αυτές τις ιδέες με βάση και την εμπειρία του Οκτώβρη, ο Τρότσκι έδειξε ότι οι διαφορές και οι αντιθέσεις ανάμεσα στις αστικές πτέρυγες υποχωρούν (χωρίς να εξαλείφονται τελείως) στις παραμονές της σοσιαλιστικής επανάστασης, όταν όλη η αστική τάξη συσπειρώνεται για να καταπνίξει την εξέγερση, ενώ γίνονται πιο αισθητές σε άλλες στιγμές, όταν μπαίνουν μερικότερα ζητήματα στα οποία οι προοπτικές τους διαφέρουν:

«Είναι αναμφισβήτητο ότι, μπροστά στην προλεταριακή εξέγερση, δεν θα υπάρχει διαφορά ανάμεσα στους Μπρίνινγκ, Σέβερινγκ, Λάιπαρτ και Χίτλερ. Ενάντια στην μπολσεβίκικη εξέγερση του Οκτώβρη, οι σοσιαλεπαναστάτες και οι μενσεβίκοι συμμάχησαν με τους συνταγματικούς δημοκράτες (Καντέτους) και τους κορνιλοφικούς, ο Κερένσκι έστελνε στην Πετρούπολη τον στρατηγό των εκατό μαύρων (Κρασνόφ), οι σοσιαλεπαναστάτες οργάνωναν την εξέγερση των Καντέτων κάτω από την ηγεσία των μοναρχικών αξιωματικών. Αλλά αυτό δεν σημαίνει καθόλου ότι οι Μπρίνινγκ, Σέβερινγκ, Λάιπαρτ και Χίτλερ ανήκουν πάντα και σε όλες τις περιστάσεις στο ίδιο στρατόπεδο. Σήμερα τα συμφέροντά τους διαφέρουν. Για τη σοσιαλδημοκρατία το ζήτημα είναι στη σημερινή στιγμή όχι τόσο να υπερασπίσει τις βάσεις της καπιταλιστικής κοινωνίας ενάντια στην προλεταριακή επανάσταση όσο να υπερασπίσει το μισοκοινοβουλευτικό σύστημα ενάντια στο φασισμό. Να μη χρησιμοποιήσει κανείς αυτό τον ανταγωνισμό θα ήταν μια πελώρια ανοησία»9.

Ακριβώς στην παρούσα φάση, όταν οι δυο αστικές πτέρυγες, η ακροδεξιά και η φιλελεύθερη, βρίσκονται σε οξύ ανταγωνισμό για την ηγεμονία στο αστικό στρατόπεδο, μπορεί οι μεταξύ τους διαφορές να αποκτούν μια ορισμένη σημασία. Το ότι στη Δυτική Ευρώπη εξακολουθεί, παρά τις εκπτώσεις, να υπάρχει η αστική δημοκρατία, να γίνονται κάπως σεβαστές οι βασικές ελευθερίες, ενώ στη Ρωσία αυτό δεν ισχύει, οι διαφωνούντες πολιτικοί, δημοσιογράφοι, κινηματικοί ακτιβιστές, κοκ, συχνά δολοφονούνται και φυλακίζονται, είναι μια πραγματική διαφορά. Στο επιτελείο του Πούτιν υπάρχουν πλήθος ακροδεξιοί, σοβινιστές και φασίστες, κάτι που δεν συμβαίνει γενικά στα παραδοσιακά αστικά κόμματα της Δύσης. Στην πανδημία η φιλελεύθερη πτέρυγα λίγο-πολύ συμβάδισε με την επιστήμη, ενώ η ακροδεξιά πρεσβεύει έναν ανοικτό σκοταδισμό, συνωμοσιολογία, κοκ. Τέλος, η φιλελεύθερη πτέρυγα είναι γενικά κοσμοπολίτικη και υπέρ του ελεύθερου εμπορίου, ενώ η ακροδεξιά εθνικιστική και υπέρ του προστατευτισμού (τυπικά ο Τραμπ), καθώς η μερίδα του κεφαλαίου που τη στηρίζει τον θεωρεί καλύτερη επιλογή για την ενίσχυση των θέσεών της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Αυτές οι διαφορές δεν είναι ριζικές, δεν είναι η διαφορά ανάμεσα στη «δημοκρατία» και τον «ολοκληρωτισμό», όπως εμφανίζουν τα ΜΜΕ της Δύσης. Είναι περιορισμένες και ανεπαρκείς, κυρίως επειδή η φιλελεύθερη αστική πτέρυγα δεν έχει πλέον δική της προοπτική, όπως είχε στο παρελθόν με τον κεϊνσιανισμό· ώστε δίνει απλά μια «μάχη οπισθοφυλακής» και στην ουσία στρώνει η ίδια το δρόμο στην επιθετική αντίδραση με τις πολιτικές της, υιοθετώντας στοιχεία από την ατζέντα της όπως ο αντιμεταναστευτισμός. Παρ’ όλα αυτά δεν παύουν να υπάρχουν, ώστε είναι λαθεμένο και αντιμαρξιστικό να εξισώνει κανείς τις δυο πτέρυγες.

Ο μαρξισμός απαιτεί να διακρίνουμε όχι μόνο ανάμεσα στις τάξεις της αστικής κοινωνίας –αστοί, μικροαστοί και προλετάριοι– αλλά και ανάμεσα στις διάφορες ομάδες των τάξεων και τους αντίστοιχους πολιτικούς τους εκπροσώπους. Και απαιτεί ακόμη παραπέρα να κάνουμε αυτή τη διάκριση όχι μόνο αναφορικά με την τελική ιστορική προοπτική, το σοσιαλισμό (απέναντι στην οποία όλοι οι αστοί είναι αντιδραστικοί), αλλά και σε κάθε συγκεκριμένο ζήτημα και σταθμό του αγώνα. Για παράδειγμα, οι μικροαστοί αγροτιστές δημοκράτες της Ρωσίας, οι Εσέροι, ήταν αντιδραστικοί ή ταλαντευόμενοι σε σχέση με τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής επανάστασης, όπως φάνηκε ξεκάθαρα το 1917. Αλλά αναφορικά με τα αστικά καθήκοντα που έμπαιναν το 1905 (ανατροπή τσαρισμού, διανομή της γης) ήταν προοδευτικοί. Γι’ αυτό ο Λένιν επέμενε ότι μια συμμαχία μαζί τους, παρά τον αντιδραστισμό τους σε σχέση με το σοσιαλισμό, ήταν τότε απολύτως θεμιτή και δυνατή.

Ας σκιαγραφήσουμε κάπως πιο συγκεκριμένα τις τωρινές σχέσεις ανάμεσα στις αστικές πτέρυγες, μέσα μέσα από μια αναλογία με το ρωσικό πολιτικό σκηνικό του 1905-17 (το ότι οι σχέσεις αυτές εκφράζονται τώρα στο πλαίσιο μιας πολεμικής σύρραξης, όπου εμπλέκονται ισχυρά τα γεωπολιτικά συμφέροντα του κάθε ιμπεριαλισμού –των αμερικανονατοϊκών για επέκταση προς ανατολάς, του ρωσικού ιμπεριαλισμού για επέκταση δυτικά– περιπλέκει τα πράγματα αλλά δεν τα αλλάζει ριζικά· για τους μαρξιστές ο πόλεμος είναι πάντα μια συνέχεια της πολιτικής):

• Ο Πούτιν είναι ένας πολιτικός τύπου Κορνίλοφ και Στολίπιν, εκφράζει την επιθετική/ακροδεξιά αντίδραση, που κυριαρχεί σήμερα στη Ρωσία. Αυτή η πτέρυγα αποτελεί ένα άμεσο επωαστήριο και προθάλαμο του φασισμού (οι στενοί δεσμοί του καθεστώτος Πούτιν με τους απανταχού νεοναζί, η υποστήριξη του Άσαντ, η υποστήριξη των ακροδεξιών στον Πούτιν, κοκ).

• Οι Μακρόν, Μπάιντεν κοκ είναι πολιτικοί τύπου Μιλιουκόφ, εκφράζουν τη φιλελεύθερη, μετριοπαθή αντίδραση, που κυριαρχεί ακόμη στη Δύση. Αυτή η πτέρυγα επίσης στρώνει το δρόμο στην επιθετική αντίδραση, την ακροδεξιά, κοκ, αλλά το κάνει με έναν πιο έμμεσο, ταλαντευόμενο τρόπο, αποτελώντας ταυτόχρονα ένα προσωρινό εμπόδιο στην ακροδεξιά πτέρυγα.

• Ο Ζελένσκι είναι ένας πολιτικός τύπου Κερένσκι, δεν είναι καν μεγαλοαστός, ολιγάρχης τύπου Ποροσένκο, εκφράζει μια ταλαντευόμενη, μικροαστική αντίδραση.

Από τα παραπάνω συνάγονται ορισμένα βασικά συμπεράσματα:

• Το να παίρνουμε το μέρος του Πούτιν στον ουκρανικό πόλεμο (όπως κάνει η Ίσκρα και ομάδες τύπου «Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο», «Γιάνης Κορδάτος», κοκ) είναι σαν οι Μπολσεβίκοι να υποστήριζαν τον Κορνίλοφ στη σύγκρουση Κορνίλοφ – Κερένσκι. 

• Το να λέμε κάτω όλοι οι ιμπεριαλιστές, Μακρόν = Πούτιν = Ζελένσκι (όπως κάνει η ηγεσία του ΚΚΕ, το ΝΑΡ κ.ά.) σημαίνει να υιοθετούμε μια πολιτική αποχής στον ουκρανικό πόλεμο. Οι Μπολσεβίκοι ανέτρεψαν τον Οκτώβρη τον Κερένσκι, αλλά στη σύγκρουση ανάμεσα στον Κορνίλοφ και τον Κερένσκι απέρριψαν την αποχή, προτείνοντας ενιαίο μέτωπο στον Κερένσκι και τους Μενσεβίκους.

• Οι συνέπειες από τις πιθανές εκβάσεις του πολέμου στην Ουκρανία δεν θα είναι ίδιες. Η νίκη του Πούτιν θα είναι μισή νίκη του λεπενισμού και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η ήττα του θα είναι μισή ήττα του λεπενισμού στη Ρωσία και επιβράδυνση της ανόδου του στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η αναγκαία αντιπαράθεση στον ιμπεριαλιστικό επεκτατισμό (τόσο της Ρωσίας όσο και των Δυτικών), το μιλιταρισμό, κοκ, δεν πρέπει να συσκοτίζει αυτό το γεγονός.

Η πιο προφανής διαφορά ανάμεσα στις δυο πτέρυγες –διαφορά που χτυπά στο μάτι, εκτός και αν δεν θέλει κανείς να τη δει– αφορά στο χαρακτήρα των δυνάμεων που συσπειρώνουν και κινητοποιούν στον πόλεμο στην Ουκρανία και ευρύτερα. Στην πλευρά του ρωσικού ιμπεριαλισμού, πέρα από τους άμεσους δεσμούς του καθεστώτος Πούτιν με τους κάθε λογής νεοναζί στη Ρωσία και την Ευρώπη, θα βρούμε κάθε λογής πογκρομιστές, ακροδεξιούς σοβινιστές, τυχοδιώκτες, κ.ά. Η περίπτωση του Τ. Σεργκέιτσεφ, ενός μυστικοσύμβουλου του Πούτιν του οποίου το Μανιφέστο, δημοσιευμένο στο RIA Novosti, κύριο κρατικό ΜΜΕ της Ρωσίας, καλούσε ανοικτά σε πλήρη κατοχή της Ουκρανίας και μαζικά πογκρόμ ενάντια στον ουκρανικό λαό είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Το ίδιο είδος ωμής αντίδρασης και βαρβαρότητας, σερβίρεται κατά κόρο στα ρωσικά ΜΜΕ, όπως θα δείξει μια ματιά στη φιλολογία τους που αναρτά στη χώρα μας η ιστοσελίδα «Ίσκρα». Πίσω από τις κραυγές ενάντια στους «Ουκρανούς νεοναζί», βρίσκει κανείς μόνιμα ρατσιστικές διακηρύξεις ενάντια στους μετανάστες, υμνολόγια για το γερμανικό ναζισμό, εκκλήσεις για επιβολή δικτατορίας, κοκ. Όλες αυτές οι δυνάμεις στρατεύονται με τη Ρωσία του Πούτιν γιατί αντιλαμβάνονται ότι μια νίκη του στην Ουκρανία θα ενισχύσει και τις ίδιες. Στον παραδοσιακό αστικοφιλελεύθερο χώρο και τα ΜΜΕ του, αντίθετα, παρά τις επικαλύψεις, γενικά δεν θα βρει κανείς τέτοια ανοικτά ακροδεξιά, πογκρομιστικά στοιχεία, ούτε εκκλήσεις για επιβολή δικτατορίας, εμφύλιο, κοκ. Οι πολιτικοί και ιδεολογικοί εκπρόσωποί του μπορεί να είναι αντιδραστικοί και χυδαίοι αλλά δεν είναι το είδος των τεράτων που κινητοποιεί ο ρωσικός ιμπεριαλισμός10.

Οι Παπαρήγες και οι Κουτσούμπες είναι της γνώμης ότι το να αναγνωρίσουμε την ύπαρξη μιας διαφοράς ανάμεσα στη φιλελεύθερη και την ακροδεξιά πτέρυγα του ιμπεριαλισμού, στην παρούσα στιγμή ανάμεσα στο δυτικό ιμπεριαλισμό όπου κυριαρχεί η πρώτη και στο ρωσικό ιμπεριαλισμό, όπου κυριαρχεί η δεύτερη πτέρυγα –μια διαφορά ακριβώς στο βαθμό του αντιδραστισμού, στο βαθμό της επιθετικότητας– σημαίνει να κάνουμε μια απαράδεκτη παραχώρηση, να συμβιβαζόμαστε με τον ιμπεριαλισμό και να τον εξωραΐζουμε. Με αυτό όμως, όπως είχε πει σε μια ανάλογη περίσταση ο Τρότσκι, κάνουμε μια παραχώρηση στην πραγματικότητα, όχι στον ιμπεριαλισμό.

Θα μπορούσε να αντιταχθεί ότι ακόμη και αν οι αμερικανονατοϊκοί δεν τα λένε όπως οι Σεργκέιτσεφ, στην πράξη κάνουν το ίδιο στα Ιράκ και τα Αφγανιστάν, παλιότερα στα Βιετνάμ, και άρα η διαφορά είναι μόνο φραστική. Μια προσεκτική εξέταση θα δείξει ότι δεν είναι ακριβώς έτσι.

Οι αμερικανονατοϊκοί, που είχαν την παγκόσμια κυριαρχία, έκαναν μετά το 1990 μεγάλες επεμβάσεις στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, ακόμη στη Γιουγκοσλαβία και τη Λιβύη. Η Ρωσία, της οποίας το ΑΕΠ είναι 15 φορές μικρότερο από των ΗΠΑ, μικρότερο ακόμη και από της Ιταλίας, έκανε συγκρίσιμες επεμβάσεις σε Συρία, Λιβύη, Αμπχαζία, Τσετσενία και Ουκρανία. Αν ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν αντίστροφος και το καθεστώς του Πούτιν είχε 15πλάσια δύναμη από τους αμερικανονατοϊκούς, μπορεί να φανταστεί κανείς, και μόνο ρίχνοντας μια ματιά στις διακηρύξεις των Σεργκέιτσεφ και των Ντούγκιν, για τι είδους επεκτατισμό και βαρβαρότητα θα μιλάγαμε. 

Ειδικά στην Ευρώπη, η φιλελεύθερη πτέρυγα του ιμπεριαλισμού, εκτός από την περίπτωση παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου, δεν έκανε και δεν θα κάνει αυτά που κάνει ο Πούτιν στην Ουκρανία. Η περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας το 1999 διαφέρει: προκλήθηκε από το μεγαλοσέρβικο επεκτατισμό του ίδιου του Μιλόσεβιτς, που είχε εισβάλει στο Κόσοβο προκαλώντας ένα εκατομμύριο πρόσφυγες, και δεν συγκρίνεται καθόλου σε έκταση και συνέπειες με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αυτά που κάνει ο Πούτιν στην Ουκρανία θα τα κάνει στην υπόλοιπη Ευρώπη η λεπενική πτέρυγα, αν και όταν κυριαρχήσει σε μια πορεία αποσύνθεσης της ΕΕ, παραπέρα όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και πολέμων. 

Το να λέμε, λοιπόν, Μακρόν = Πούτιν, η φιλελεύθερη και η ακροδεξιά πτέρυγα του ιμπεριαλισμού είναι σωσίες, είδωλα, όπως λένε οι Κουτσούμπες, σημαίνει να εξισώνουμε την τωρινή κατάσταση, όταν στα καπιταλιστικά κέντρα κυριαρχεί ακόμη η φιλελεύθερη πτέρυγα, με την κατάσταση που θα προκύψει αύριο, όταν θα έχει επικρατήσει διεθνώς η λεπενική-πουτινική πτέρυγα. Σημαίνει να λέμε, όπως έκαναν οι Γερμανοί κομμουνιστές για τον Χίτλερ, ότι η πτέρυγα αυτή δεν θα φέρει κάτι νέο ή και ότι έχει ήδη νικήσει και αυτό που θα φέρει υπάρχει ήδη, ενώ δεν υπάρχει ακόμη. Σημαίνει να «χάφτουμε» τις απάτες των Ντούγκιν ότι η νίκη της Ρωσίας θα δώσει ευκαιρίες τόσο στις δεξιές όσο και στις αριστερές δυνάμεις, ενώ στην πραγματικότητα θα ωφελήσει μόνο την ακροδεξιά και τους νεοφασίστες. Και στην πράξη σημαίνει να αποδεχόμαστε την ήττα μας, να μεταμφιέζουμε σε θάρρος τη γραφειοκρατική δειλία, τη σύγχυση και την άρνηση να αναμετρηθούμε με τα τεράστια ιστορικά καθήκοντα. Σημαίνει να ομολογούμε ότι στο χρόνο που απομένει δεν θα σταθούμε ικανοί να ανασυντάξουμε το κομμουνιστικό κίνημα ούτε να αποκτήσουμε πραγματικούς δεσμούς με τις μάζες, ότι θα υποκαθιστούμε τη μαρξιστική πολιτική, που πρέπει να υπολογίζει με ακρίβεια τα πραγματικά δεδομένα της κατάστασης, με φωνασκίες και ξόρκια.

Ο Τρότσκι δείχνει ακόμη το μεθοδολογικό λάθος των σταλινικών άκριτων εξισώσεων, που τα βάζουν όλα στο ίδιο τσουβάλι. Παραθέτει ένα απόσπασμα από την απόφαση της 11ης Ολομέλειας της Εκτελεστικής Επιτροπής της Κομμουνιστικής Διεθνούς που καταδίκαζε «το φιλελεύθερο κατασκεύασμα της αντίθεσης ανάμεσα στο φασισμό και την αστική δημοκρατία, καθώς κι ανάμεσα στις κοινοβουλευτικές μορφές της αστικής δικτατορίας και τις ανοικτά φασιστικές μορφές», και σχολιάζει:

«Το νόημα αυτής της σταλινικής φιλοσοφίας είναι πολύ απλό: από τη μαρξιστική άρνηση της απόλυτης αντίθεσης βγάζει την άρνηση κάθε αντίθεσης, ακόμα και σχετικής. Αυτό είναι το τυπικό λάθος του χυδαίου ριζοσπαστισμού»11.

Το ίδιο λάθος υπόκειται των δημηγοριών της ηγεσίας του ΚΚΕ για τους «σωσίες». Από το γεγονός ότι η αντίθεση ανάμεσα στη φιλελεύθερη και την ακροδεξιά πτέρυγα είναι μια δευτερεύουσα, μερική αντίθεση, συμπεραίνει ότι δεν υπάρχει καθόλου αντίθεση. Και η ρίζα του λάθους βρίσκεται στη σταλινικό τρόπο σκέψης, που λειτουργεί με απόλυτες αλήθειες και απόλυτες αντιθέσεις, παράγοντας αδιάλειπτα στην πράξη έναν απατηλό, φραστικό και κούφιο ριζοσπαστισμό.

Η μαρξιστική πολιτική απαιτεί να ξεσκεπάζουμε την υποκρισία των αμερικανονατοϊκών. Απαιτεί να εναντιωνόμαστε στην επέκταση του ΝΑΤΟ σε Φιλανδία, Σουηδία, να δείχνουμε πώς η αντιρωσική υστερία τους (η απαγόρευση των ρωσικών πολιτιστικών εκδηλώσεων, των ρωσικών ομάδων, κοκ) λειτουργεί σαν προκάλυμμα για το μιλιταρισμό. Απαιτεί να ξεσκεπάζουμε τη σήψη και την ιστορική παραφωνία ακόμη και της πιο πολιτισμένης αστικής τάξης όπως η φιλανδική, που κατασκεύασε και διαφημίζει τις τεράστιες υπόγειες πόλεις για πυρηνικούς πολέμους σε μια εποχή που η ανθρωπότητα στενάζει και βιάζεται κάτω από την μπότα του πιο αδηφάγου καπιταλισμού. Ταυτόχρονα όμως απαιτεί όλα αυτά να γίνονται με τρόπο που να μη διαγράφουμε τις διαφορές ανάμεσα στις αστικές πτέρυγες. Η εξεύρεση αυτής της ισορροπίας είναι δύσκολη, αλλά αυτή ακριβώς είναι η δυσκολία της ταξικής πάλης· οι εύκολες λύσεις είναι απάτη. 

Ένα τελευταίο αξιομνημόνευτο σημείο είναι ότι ενώ στην τσαρική Ρωσία δεν υπήρχαν ακόμη φασίστες αλλά μόνο τσαρικοί ακροδεξιοί και στη Γερμανία στα 1929-33 οι ναζί είχαν παραγκωνίσει τα πιο μετριοπαθή ακροδεξιά ρεύματα, σήμερα υπάρχει τόσο μια ακροδεξιά όσο και μια φασιστική πτέρυγα, που είναι κάπως διακριτές μεταξύ τους (π.χ., ο Καρατζαφέρης και η Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα, το κόμμα του Όρμπαν και το Γιόμπικ στην Ουγγαρία, κοκ). Ωστόσο, η διάκριση είναι συχνά προσχηματική, με την ακροδεξιά να χρησιμεύει σαν προκάλυμμα των ναζιστικών ομάδων και τους νεοναζί να μεταλλάσσονται (ή να μασκαρεύονται) βαθμιαία σε πιο «μετριοπαθείς» ακροδεξιούς για επικοινωνιακούς λόγους (π.χ. η αλλαγή της φυσιογνωμίας του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία επί Ζαν Μαρί Λεπέν και Μαρίν Λεπέν, η μετεξέλιξη μετά το 2015 του Γιόμπικ, κοκ). 

Οι τελευταίες διαφορές είναι καθαρά διαφορές απόχρωσης ανάμεσα στο σκούρο γκρι και το μαύρο και θα ήταν λάθος να τους αποδώσει κανείς οποιαδήποτε σημασία. Οι σταλινικοί δογματιστές του ΚΚΕ ανάγουν όλες τις άλλες αντιθέσεις στο αστικό στρατόπεδο σε τέτοιες απλές διαφορές απόχρωσης.

Αντεπίθεση ή άμυνα;

Η σημασία των διαφορών ανάμεσα στις αστικές πτέρυγες συνδέεται στενά με το ερώτημα αν βρισκόμαστε σε μια φάση άμυνας ή επίθεσης του κινήματος. Είναι σαφές ότι αν οι διαφορές αυτές έρχονται κάποτε στο προσκήνιο της εργατικής πολιτικής, αυτό πρέπει να συμβαίνει σε εποχές που το κίνημα πιέζεται και πρέπει να ελιχθεί εκμεταλλευόμενο την ύπαρξή τους, δηλαδή σε εποχές όπου το κίνημα βρίσκεται σε άμυνα.

Ο Τρότσκι, στα κείμενά του για τη Γερμανία, είχε εξετάσει εκτενώς και αυτή την πλευρά του ζητήματος. Επιχειρηματολογούσε ότι το επαναστατικό κίνημα στη Γερμανία βρισκόταν σε άμυνα, δεχόμενο επίθεση από δυο ισχυρότερους αντιπάλους, τις παραδοσιακές αστικές δυνάμεις (μαζί και τη σοσιαλδημοκρατία) και τον ανερχόμενο ναζισμό. Στις συνθήκες αυτές το ΚΚ Γερμανίας, παρότι είχε σοβαρή επιρροή, εκλογικά ποσοστά της τάξης του 13-16%, εκατοντάδες χιλιάδες μέλη και ισχυρές μαζικές οργανώσεις, ήταν υποχρεωμένο να διεξάγει έναν αμυντικό αγώνα, επιδιώκοντας τη συμμαχία με τα αντιφασιστικά στοιχεία της σοσιαλδημοκρατίας μέσα από μια πολιτική ενιαίου μετώπου:

«Η τακτική του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος στην άμεση περίοδο πρέπει να αποβλέπει στην επίθεση ή στην άμυνα; Απαντούμε: στην άμυνα. Αν η αναμέτρηση γινόταν σήμερα σαν αποτέλεσμα της επίθεσης του κομμουνιστικού κόμματος, η προλεταριακή πρωτοπορία θα τσακιζόταν από το μπλοκ του κράτους και του φασισμού, ενώ η πλειονότητα της εργατικής τάξης θα περιοριζόταν σε μια φοβισμένη και αμήχανη ουδετερότητα, και η μικροαστική τάξη θα υποστήριζε στην πλειονότητά της άμεσα το φασισμό… Αντίθετα, όσο οι φασίστες θα φαίνονται στα μάτια των σοσιαλδημοκρατών εργατών και στο σύνολο των εργαζόμενων μαζών σαν το επιτιθέμενο στρατόπεδο, τόσο περισσότερο θα έχουμε δυνατότητες όχι μόνο να συντρίψουμε την επίθεση των φασιστών, αλλά επίσης να περάσουμε σε νικηφόρα αντεπίθεση… Πρέπει να πλησιάσουμε τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες στο πεδίο της άμυνας για να τους οδηγήσουμε έπειτα σε αποφασιστική επίθεση… Μια αμυντική θέση συνεπάγεται την πολιτική της προσέγγισης της πλειονότητας της γερμανικής εργατικής τάξης και του ενιαίου μετώπου με τους σοσιαλδημοκράτες και τους ακομμάτιστους εργάτες ενάντια στο φασιστικό κίνδυνο»12.

Ας θέσουμε το ερώτημα: σήμερα το κομμουνιστικό κίνημα βρίσκεται σε θέση άμυνας ή επίθεσης;

Ο καθένας θα δει ότι αν η εκτίμηση του Τρότσκι για την ανάγκη μιας αμυντικής τακτικής ίσχυε μια φορά το 1930, όταν το ΚΚ Γερμανίας είχε, χάρη στην προηγούμενη εργασία της Κομιντέρν που σπατάλησε ο σταλινισμός, διόλου ευκαταφρόνητες δυνάμεις, ισχύει δέκα και εκατό φορές σήμερα. Πραγματικά, σήμερα, όπως και σε όλη την περίοδο μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, το κομμουνιστικό κίνημα στις διάφορες συνιστώσες του βρίσκεται σε μια κατάσταση κρίσης και αποσύνθεσης. Οι δυνάμεις του κατεστημένου, νεοφιλελεύθερες και ακροδεξιές, ακόμη και η φθαρμένη σοσιαλδημοκρατία, φαίνονται παντοδύναμες και κυρίαρχες, ενώ δεν υπάρχουν σοβαρά κομμουνιστικά κόμματα με αξιόλογη επιρροή. Οι μαζικοί αγώνες και τα κινήματα έχουν υποχωρήσει σημαντικά σε σύγκριση με την προ του 1990 περίοδο. Και ακόμη και αν τις πρόσφατες δεκαετίες υπήρξαν τοπικά στιγμές αντεπίθεσης των κινημάτων –οι Αγανακτισμένοι το 2011-12, ο τσαβισμός στη Λατινική Αμερική– συνολικά οι πολιτικοί συσχετισμοί ήταν και παραμένουν, για την ώρα, εξαιρετικά δυσμενείς για τις δυνάμεις που αμφισβητούν τον καπιταλισμό.

Είναι έτσι σαφές ότι το κομμουνιστικό και ευρύτερο εργατικό κίνημα βρίσκεται σε θέση άμυνας και έχει μπροστά του, όσο διαρκεί αυτή η κατάσταση, αμυντικά καθήκοντα. Αυτό επισημαίνεται, χωρίς να βγαίνουν όλα τα αναγκαία συμπεράσματα, από διάφορους αριστερούς σχολιαστές και οργανώσεις. Ο μόνος που δεν έχει αναρωτηθεί ποτέ μήπως συμβαίνει κάτι τέτοιο, και μήπως συνέβαινε τα τελευταία τριάντα χρόνια, είναι η ηγεσία του ΚΚΕ, τόσο επί Παπαρήγα παλιότερα όσο και επί Κουτσούμπα. Απεναντίας, η ηγεσία του ΚΚΕ είναι βαθιά πεπεισμένη –ακολουθώντας κι εδώ πιστά τη σεκταριστική μεσοπολεμική γραμμή του ΚΚ Γερμανίας– ότι το κίνημα περνά σε αντεπίθεση, που η ίδια οφείλει να κατευθύνει και να οργανώσει μέσω κομματικών παραγγελμάτων και εντολών (ο Τρότσκι το επέκρινε αυτό ως «γραφειοκρατικό τελεσιγραφισμό»).

Πραγματικά, όλα αυτά τα χρόνια μετά το 1991 το ΚΚΕ διατυμπάνιζε και διατυμπανίζει το σύνθημα της αντεπίθεσης τόσο μονότονα και επίμονα, που οι σχετικές ανακοινώσεις του, άρθρα του Ριζοσπάστη, κ.λπ., θα γέμιζαν τόμους.

Ο Σαρηγιάννης, του οποίου τις αποφάνσεις για το «Τι Πλαστήρας τι Παπάγος» παραθέσαμε, εκτιμούσε ήδη από το 1996 ότι οι δύσκολοι καιροί μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ έχουν περάσει και μας εξηγούσε «τι σημαίνει αντεπίθεση του ΚΚΕ»:

«Το ΚΚΕ… έμεινε μόνο του, η άλλη πολιτική στα πέντε κόμματα. Ομως οι δύσκολοι καιροί, όπου πολλοί φοβούνταν ακόμη και να πουν ότι είναι κομμουνιστές… για να μη θεωρηθούν “απολιθώματα” και “ντεμοντέ” περνούν σιγά σιγά. Το Κόμμα κρίνει ότι ο καιρός… της άμυνας στην επίθεση της αστικής τάξης και της αναθεώρησης αρχίζει να γίνεται παρελθόν. Τόσο εδώ, όσο και διεθνώς ο κόσμος κατανόησε τι σήμαινε σοσιαλισμός… Από την άλλη μεριά, έχει κατανοήσει… ότι οι κάθε είδους ανανεωτές, μεταρρυθμιστές, εκσυγχρονιστές και άλλοι είναι απλοί καιροσκόποι, με μοναδικό κριτήριο την προσωπική τους άνοδο. Ετσι, τώρα είμαστε σε θέση να εξαπολύσουμε την αντεπίθεση. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι αυτή θα είναι σε όλα τα μέτωπα, ενάντια στον καπιταλισμό και τους εκφραστές του, τη σοσιαλδημοκρατία και τη Δεξιά, ενάντια στη σύγχρονη αναθεώρηση… Αντεπίθεση, λοιπόν, σε όλα τα μέτωπα και έχουμε πολλή, μα πάρα πολλή δουλιά»13.

Η πρώτη φράση ότι «Το ΚΚΕ έμεινε μόνο του» και αυτό εμπνέει αισιοδοξία, είναι πραγματικό μαργαριτάρι. Στα πρώτα χρόνια της Κομιντέρν υπήρχαν στις τάξεις της μερικοί «αριστεροί» που παινεύονταν για ανάλογα «επαναστατικά κατορθώματα». Ο Λένιν είχε πει γι’ αυτούς: «Οι αριστεροί έμειναν μόνοι τους και είναι το βασικό τους λάθος… Οι αριστεροί το λάθος τους (επιθέσεις) το μετέτρεψαν σε θεωρία»14. Σήμερα οι ηγήτορες του ΚΚΕ μάς λένε με κάθε σοβαρότητα πως αυτό που κατά τον Λένιν ήταν το βασικό λάθος των τότε αριστερών, η απομόνωση και οι άκαιρες «επιθέσεις», είναι το κύριο προσόν τους!

Έκτοτε το σύνθημα «Αντεπίθεση λαέ, τώρα με το ΚΚΕ!» δονεί τις σελίδες του Ριζοσπάστη σε κάθε ευκαιρία. Αλίμονο, όμως, ο λαός, παρότι έχει αντιληφθεί την ανωτερότητα του σοσιαλισμού και τον ύποπτο ρόλο των κάθε λογής αναθεωρητών, δεν έχει εγερθεί στο ύψος του καθήκοντος που του αναθέτει η ηγεσία του ΚΚΕ, με συνέπεια τα ποσοστά του ΚΚΕ να παραμένουν καθηλωμένα με αξιοθαύμαστη σταθερότητα: 5,61% στις εκλογές του 1996, 5,52% το 2000, 5,9% το 2004, 4,51%, 5,47%, 5,55% και 5,30% στις τελευταίες τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις. Και φυσικά, επί μια 30ετία δεν περνά καν από το μυαλό τους –ακόμη και όταν διαπιστώνουν πομπωδώς την υποχώρηση των κινημάτων, όπως έκαναν στο τελευταίο τους 21ο Συνέδριο, στις θέσεις και αποφάσεις του οποίου αυτή η υποχώρηση διαπιστώνεται περίπου 50 φορές– μήπως η γραμμή της αντεπίθεσης είναι λαθεμένη και μήπως το σωστό σύνθημα θα ήταν: «Να οργανώσουμε την άμυνα στην επίθεση του κεφαλαίου». Ως αποτέλεσμα, το σύνθημα της αντεπίθεσης ρίχνεται πάλι στις ίδιες αποφάσεις καμιά 15αριά τουλάχιστον φορές15.

Ορισμένοι θα πουν: ΟΚ, ο προσανατολισμός στην άμυνα ή στην αντεπίθεση δεν κάνει μεγάλη διαφορά. Τα ίδια δύσκολα καθήκοντα θα βρίσκονται μπροστά, ο αγώνας ενάντια στους ιμπεριαλιστές και στις εγχώριες αστικές δυνάμεις. Αυτό, ωστόσο, είναι βαθιά λαθεμένο. Ακόμη και αν τα μακροχρόνια καθήκοντα είναι ίδια, ανάλογα με το αν εκτιμάμε ως άμεσο καθήκον την άμυνα ή την επίθεση, αλλάζει πολύ ο συγκεκριμένος τρόπος ιεράρχησης και η μεθοδολογία αντιμετώπισης των καθηκόντων. Κάποια καθήκοντα που θα ήταν ρεαλιστικά και επείγοντα σε μια φάση αντεπίθεσης θα είναι ανεπίκαιρα σε μια φάση άμυνας, και κάποια άλλα που θα φαίνονταν ασήμαντα σε μια φάση επίθεσης του κινήματος γίνονται σημαντικά στην αμυντική περίοδο. Το να ακολουθούμε μια λογική αντεπίθεσης σε μια φάση άμυνας, λοιπόν, σημαίνει μοιραία να θέτουμε σε πρώτο πλάνο καθήκοντα που δεν είναι ακόμη επίκαιρα, υπερπηδώντας τα πραγματικά καθήκοντα του κινήματος, και να δυσχεραίνουμε έτσι αντί να βοηθάμε τη συγκέντρωση των δυνάμεών του.

Για να το δείξουμε συγκεκριμένα, ας πάρουμε μια ομιλία του Δ. Κουτσούμπα στη βουλή για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Στην ομιλία αυτή ο Κουτσούμπας δεν μπορούσε να μην καλέσει σε «λαϊκή αντεπίθεση»: «Να οργανώσει ο λαός την αντεπίθεσή του για να μην πληρώσει τον ανταγωνισμό των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ με τη Ρωσία», αναφέρει σε ένα σημείο, που έχει μπει μάλιστα επικεφαλίδα με κόκκινα γράμματα. Στο εξώφυλλο του φυλλαδίου διαβάζουμε: «Συναγερμός. Όχι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Να σταματήσει κάθε εμπλοκή της Ελλάδας. Να κλείσουν τώρα οι βάσεις των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ». Και η ίδια ακριβώς θέση διατυπώνεται στην «Απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία»: «Να κλείσουν τώρα όλες οι στρατιωτικές βάσεις του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στη χώρα μας»16.

Το σύνθημα «Να σταματήσει κάθε στρατιωτική εμπλοκή της Ελλάδας» είναι ταιριαστό σε μια περίοδο αμυντικών μαχών. Ένα φιλειρηνικό κίνημα που θα εξέφραζε μαζικά τις αντιπολεμικές διαθέσεις του κόσμου θα μπορούσε να αναγκάσει την κυβέρνηση, αν όχι να απεμπλακεί τουλάχιστον να περιορίσει τη στρατιωτική εμπλοκή της χώρας στον πόλεμο (η εμπλοκή με την αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας είναι συμβατή με μια αριστερή πολιτική και γι’ αυτό είναι λάθος να ζητά κανείς να σταματήσει «κάθε εμπλοκή»). Αλλά το να λες «Να κλείσουν ΤΩΡΑ οι βάσεις των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ» σε μια αμυντική περίοδο σημαίνει να παρανοείς πλήρως το χαρακτήρα των καθηκόντων της.

Στη δεκαετία του 1970 το «Έξω οι βάσεις του θανάτου» υποστηριζόταν από την πλειοψηφία του λαού. Υπήρχε μια μετατόπιση προς τα αριστερά παντού στην Ευρώπη με την πτώση των δικτατοριών, ο αντιαμερικανισμός κυριαρχούσε στην Ελλάδα, η τραγωδία της Κύπρου ήταν νωπή, ακόμη και ο Καραμανλής είχε βγάλει τη χώρα από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τη λαϊκή υποστήριξη με αυτό το σύνθημα για να κάνει μετά μια από τις πιο περίτεχνες κωλοτούμπες στην ιστορία. Έκτοτε πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι. Μετά από δεκαετίες υποχώρησης των κινημάτων οι αντιαμερικάνικες διαθέσεις έχουν αποδυναμωθεί σε σχέση με το παρελθόν, μια μεγάλη μερίδα της νέας γενιάς είναι απολίτικη, ο ριζοσπαστισμός του 2011-15 έχει υποχωρήσει, κοκ17. Από την άλλη μεριά, σήμερα το ΝΑΤΟ και η ΕΕ αποτελούν την πιο ισχυρή αλλά και τελευταία γραμμή άμυνας της αστικής τάξης, ώστε οι παραδοσιακές συστημικές δυνάμεις σε Ελλάδα και Ευρώπη δεν κάνουν βήμα έξω από το πλαίσιό τους και δεν τα αμφισβητούν στο ελάχιστο. Απεναντίας, για όλες αυτές τις δυνάμεις αποτελούν κεντρικές, αμετακίνητες επιλογές.

Το να ρίχνει, λοιπόν, κανείς υπό τις παρούσες συνθήκες το σύνθημα «Να κλείσουν ΤΩΡΑ οι βάσεις των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ», σημαίνει να λέει, «Τώρα εργατική εξουσία και επανάσταση», αφού μόνο έτσι μπορεί να γίνει πράξη αυτός ο στόχος. Τώρα, αν κάποιος ξεκινά από τα φληναφήματα του Σαρηγιάννη, ότι το κίνημα είναι σε αντεπίθεση, ο λαός έχει καταλάβει την ανωτερότητα του σοσιαλισμού και το ρόλο των διαφόρων αναθεωρητών, κοκ, τότε μπορεί το σύνθημα να φαντάζει ρεαλιστικό. Αλλά η περί ου ο λόγος αντεπίθεση 30 χρόνια τώρα υπάρχει μόνο μέσα στο κεφάλι της Παπαρήγα και του Κουτσούμπα, όχι όμως και στην πραγματικότητα. Σήμερα βρισκόμαστε σε φάση άμυνας και όσο βρισκόμαστε σε αυτή, το «Να κλείσουν ΤΩΡΑ οι βάσεις» είναι και θα είναι μια σταλινική μπαρούφα.

Τι θα έπρεπε να λέει για όσο διαρκεί η φάση άμυνας ένα σοβαρό κομμουνιστικό κόμμα; Θα έπρεπε να θέτει σαν άμεσα καθήκοντα όσα ανταποκρίνονται στις δυνατότητες αυτής της φάσης, όπως η στρατιωτική απεμπλοκή της χώρας. Και παράλληλα να διαμορφώνει συνείδηση καλώντας στην οικοδόμηση ενός κινήματος που θα αγωνιστεί μακροχρόνια για την απομάκρυνση των αμερικάνικων βάσεων, εξηγώντας με την ίδια την εμπειρία του πολέμου γιατί είναι ιστορικά αναγκαία και γιατί συνδέεται με μια γενικότερη κοινωνική ανατροπή. Έτσι θα έδειχνε ότι έχει συνείδηση του δρόμου εμπρός και των δυσκολιών σε αυτό το δρόμο, θα προσέλκυε τα πιο δραστήρια στοιχεία στο κίνημα και θα κατακτούσε βαθμιαία την εμπιστοσύνη των μαζών. Ρίχνοντας το σύνθημα «Να κλείσουν ΤΩΡΑ οι βάσεις» χαμηλώνει, αντίθετα, το επίπεδο συνειδητότητας, προκαλώντας σύγχυση σχετικά με τους όρους μιας τέτοιας εξέλιξης, εμφανίζοντας σαν άμεση δυνατότητα αυτό που στην πραγματικότητα απαιτεί μια πλήρη αντιστροφή των τωρινών συσχετισμών. Μόνο ρουτινιέρηδες κομματικοί υπάλληλοι και βρέφη που φορούν παρωπίδες μπορεί να προσελκυστούν με τέτοια συνθήματα· όσοι είναι έστω και λίγο πάνω από αυτό το επίπεδο θα αισθανθούν ότι πρόκειται για ανοησία.

Είναι άραγε αυτά καμιά «αναθεωρητική αίρεση», που αντιφάσκει με το μαρξισμό; Απεναντίας, όποιος μελετήσει λίγο τους κλασικούς θα βρει πολυάριθμα παραδείγματα ανάλογων προσεγγίσεων σε ανάλογες καταστάσεις. Το Φλεβάρη του 1917 ο Λένιν έριξε το σύνθημα «Καμιά εμπιστοσύνη στην Προσωρινή Κυβέρνηση». Δεν είπε όμως –παρότι είχε γίνει μια μεγάλη λαϊκή εξέγερση και είχαν σχηματιστεί σοβιέτ– «Κάτω η Προσωρινή Κυβέρνηση» και προειδοποιούσε ενάντια σε όσους καλούσαν σε άμεση ανατροπή της. Ο Λένιν εξήγησε ότι όσο τα σοβιέτ βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των συμφιλιωτών και οι μάζες τους εμπιστεύονταν, το να ριχτεί ένα τέτοιο σύνθημα όχι μόνο δεν είχε κανένα νόημα αλλά θα ήταν επιζήμιο.

Σήμερα το ΚΚΕ, στις αποφάσεις του τελευταίου συνεδρίου του, μάς λέει ότι «συνεχίζεται η µεγάλη υποχώρηση του εργατικού κινήµατος –και του κοµµουνιστικού– η οποία κατά διαστήµατα παρουσιάζει εξάρσεις µαζικότερων αντιδράσεων, αρκετές φορές µε αποπροσανατολιστικά ή αντιδραστικά αιτήµατα»18. Μας λέει ακόμη ότι «Το εργατικό – συνδικαλιστικό κίνηµα την προηγούµενη δεκαετία δέχτηκε ακόµη µεγαλύτερο πλήγµα, βάθυνε η υποχώρηση, όχι µόνο στο περιεχόµενο δράσης κι ενσωµάτωσης της πλειοψηφίας των συνδικάτων στις στρατηγικές επιδιώξεις του κεφαλαίου, αλλά και στην οργανωτική του υπόσταση και υποδοµή»19, κ.λπ. Μα αν είναι έτσι, ποιος θα στηρίξει το «Να κλείσουν ΤΩΡΑ οι βάσεις των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ»; Από τον καιρό του Νίτσε έχει ειπωθεί ότι «Ο Θεός πέθανε» και ο μεγάλος τους Στάλιν επίσης δεν ζει πια…

Οι παραπάνω εκτιμήσεις καταρρίπτουν παρεμπιπτόντως την κεντρική επιλογή τους των τελευταίων δεκαετιών στο συνδικαλιστικό κίνημα, για δημιουργία του ΠΑΜΕ ως χωριστού κέντρου έξω από τη ΓΣΕΕ. Σε συνθήκες υποχώρησης και άμυνας, όταν οι μάζες των εργαζομένων είναι παθητικές και αποπροσανατολισμένες, μια τέτοια επιλογή δεν μπορεί παρά να σημαίνει εγκατάλειψη των κεντρικών οργανώσεων στα χέρια των ρεφορμιστών, αφήνοντάς τους ελεύθερο το πεδίο να χειραγωγούν τον κόσμο.

Βέβαια, για να είμαστε ακριβείς, κατά τις τελευταίες δεκαετίες υπήρχαν μια φορά οι όροι για αντεπίθεση, στα 2011-12 με τα μεγάλα κινήματα των Αγανακτισμένων. Τότε τα αιτήματα για αποχώρηση από την ΕΕ και το ευρώ, ανατροπή των μνημονίων, κοκ, υποστηρίζονταν από την πλειοψηφία του λαού, με εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτές να τρώνε καπνογόνα στο Σύνταγμα. Η ηγεσία του ΚΚΕ αποφάνθηκε όμως πως επρόκειτο για συστημικά ψευδο-κινήματα, αφού δεν τα είχε συγκαλέσει το ΠΑΜΕ, και οι στόχοι για έξοδο από την ΕΕ κοκ ήταν άσφαιροι, καθότι δεν θα ανέτρεπαν τον καπιταλισμό. 

Ο Τρότσκι είχε συγκρίνει κάποτε την αυτοκτονική τακτική του σταλινισμού στην κινεζική επανάσταση με έναν ήρωα της ρωσικής λαϊκής λογοτεχνίας, που τραγουδά μοιρολόγια στους γάμους και τραγούδια του γάμου στις κηδείες. Η προσέγγιση της ηγεσίας του ΚΚΕ στην «αντεπίθεση» ανήκει στην ίδια κατηγορία. Μοιάζουν όμως περισσότερο με μερικούς ακλόνητα πιστούς αλλά πολύ παράξενους χριστιανούς. Οι χριστιανοί μας πάνε τη Μεγάλη Παρασκευή στον Επιτάφιο όπου ψάλλουν με κατάνυξη το «Χριστός Ανέστη». Και την επομένη στην Ανάσταση (όπως κάνουν μια ζωή και με την Επανάσταση) ψάλλουν με ακόμα μεγαλύτερη κατάνυξη το «Η ζωή εν τάφω»… 

Αυτά μας φέρνουν πίσω στο ερώτημα για τη σημασία των διαφορών ανάμεσα στη φιλελεύθερη και την ακροδεξιά πτέρυγα του ιμπεριαλισμού στην παρούσα περίοδο υποχώρησης των κινημάτων. Οι διαφορές αυτές μπορεί να συνοψιστούν στην πρόταση ότι ενώ και οι δυο πτέρυγες κινούνται στην ίδια αντιδραστική κατεύθυνση, το κάνουν με διαφορετικό ρυθμό. Η φιλελεύθερη προσπαθεί με κάθε τρόπο να τραινάρει τα πράγματα, να λειαίνει τις αντιθέσεις και να καθυστερεί κάπως το πέρασμα σε πιο αντιδραστικές πολιτικές και μέτρα, αφού αυτό τείνει να την παραμερίσει φέρνοντας στο προσκήνιο την ακροδεξιά πτέρυγα. Και η ακροδεξιά, για τον ακριβώς αντίθετο λόγο, προσπαθεί να επισπεύδει τη στροφή σε μια πιο βάναυση χειραγώγηση, αυταρχισμό και καταστολή της δημοκρατίας.

Σε συνθήκες ανόδου του κινήματος ή ακόμη σε κανονικές συνθήκες αυτή η διαφορά θα ήταν ασήμαντη. Σε συνθήκες υποχώρησης όμως γίνεται σημαντική, κυρίως γιατί η ανασύνταξη του κινήματος, ακόμη και στην καλύτερη περίπτωση, θα απαιτήσει χρόνο. Η παραμονή της φιλελεύθερης πτέρυγας στο τιμόνι δίνει αυτό τον πολύτιμο χρόνο, ενώ η κυριαρχία της ακροδεξιάς πτέρυγας θα τον περιόριζε δραματικά. Αν ο χρόνος δεν έχει αξιοποιηθεί μέχρι τώρα, πέρα από αντικειμενικές δυσκολίες, η αιτία θα βρεθεί στη σύγχυση που προκαλεί η σταλινική αναπαλαίωση της ηγεσίας του ΚΚΕ και το διανοουμενίστικο, μη πρακτικό χαρακτήρα πολλών από τις εκτός ΚΚΕ ομάδων και ρευμάτων.

Για να το πούμε κάπως αλλιώς, στα 50 σημαντικά μέτρα, επιλογές, κοκ, της φιλελεύθερης πτέρυγας υπάρχουν 2-3 που οι κομμουνιστές μπορούν να τα υποστηρίξουν, χωρίς να γίνουν ουρές του ιμπεριαλισμού. Για παράδειγμα, σχεδόν όλη η «επαναστατική αριστερά» στη χώρα μας καταδίκασε τη συμφωνία των Πρεσπών, ο πόλεμος στην Ουκρανία όμως δείχνει ότι η συμφωνία αυτή, λύνοντας έστω και μεσοβέζικα ένα ανοικτό εθνικό ζήτημα στη βαλκανική, απομακρύνει κάπως τους κινδύνους επέκτασης του πολέμου και γι’ αυτό πρέπει να την υποστηρίζουμε. Για παράδειγμα, τα όπλα που έδωσαν επί Ομπάμα οι Αμερικάνοι στους Κούρδους, το δημοκρατικό στοιχείο στη Συρία και την ευρύτερη περιοχή (πολιτική που αναίρεσε ο Τραμπ). Για παράδειγμα, η υποστήριξη των δυτικών στις αραβικές επαναστάσεις στην αρχική φάση τους, κατά την πάγια τακτική τους να παρεμβαίνουν ευέλικτα στα δημοκρατικά κινήματα με πρόθεση να τα περιορίσουν στα αστικά πλαίσια (όπως είχαν κάνει τυπικά οι Καντέτοι και η ρωσική αστική τάξη στην επανάσταση του 1905, παρέχοντας μια μεσοβέζικη υποστήριξη). Στα 50 σημαντικά μέτρα και επιλογές του Πούτιν αντίθετα δεν υπάρχει ούτε ένα που να μπορούμε να υποστηρίξουμε χωρίς να γίνουμε ουρές του ρωσικού ιμπεριαλισμού.

Ορισμένοι θα πουν: Αν υποστηρίξουμε τη συμφωνία των Πρεσπών γιατί να μην υποστηρίξουμε και την πρόσφατη «αμυντική συμφωνία» μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας; Γιατί να μην υποστηρίξουμε και το μιλιταρισμό, τις στρατιωτικές δαπάνες, κοκ;

Η απάντηση είναι ότι η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας δεν απομακρύνει τον πόλεμο αλλά τον φέρνει πιο κοντά, προσδένοντας τη χώρα στο άρμα του γαλλικού ιμπεριαλισμού. Αν, ας πούμε, αύριο η Τουρκία, στραφεί στο ρωσικό ιμπεριαλισμό και συνάψει μια αντίστοιχη συμμαχία μαζί του η περιοχή θα έχει γίνει διαφιλονικούμενη και θα είναι άμεσα ορατός ο κίνδυνος πολέμου. Η «αμυντική συμφωνία» μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας συμπληρώνει ένα μέρος των όρων για ένα μελλοντικό πόλεμο και το ίδιο ισχύει για τους εξοπλισμούς.

Συμπερασματικά για τη σταλινική χυδαιότητα…

Είναι μια βασική αρχική του μαρξισμού να μην εξετάζουμε τα πράγματα αφηρημένα, αλλά στην πραγματική κίνησή τους. Το να επαναλαμβάνουμε μονότονα ότι όλοι οι ιμπεριαλιστές είναι αντιδραστικοί και επικίνδυνοι, ότι οι πόλεμοι είναι βάρβαροι, κοκ, δεν μας πάει μακριά και δεν είναι μαρξισμός. Αυτά τα έλεγαν κατά γράμμα πριν το 1914 οι αναρχοσυνδικαλιστές όπως ο Ερβέ που την επομένη της κήρυξης του πολέμου έγιναν σοβινιστές.

Ειδικά ο πόλεμος στην Ουκρανία θέτει πρώτα και κύρια αμείλικτα το ερώτημα για το τι πρέπει να κάνει ο ουκρανικός λαός. Πρέπει να πολεμήσει ενάντια στη ρωσική εισβολή, ναι ή όχι; Η απάντηση στο ερώτημα εξαρτάται εμφανώς από την εκτίμηση του χαρακτήρα του πολέμου.

Κάθε πολιτική εκτίμηση συνεπάγεται πρακτικές υποχρεώσεις. Αν, όπως εκτιμά το ΚΚΕ και όπως δηλώνεται στην «Κοινή ανακοίνωση κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων» που συνυπέγραψε το ΚΚΕ20, ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ιμπεριαλιστικός, τότε αυτό θα έπρεπε να συνοδεύεται από μια αντίστοιχη πρακτική στάση. Θα έπρεπε να καλούν στη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο, να καλούν τους Ουκρανούς και Ρώσους στρατιώτες να στρέψουν τα όπλα προς τον «εχθρό στο σπίτι», όπως είχαν κάνει ο Λένιν, η Λούξεμπουργκ και ο Λίμπκνεχτ στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίο σωστά εκτιμούσαν ως ιμπεριαλιστικό. Το ότι δεν το κάνουν και καλούν μόνο γενικόλογα «τους λαούς των χωρών, που οι κυβερνήσεις τους… εμπλέκονται στις εξελίξεις, να παλέψουν ενάντια στην προπαγάνδα των αστικών δυνάμεων… για να αποδεσμευτούν οι χώρες από τα ιμπεριαλιστικά σχέδια και συμμαχίες», αποδεικνύει ότι οι ίδιοι δεν παίρνουν στα σοβαρά τις εκτιμήσεις τους και τον εαυτό τους. Ουσιαστικά, από τη στιγμή που υπεκφεύγουν έτσι, φέρνουν μια ευρύτερη εξίσωση, αμερικανονατοϊκοί = Πούτιν = ουκρανικός λαός, και τη χρησιμοποιούν ως άλλοθι για να βγάζουν την ουρά τους απ’ έξω με επαναστατικές φράσεις. 

Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ένας τοπικός πόλεμος ανάμεσα σε μια ιμπεριαλιστική και μια μη ιμπεριαλιστική χώρα, ο χαρακτήρας του οποίου δεν μπορεί να κατανοηθεί με τη μηχανική μεταφορά της ανάλυσης του Λένιν για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο σήμερα. Η εκτίμησή του ως ιμπεριαλιστικού και η εξίσωση των δυο αστικών πτερύγων από την ηγεσία του ΚΚΕ αποτελούν τα αλληλένδετα μέρη αυτής της μηχανικής μεταφοράς, το μέσο για να εξισώνονται ποιοτικά ανόμοιες ιστορικές καταστάσεις. Μακριά από το να είναι με οποιοδήποτε τρόπο επαναστατική, αυτή η θέση και η υποκείμενη λογική της δεν κάνει κάτι άλλο από το να προεκτείνει και να γενικεύει τη γραφειοκρατική απόσπαση από την πραγματικότητα. Η φαντασίωση της ηγεσίας του ΚΚΕ ότι στις τελευταίες δεκαετίες ηγούνταν μιας «αντεπίθεσης» ενάντια στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό μετατρέπεται έτσι στη φαντασίωση ότι ηγείται ενός παγκόσμιου κινήματος ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Και αν το «Αντεπίθεση λαέ τώρα με το ΚΚΕ» ήταν μια τεράστια μπλόφα 25ετίας, το «Όχι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία» είναι η στιγμή που ο μπλοφαδόρος ρίχνει τα 3άρια και τα 4άρια που μάζεψε στις προηγούμενες γύρες φωνάζοντας θριαμβευτικά: «Καρέ του Ρήγα!»

Ο πόλεμος στην Ουκρανία σηματοδοτεί μια τεράστια όξυνση όλων των αντιθέσεων του ιμπεριαλισμού, μεγάλους κινδύνους για την παγκόσμια ειρήνη, εξαθλίωση και πείνα για τους λαούς. Είναι όμως λάθος να συμπεραίνουμε ότι οι κίνδυνοι προέρχονται τώρα εξίσου από την κυβέρνηση Ζελένσκι, τους αμερικανονατοϊκούς και τον Πούτιν. Το να το κάνουμε αυτό σημαίνει να αναμασάμε μια γενική αλήθεια, ότι η αστική τάξη είναι γενικά αντιδραστική, και να μας διαφεύγει η ιδιαίτερη επιθετικότητα στην παρούσα στιγμή του ρωσικού ιμπεριαλισμού. Η αντίσταση του ουκρανικού λαού, που θέτει ένα φραγμό σε αυτή την επιθετικότητα, είναι ένα θετικό στοιχείο της κατάστασης, συντελώντας στην αποσύνθεση του καθεστώτος Πούτιν και έτσι σε πιθανές παραπέρα επαναστατικές εξελίξεις, που δεν μπορεί σήμερα να προκύψουν από μια «καθαρή ταξική γραμμή», αλλά μόνο μέσα από μια τεθλασμένη πορεία. Στο πλαίσιο μιας τέτοιας πορείας –που θα μπορούσε να περιλαμβάνει μια μελλοντική επαναστατική κρίση στη Ρωσία σε περίπτωση ήττας της ή τη μετατροπή του πολέμου σε καθαρά λαϊκό πόλεμο από την ουκρανική πλευρά, ακριβώς όπως ο ελληνοϊταλικός πόλεμος του 1940 μετατράπηκε μετά την πτώση του Μεταξά στην εαμική αντίσταση– οι αντιθέσεις ανάμεσα στις πτέρυγες του ιμπεριαλισμού έχουν αδιαμφισβήτητη σημασία.

Ο Τρότσκι στις αναλύσεις του για τη Γερμανία συζητά υπό αυτό το πρίσμα τη σχέση ανάμεσα στον κίνδυνο από τη μεριά του φασισμού και σε εκείνο από τη μεριά της σοσιαλδημοκρατίας. Παραθέτει θέσεις της ηγεσίας του ΚΚ Γερμανίας, που έβαζαν στο ίδιο επίπεδο τους δυο κινδύνους, εκτιμώντας πως δεν μπορούσε να νικηθεί ο φασισμός αν δεν νικηθεί πριν η σοσιαλδημοκρατία. Και σχολιάζει:

«Η ιδέα αυτή είναι σωστή; Σε ιστορική κλίμακα είναι αναμφίβολα σωστή. Αλλά αυτό δεν σημαίνει καθόλου πως με τη βοήθεια αυτής της άποψης, δηλαδή με την απλή επανάληψη, μπορεί κανείς να λύσει τα σημερινά προβλήματα… Μπορεί κανείς να ελπίζει ότι στους προσεχείς μήνες το κομμουνιστικό κόμμα θα νικήσει ταυτόχρονα και τη σοσιαλδημοκρατία και το φασισμό; Κανένας ομαλά σκεπτόμενος άνθρωπος, που ξέρει να διαβάζει και να μετρά, δεν θα τολμήσει να το ισχυριστεί. Πολιτικά το ζήτημα μπαίνει κάπως έτσι: μπορούμε τώρα, στους προσεχείς λίγους μήνες, δηλαδή με τη σοσιαλδημοκρατία πολύ εξασθενημένη, αλλά ακόμα (δυστυχώς) πολύ ισχυρή, να αποκρούσουμε νικηφόρα το φασισμό;»21 

Ο Κουτσούμπας, όπως είδαμε δεν τολμά ούτε να διανοηθεί πως το ζήτημα του πολέμου στην Ουκρανία μπορεί να τεθεί με τον ίδιο τρόπο. Απαντώντας στα «φυντάνια του ευρωατλαντισμού» μάς διδάσκει ότι «ο λαός της Ουκρανίας δέχεται επίθεση, τόσο από τη Ρωσία όσο και από τις κυβερνήσεις τύπου Ζελένσκι».

Πολύ ωραία, οι αμερικανονατοϊκοί, ο Ζελένσκι και οι Ρώσοι ιμπεριαλιστές, είναι όλοι εχθροί του ουκρανικού λαού. Αλλά μπορεί ο ουκρανικός λαός να τους νικήσει όλους μαζί την ίδια στιγμή; Και η επίθεση που δέχεται στην παρούσα στιγμή από τον καθένα τους είναι στο ίδιο επίπεδο; Το να διαμελιστεί η Ουκρανία και να βιαστεί ο λαός της είναι το ίδιο με τις συνέπειες που θα είχε, ας πούμε, η ένταξή της στην ΕΕ ή το ΝΑΤΟ; 

«Αν ένας από τους εχθρούς μου», λέει παραπέρα ο Τρότσκι, «με ποτίζει με μικρές καθημερινές δόσεις από δηλητήριο και ένας άλλος από την άλλη μεριά ετοιμάζεται να με πυροβολήσει κατάστηθα, θα κοιτάξω πρώτα να ρίξω από τα χέρια του δεύτερου εχθρού το πιστόλι γιατί αυτό μου δίνει την ευκαιρία να απαλλαγώ και από τον πρώτο εχθρό»22

Δεν ισχύει αυτό για την Ουκρανία σήμερα; Δεν είναι ο Πούτιν ο εχθρός με το πιστόλι, ενώ ο Ζελένσκι και οι αμερικανονατοϊκοί εκείνος με το δηλητήριο; Και δεν πρέπει πρώτα να αντιμετωπιστεί ο εχθρός με το πιστόλι, πριν από οτιδήποτε άλλο;

Ατυχώς, εκτός από τα ευρωατλαντικά, υπάρχουν και μερικά σταλινικά φυντάνια, που δεν βλέπουν πέρα από τη μύτη τους και καλύπτουν την ακατανοησία τους με κατάρες ενάντια στους ιμπεριαλιστές και ηχηρές επαναστατικές φράσεις. Στις τελευταίες δεκαετίες αυτά τα φυντάνια στο ΚΚΕ, τύπου Παπασταύρου, κ.ά., έγλειφαν κατά κόρο τους Μαΐληδες για να πιάσουν τα πόστα. Έδωσαν ρεσιτάλ στα υμνολόγια στον Στάλιν, έγραφαν διατριβές πάνω στο θέμα ότι ο Τρότσκι αναλώθηκε σε όλη του τη ζωή στην «πάλη ενάντια στον Λένιν»23 και τα παρόμοια.

Τα κατάφεραν και ποιο είναι το αποτέλεσμα; Το αποτέλεσμα είναι να μην μπορούν σήμερα να αρθρώσουν μια σωστή κουβέντα για οποιοδήποτε θέμα. Να μη διακρίνουν ανάμεσα στις διάφορες πτέρυγες του ιμπεριαλισμού· να βεβαιώνουν στις αποφάσεις των συνεδρίων τους 50 φορές ότι είμαστε σε υποχώρηση και να μην περνά από το μυαλό τους ότι η αντεπίθεση που διακήρυσσαν επί 25-30 χρόνια και διακηρύσσουν ακόμη αντιφάσκει με αυτή την εκτίμηση και είναι αναντίστοιχη προς την πραγματική κατάσταση· να αποφαίνονται ότι το «Τι Πλαστήρας τι Παπάγος» ήταν ένα έντιμο σύνθημα και παραμένει διαχρονικά επίκαιρο και να μπουρδολογούν επί παντός επιστητού.

Οι χυδαίες, ισοπεδωτικές λογικές δεν διακρίνουν μόνο το ΚΚΕ. Στις ανακοινώσεις του ΝΑΡ και άλλων ομάδων θα βρούμε με την οκά την ίδια γενικόλογη καταδίκη του ιμπεριαλισμού, τις εκκλήσεις για αντεπίθεση και την ίδια ακριβώς θέση για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η διαφορά είναι ότι σε αυτές τις ομάδες τα βρίσκουμε με διανοουμενίστικη, πεπλεγμένη μορφή. Στην περίπτωση του ΚΚΕ προβάλλει ξεκάθαρα η σταλινική ρίζα αυτών των λογικών. Γι’ αυτό ακριβώς είναι ανάγκη –και ειδικά για όσους τοποθετούνται στον αντισταλινικό χώρο αυτό αποτελεί μέτρο της σοβαρότητας του αντισταλινισμού τους– να είμαστε σε θέση να διακρίνουμε τη σάπια ρίζα τους.

Επιστρέφοντας στο ερώτημα με το οποίο ξεκινήσαμε, το ότι η ηγεσία του ΚΚΕ φωνασκεί σε όλους τους τόνους ότι Μακρόν = Πούτιν, πρέπει να είναι απόδειξη για κάθε έντιμο αγωνιστή ότι αυτές οι άκριτες εξισώσεις δεν ευσταθούν. Το να λέμε σε κάθε στιγμή «Από τη μια είμαστε εμείς και από την άλλη όλοι οι άλλοι» είναι δείγμα γραφειοκρατισμού (στην περίπτωση της ηγεσίας του ΚΚΕ) ή μικροαστικού ρομαντισμού και υποκειμενισμού (στις αριστερίστικες οργανώσεις): η αυταπάτη ότι είμαστε στο σύγχρονο 1917 ή στο 1914, ενώ ολοφάνερα δεν βρισκόμαστε εκεί.

Μια μαρξιστική πολιτική αναφορικά με τον πόλεμο στην Ουκρανία δεν μπορεί να χαραχτεί με φωνασκίες ενάντια στους ιμπεριαλιστές και με το ανακάτεμα των πάντων. Όπως στο παρελθόν με το σταλινισμό, οι κραυγές αυτές είναι δείγμα μιας πρωτόγονης, τυφλής λογικής, που τα εξηγεί όλα επειδή δεν εξηγεί τίποτα. Στην πράξη οδηγούν σε ένα χυδαίο, κάλπικο ριζοσπαστισμό χωρίς επαφή με την πραγματικότητα, σε σεχταριστική στειρότητα, παραίτηση και αποχαύνωση.

… και μια πολύ σημαντική τοποθέτηση του Γ. Σαρηγιάννη

Έχοντας παραθέσει ήδη μερικά εντελώς άστοχα αποφθέγματα του Σαρηγιάννη δεν θα ήταν άτοπο να ολοκληρώσουμε με μια πολύ σημαντική τοποθέτησή του, που δείχνει ότι υποκειμενικά είναι ένας έντιμος αγωνιστής. Σε αυτή, ένα προσυνεδριακό άρθρο για το 21ο Συνέδριο του ΚΚΕ τον Ιούνη του 2021, ο Σαρηγιάννης περιγράφει με ακρίβεια τη φαύλη κατάσταση στο ΚΚΕ, αποτυχαίνοντας ταυτόχρονα πλήρως να συλλάβει τις αιτίες της:

«Παρ’ όλες τις επαναλαμβανόμενες σε κάθε Συνέδριο θέσεις περί της αναγκαιότητας της μαρξιστικής παιδείας στα μέλη και στελέχη, πρακτικά δεν αναγνωρίζεται η θεωρητική ιδεολογική δουλειά και όπου αυτή γίνεται αποτελεί προνόμιο στελεχών σε αυστηρά κλειστό σύστημα: Συγκεντρωτισμός, αλλά όχι δημοκρατικός… Παλιότερα στο Κόμμα υπήρχαν αξιολογότατοι επιστήμονες και πνευματικοί άνθρωποι, σχεδόν όλοι κομματικά μέλη: Βάρναλης, Αυγέρης, Λουντέμης, Γληνός, Κορδάτος… Τώρα, ενώ υπάρχει πλούσιο δυναμικό στο Κόμμα, όμως αγνοείται. Πού είναι οι λογοτέχνες μας, οι εικαστικοί μας, οι τεχνικοί, οι φυσικοί, οι γιατροί, οι ιστορικοί, γενικά οι επιστήμονές μας; Δεν μετέχουν στο Κόμμα παρά μόνο στις ΚΟΒ τους. Προσωπικά δίνω κείμενα για συγκεκριμένα θέματα της ειδικότητάς μου στην ΚΕ και δεν παίρνω ούτε απάντηση… Ετσι όμως θα έρθουμε στο 22ο Συνέδριο και θα ξαναλέμε τα ίδια, και με χειρότερο εκλογικό ποσοστό, και θα ψάχνουμε για άλλο ΑΑΔΜ και “Κοινωνική Συμμαχία”… Στον “Ριζοσπάστη”: Εχει εξαφανιστεί η σελίδα για το Περιβάλλον, η σελίδα για την Τέχνη και τον Πολιτισμό. Από επιστήμη, ό,τι μας γράφει το “Scientific American” για το πώς μας βλέπουν οι κατσαρίδες και πώς προσέγγισε ο αμερικάνικος πύραυλος τον κομήτη του Χάλεϊ, κάτι λίγο τελευταία για τα εμβόλια του κορονοϊού, αλλά βέβαια από την αμερικανική σκοπιά… Και δεν μιλάω μόνο για καλλιτεχνικά και πνευματικά θέματα, αλλά και οικονομικά, terra incognita για τον “Ριζοσπάστη” όλα όσα προέβλεπαν ο Μαρξ και ο Ενγκελς για την άνοδο του χρηματοπιστωτικού συμπλέγματος, άγνωστη η “Black Rock”… ασχολίαστα η “Νοβάρτις”, η λίστα Λαγκάρντ, η λίστα του Παναμά… Πετάμε μια φράση “η σαπίλα του καπιταλισμού” και τελειώσαμε… Τελικά αναγκαζόμαστε να παίρνουμε δύο εφημερίδες για να έχουμε σφαιρικότερη γνώση… Γενικά ισχύει [για την καθοδήγηση] ότι όποιος δεν είναι μέλος του Κόμματος ή έστω του ΠΑΜΕ είναι ανύπαρκτος… Κοινωνική Συμμαχία, ΑΑΔΜ (σε κάθε Συνέδριο του αλλάζουμε και όνομα) κ.ά. απέτυχαν ακριβώς γι’ αυτό, τη σεχταριστική νοοτροπία»24.

Ο Σαρηγιάννης λέει εδώ τα πράγματα με τ’ όνομά τους. Τέτοιο ακριβώς είναι το φαύλο καθεστώς των γραφειοκρατικών κλικών, του καριερισμού και της σεκταριστικής νάρκης που χαρακτηρίζει σήμερα το ΚΚΕ, με απόλυτη ευθύνη της ηγεσίας του. Μια μόνο ματιά στο Ριζοσπάστη αρκεί για να δείξει την πλήρη απουσία σοβαρής πολιτικής ανάλυσης και την ανικανότητα των στελεχών του ΚΚΕ να πουν κάτι ουσιαστικό για οποιοδήποτε ιδεολογικό, οικονομικό, επιστημονικό, καλλιτεχνικό ή άλλο ζήτημα. Ταυτόχρονα όμως αποκαλύπτει ότι ο ίδιος, εν μέρει με δική του ευθύνη και εν μέρει εξαιτίας της πλύσης εγκεφάλου που έχει υποστεί επί δεκαετίες στο ΚΚΕ, δεν έχει σοβαρές μαρξιστικές βάσεις και δεν κατανοεί προς ποιες κατευθύνσεις πρέπει να αναζητηθεί η διέξοδος από αυτή την κατάσταση. Ας θέσουμε μερικά ερωτήματα, προς όφελος όσων στο ΚΚΕ αναζητούν ειλικρινά μια διέξοδο από τη φαυλότητα.

Πρώτ’ απ’ όλα, μπορεί ποτέ η διέξοδος από το σεκταρισμό να βρίσκεται στο να λέμε ότι το «Τι Πλαστήρας τι Παπάγος» ήταν ένα έντιμο και διαχρονικά επίκαιρο σύνθημα; Μπορεί ποτέ να ξεπεραστεί ο σεκταρισμός αν αγνοούμε τη σύνδεσή του με το σταλινισμό και τη σταλινική αναπαλαίωση της ηγεσίας του ΚΚΕ, που παρήγαγε με την οκά αυτά τα χυδαία ιδεολογήματα;

Παραπέρα, είναι ποτέ δυνατό να υπάρξει μαρξιστική μόρφωση και θεμελίωση σε ένα κόμμα όπως το ΚΚΕ, που επί δεκαετίες λοιδορεί ή αγνοεί τους κορυφαίους μαρξιστές της εποχής μετά το θάνατο του Λένιν; Είναι ποτέ δυνατό να πολεμήσουμε φωτισμένα το φασισμό αν αγνοούμε τις σχετικές αναλύσεις του Τρότσκι και τον συκοφαντούμε σαν εχθρό του Οκτώβρη; Είναι ποτέ δυνατό να συζητήσουμε τα φιλοσοφικά προβλήματα του μαρξισμού, αν δεν εκτιμάμε τα τελευταία γραπτά του Μπουχάριν και τον βρίζουμε σαν «δεξιό οπορτουνιστή» και «πράκτορα των ξένων μυστικών υπηρεσιών»; Είναι ποτέ δυνατό να αναλύσουμε τη σύγχρονη χειραγώγηση και τον αμερικανισμό αν αγνοούμε παντελώς τη συνεισφορά του Γκράμσι; Είναι ποτέ δυνατό να προσανατολιστούμε αναφορικά με τις κατευθύνσεις της σύγχρονης αστικής φιλοσοφίας, της τέχνης και της αισθητικής, αν επί 30 χρόνια περιφρονούμε τον Λούκατς; Και είναι παραπέρα ποτέ δυνατό οι ημιμαθείς αριβίστες του μηχανισμού που η μόνη τους ικανότητα είναι να ανακατεύουν την πραγματικότητα και να βρίζουν ό,τι δεν καταλαβαίνουν για να ικανοποιούν την ηγεσία, να αφομοιώσουν μαρξιστικά τη σύγχρονη επιστημονική γνώση; Είναι ποτέ δυνατό οι δογματιστές παπαγάλοι των τσιτάτων του Στάλιν να συνεισφέρουν οτιδήποτε θετικό στην κατανόηση του σύγχρονου κόσμου ή σε μια πολιτική θεμελιωμένη στη γνώση, όπως οφείλει να έχει το κομμουνιστικό κίνημα; Και είναι τυχαίο ότι δεν υπάρχουν αξιόλογοι κομματικοί διανοούμενοι στο ΚΚΕ ή μήπως οφείλεται στο είδος της διαπαιδαγώγησης που έχουν λάβει επί δεκαετίες; 

Όταν στη διάρκεια της αρρώστιας του Λένιν, ο Στάλιν είχε βάλει ένα τέτοιο τσιράκι, τον Γιαροσλάβσκι, στη θέση του υπεύθυνου για την αθεϊστική προπαγάνδα, ο Λένιν με την επιστροφή του, σε ένα επεισόδιο που μας διέσωσε ο Τρότσκι, είχε διακηρύξει: «Γιαροσλάβσκι; Μα δεν ξέρετε τι είναι ο Γιαροσλάβσκι; Γελούνε με δαύτον κι οι κότες! Πώς θα κάνει αυτή τη δουλειά;»25

Το μόνο που είναι ικανή να παράγει η νεοσταλινική ηγεσία του ΚΚΕ είναι μια ανάλογη γελοιότητα σε όλα τα ζητήματα του πολιτικού και ιδεολογικού αγώνα. Αποκορύφωμά της, που μόνο από παρανόηση μπορεί να το περνά κανείς για γνήσιο αντιιμπεριαλιστικό νόμισμα, είναι οι κάλπικες επαναστατικές φράσεις της για τον πόλεμο στην Ουκρανία.


Σημειώσεις

1. «“ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ VS ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΣ” ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΗΣ ΟΥΚΡΑΝΙΑΣ. Το “φως” και το “σκότος” σε ανανεωμένη έκδοση…», Ριζοσπάστης, 16-17/4/2022.

2. Δ. Κουτσούμπας, «Ο λαός έχει να περιμένει μόνο από την οργάνωση της πάλης του, σε συμπόρευση με το ΚΚΕ», Ριζοσπάστης, 16-17/4/2022.

3. Γ. Σαρηγιάννης, «“Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος”, αλλά ποιοι το είπαν και γιατί;», Ριζοσπάστης, 26/6/2019.

4. Λ. Τρότσκι, Και Τώρα;, εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, χχ,, σελ. 30-31.

5. Στο ίδιο, σελ. 33.

6. Στο ίδιο, σελ. 33, 34.

7. Στο ίδιο, σελ. 52.

8. Λ. Τρότσκι, «Ενιαίο εργατικό μέτωπο ενάντια στο φασισμό», στο Γερμανία: ο Φασισμός και το Εργατικό Κίνημα, εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1978, σελ. 63 και Και Τώρα;, σελ. 21.

9. Λ. Τρότσκι, στο ίδιο, σελ. 50.

10. Για τον ενεργό ρόλο των κάθε λογής φασιστοειδών στο πλευρό του ρωσικού ιμπεριαλισμού, βλέπε Μ. Karadjis, «Βλαντιμίρ Πούτιν: Μπορεί ο Θεός του παγκόσμιου φασισμού και ναζισμού να “αποναζιστικοποιήσει” μια χώρα;», elaliberta.gr, 11/4/2022 και Χρ. Κεφαλής, «Ο Λαφαζάνης, τα φασιστοειδή της Ίσκρα και ο πόλεμος στην Ουκρανία», elaliberta.gr, 9/5/2022.

11. Λ. Τρότσκι, Και Τώρα;, σελ. 23.

12. Λ. Τρότσκι, «Η στροφή της Κομμουνιστικής Διεθνούς και η κατάσταση στη Γερμανία», στο Γερμανία: ο Φασισμός και το Εργατικό Κίνημα, εκδ. Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1978, σελ. 29, 31, 30. 

13. Γ. Σαρηγιάννης, «Τι σημαίνει η αντεπίθεση του ΚΚΕ», Ριζοσπάστης, 11/9/1996, https://www.rizospastis.gr/story.do?id=3672776.

14. Λένιν, Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 44, σελ. 449.

15. Βλέπε τα υλικά στο https://www.kke.gr/arxes-stoxoi/sinedria/21o-synedrio/.

16.  Βλέπε «Η ομιλία του ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα στη συζήτηση στη βουλή για τον πόλεμο στην Ουκρανία», φυλλάδιο του ΚΚΕ και «Απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία», https://www.rizospastis.gr/story.do?id=11615806.

17. Οι τάσεις αυτές καταγράφονται σαφώς σε δημοσκοπήσεις. Μια πρόσφατη δημοσκόπηση της διαΝΕΟσις, που διενήργησε η Marc (Απρίλης 2022), έδειξε ότι ο ριζοσπαστισμός αξιολογείται θετικά από το 19%, σε σύγκριση με το 41% του 2015. Ο κομμουνισμός αξιολογήθηκε θετικά από το 14,5% και αρνητικά από το 70%, ενώ ο καπιταλισμός θετικά από το 32%. Το 50% θεωρούσε κακό την αριστερά και τη δεξιά, ενώ 32% μόνο θεωρούσε καλό την αριστερά (έναντι 50% το 2015). Τα θετικά στοιχεία της έρευνας, όπως η 53% θετική γνώμη για το σοσιαλισμό και η 19% μόνο θετική για το νεοφιλελευθερισμό αντιρροπούνται από μια 50% θετική γνώμη για το φιλελευθερισμό (βλέπε «Έρευνα της ΔιαΝΕΟσις: Σοσιαλισμός και φιλελευθερισμός οι κυρίαρχες τάσεις των Ελλήνων – Τι λένε για την Αριστερά», https://www.in.gr/2022/04/17/greece/ereyna-tis-dianeosis-sosialismos-kai-fileleytherismos-oi-kyriarxes-taseis-ton-ellinon-ti-lene-gia-tin-aristera-kai-ti-deksia/). Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι οι τάσεις μιας νέας ριζοσπαστικοποίησης είναι ακόμη συγχυσμένες και αδιαμόρφωτες. Γι’ αυτό το να λες «Να κλείσουν τώρα οι βάσεις», «Αντεπίθεση», κοκ, όπως κάνει το ΚΚΕ, είναι ανεδαφικό· σημαίνει να αποτυχαίνεις να κερδίσεις ακόμη και αυτό το 14,5% που έχει θετική γνώμη για τον κομμουνισμό.

18. «Το πρώτο κείμενο των Θέσεων της ΚΕ του ΚΚΕ», https://www.kke.gr/article/To-proto-keimeno-ton-THeseon-tis-KE-toy-KKE/.

19. «Η Απόφαση για τα καθήκοντα των Κομμουνιστών στην Εργατική Τάξη και το Εργατικό – Συνδικαλιστικό Κίνημα και την Κοινωνική Συμμαχία», https://www.kke.gr/article/I-Apofasi-gia-ta-kathikonta-ton-Kommoyniston-stin-Ergatiki-Taksi-kai-to-Ergatiko-Syndikalistiko-Kinima-kai-tin-Koinoniki-Symmaxia/.

20. «Οχι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στην Ουκρανία!», Ριζοσπάστης, 26-27/2/2022.

21. Λ. Τρότσκι, Γερμανία…, ό.π., σελ. 61, 62.

22. Στο ίδιο, σελ. 64.

23. Βλέπε Κ. Παπασταύρου, «Το οπορτουνιστικό ρεύμα του τροτσκισμού», https://www.komep.gr/m-article/65f74b62-ff2c-11e9-95d7-3ed1504937da/.

24. Γ. Σαρηγιάννης, «Για τις θέσεις», Ριζοσπάστης, 16/6/2021, https://www.rizospastis.gr/story.do?id=11277354.

25. Λ. Τρότσκι, Η Ζωή μου, εκδόσεις Αλλαγή, Αθήνα 1986, σελ. 451.

7,127ΥποστηρικτέςΚάντε Like
595ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,111ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
392ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής