Λευτέρης Γιαννακουδάκης, Συγγραφέας-Σκηνοθέτης
Η ρητορική της «ανομίας» και της καταστολής
Όταν για άλλη μία φορά στην Ευρώπη ξεσπούν μαζικές κοινωνικές κινητοποιήσεις —για την υποχρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης, τον αυταρχισμό, την υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου εξαιτίας της ακρίβειας και της συνεχιζόμενης λιτότητας, καθώς και για την αύξηση των εξοπλιστικών και αστυνομικών δαπανών εις βάρος του κοινωνικού κράτους— η σύγκρουση μεταφέρεται και στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα γεγονότα. Όπως δείχνει η συζήτηση γύρω από τις διαδηλώσεις στη Γαλλία, οι διεκδικήσεις κινδυνεύουν να χαθούν πίσω από τη ρητορική των «βανδαλισμών», της «εκτροπής» και της «ανομίας». Οι άνθρωποι που βγαίνουν στους δρόμους εμφανίζονται ως απειλή για την κοινωνία, ενώ οι πολιτικές στις οποίες αντιδρούν περνούν στο περιθώριο.
Ο κυρίαρχος δεξιός και ακροδεξιός λόγος διαθέτει μηχανισμούς για να αποδιοργανώσει ένα τέτοιο εγχείρημα: αποσπά τις πράξεις από τα αίτιά τους, χωρίζει τους πολίτες σε αντίπαλα στρατόπεδα, παρουσιάζει την καταστολή ως αναγκαιότητα και αποδίδει στους διαδηλωτές την ευθύνη ακόμη και για την ενίσχυση της Ακροδεξιάς. Οι μηχανισμοί αυτοί δεν εμφανίζονται αποκλειστικά στη Δεξιά ούτε χρησιμοποιούνται πάντοτε μαζί. Εδώ εξετάζουμε τη λειτουργία τους μέσα σε αυτή τη ρητορική, χωρίς να θεωρούμε τη Δεξιά και την Ακροδεξιά ταυτόσημες πολιτικές κατηγορίες.
Πώς μετατρέπεται, λοιπόν, μια κοινωνική διεκδίκηση σε πρόβλημα προς καταστολή; Η Κριτική Ανάλυση Λόγου, η μελέτη της Ακροδεξιάς και συναφείς κοινωνικές προσεγγίσεις βοηθούν να αναγνωρίσουμε αυτές τις επιλογές και να απαντήσουμε σε αυτές: τι προβάλλεται, τι αποσιωπάται και ποιες συνδέσεις παρουσιάζονται ως αυτονόητες.
Η στρατηγική της αποπλαισίωσης και η μετατόπιση της ατζέντας
Ένας από τους βασικότερους τρόπους αντιμετώπισης των διαδηλώσεων είναι η αλλαγή της συζήτησης. Αντί να εξεταστούν η υποχρηματοδότηση της παιδείας, η ακρίβεια, η φτωχοποίηση και οι προτεραιότητες των δημόσιων δαπανών, η προσοχή συγκεντρώνεται στις εικόνες επεισοδίων, στις εντάσεις και στην καταστροφή ιδιωτικής περιουσίας. Στην αφήγηση αυτή, η περιουσία ενός μικροκαταστηματάρχη, μιας μεγάλης αλυσίδας και μιας τράπεζας συχνά αντιμετωπίζεται σαν να είναι το ίδιο πράγμα. Οι διαφορές στην οικονομική ισχύ και στη δυνατότητα αποκατάστασης της ζημιάς κινδυνεύουν να χαθούν. Η σπασμένη βιτρίνα γίνεται η αρχή και το τέλος της είδησης. Το πώς φτάσαμε εκεί παύει να αποτελεί ερώτημα.
Η τακτική είναι γνωστή: παίρνουμε ένα γεγονός και το κόβουμε από τις ρίζες του. Απομονώνουμε τις σκηνές καταστροφής και αφήνουμε έξω τους λόγους για τους οποίους ο κόσμος βγήκε στους δρόμους: τους μισθούς που δεν φτάνουν, τα διαλυμένα σχολεία, την έλλειψη καθηγητών, τη δυσκολία πρόσβασης στην υγεία και στη στέγη. Αυτή είναι η αποπλαισίωση.
Στη συνέχεια, το γεγονός τοποθετείται σε μια νέα αφήγηση. Η διαδήλωση παρουσιάζεται μέσα από το πλαίσιο της «εγκληματικότητας» και της «ανομίας». Οι συμμετέχοντες παύουν να εμφανίζονται ως άνθρωποι με κοινωνικά αιτήματα και γίνονται πληθυσμός που πρέπει να ελεγχθεί. Το γεγονός έχει αναπλαισιωθεί: οι ίδιες εικόνες καλούνται πλέον να εξηγήσουν κάτι διαφορετικό.
Το υλικό δεν χρειάζεται να είναι ψεύτικο για να χρησιμοποιείται παραπλανητικά. Αρκεί οι πράξεις μιας ομάδας να αποδίδονται σε ολόκληρη την κινητοποίηση ή η προβολή των καταστροφών να καταλαμβάνει όλο τον διαθέσιμο χώρο και χρόνο της είδησης. Μένουν έτσι έξω από την παρουσίαση η εξέλιξη των γεγονότων και οι δράσεις που προηγήθηκαν ή επακολούθησαν, επομένως και τα στοιχεία που θα επέτρεπαν την εξήγησή τους. Στην οθόνη, άλλωστε, η εικόνα δεν εμφανίζεται μόνη της. Συνυπάρχει με τον τίτλο, το σπικάζ και τους ήχους, που μπορούν να αλληλοενισχύονται ή να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ένα πλάνο με ανθρώπους που τρέχουν, καπνούς ή καλυμμένα πρόσωπα δεν εξηγεί από μόνο του ποιοι είναι, τι έχει προηγηθεί και ποιος κάνει τι. Ο τίτλος «Πεδίο μάχης το Παρίσι: συγκρούσεις με κουκουλοφόρους» δίνει ήδη μια κατεύθυνση στην ανάγνωσή του. Αυτή είναι η λειτουργία της αγκύρωσης: οι λέξεις περιορίζουν τις πιθανές ερμηνείες της εικόνας και προκρίνουν μία από αυτές. Ο θεατής μπορεί έτσι να αναγνωρίσει στο πλάνο την «επιβεβαίωση» του τίτλου, ακόμη κι όταν εκείνο δεν τεκμηριώνει την πράξη που ο χαρακτηρισμός υποβάλλει.
Έτσι αλλάζει και το κεντρικό ζήτημα της δημόσιας συζήτησης. Αν επί ημέρες συζητάμε μόνο για τις ζημιές και τα μέτρα αστυνόμευσης, τα προβλήματα της δημόσιας παιδείας και το κόστος ζωής περνούν σε δεύτερη μοίρα, ακόμη κι αν αναφέρονται περιστασιακά. Η επιλογή και η επανάληψη ορισμένων θεμάτων καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τι καλείται η κοινωνία να αντιμετωπίσει ως επείγον. Το ερώτημα «για ποιους λόγους διαμαρτύρονται;» αντικαθίσταται από το «γιατί δεν τους σταματούν;». Με όρους όπως «πεδίο μάχης», «ασύμμετρη απειλή» ή «έκτροπα», μια κινητοποίηση παρουσιάζεται ως κίνδυνος για ολόκληρη την κοινωνική ζωή. Καλλιεργείται η αίσθηση ότι «η πόλη καταστρέφεται» ή ότι «κινδυνεύει ο πολιτισμός μας», ώστε η απαίτηση για περισσότερη αστυνόμευση και καταστολή να εμφανιστεί ως αυτονόητη απάντηση.
Όταν ένα γεγονός ή μια ομάδα παρουσιάζεται ως απειλή για τις κοινωνικές αξίες και προκαλεί αντίδραση δυσανάλογη προς τον τεκμηριωμένο κίνδυνο, μιλάμε για ηθικό πανικό. Για να τον αναγνωρίσουμε, εξετάζουμε πέρα από έναν μεμονωμένο δραματικό τίτλο: την επανάληψη, τη γενίκευση της απειλής, τη στοχοποίηση προσώπων και την αναλογία ανάμεσα στα γεγονότα και στην αντίδραση που ζητείται. Η βία, όμως, δεν εξαντλείται σε ό,τι καταγράφει μια κάμερα. Οι μισθοί που δεν φτάνουν για το ρεύμα, τα σχολεία χωρίς καθηγητές και τα νοσοκομεία χωρίς γιατρούς μπορούν να παράγουν σοβαρή και μη αναστρέψιμη βλάβη, χωρίς ένα μεμονωμένο χτύπημα ή έναν άμεσα ορατό δράστη. Αυτή η βλάβη προκύπτει τόσο από την κοινωνική και οικονομική οργάνωση όσο και από συγκεκριμένους θεσμούς, κανόνες και πρακτικές που επιβάλλουν ή αναπαράγουν τις στερήσεις. Οι όροι «δομική» και «θεσμική βία» περιγράφουν αυτές τις συνδεδεμένες, αλλά διαφορετικές πλευρές της.
Όταν αυτή η καθημερινή πίεση θεωρείται «φυσιολογική», ενώ μόνο η οργή όσων την υφίστανται αναγνωρίζεται ως «βία», η εικόνα της σύγκρουσης γίνεται επιλεκτική. Η επαναφορά των αιτίων επιτρέπει να κρίνουμε τις πράξεις μέσα στις συνθήκες στις οποίες εκδηλώθηκαν, χωρίς να τις αθωώνουμε εκ των προτέρων.
Πώς «βαφτίζουν» τους ανθρώπους και κατασκευάζουν το «Εμείς» και το «Εκείνοι»
Για να επηρεάσει την κοινή γνώμη, η συντηρητική ρητορική χωρίζει συχνά την κοινωνία σε «καλούς» και «κακούς»: από τη μία οι «φιλήσυχοι», «εργατικοί» και «νομοταγείς πολίτες», από την άλλη οι «μπαχαλάκηδες», οι «κουκουλοφόροι» και ο «όχλος». Η διαίρεση εμφανίζεται σαν απλή περιγραφή, αλλά υποδεικνύει ήδη ποιος έχει δίκιο, ποιος αξίζει τη συμπάθειά μας και ποιος φταίει. Το πώς διαλέγουμε να κατονομάσουμε κάποιον έχει σημασία. Αν πούμε «μαθητές» ή «απεργοί», θυμίζουμε την κοινωνική τους ιδιότητα και αφήνουμε ανοιχτό το ερώτημα της διεκδίκησής τους. Αν πούμε «κουκουλοφόροι», προτάσσουμε ένα γνώρισμα της εμφάνισής τους. Αν πούμε «όχλος», τους παρουσιάζουμε ως αδιαφοροποίητη και απειλητική μάζα.
Η επιλογή μιας λέξης δεν εξαφανίζει τα αιτήματά τους. Τα κάνει όμως δυσκολότερα ορατά όταν οδηγεί τον αναγνώστη να αντιμετωπίσει τους ανθρώπους αυτούς πρωτίστως ως κίνδυνο.
Αντίστοιχη λειτουργία έχουν οι ιδιότητες και τα κίνητρα που αποδίδονται στα πρόσωπα και στις ομάδες. Στις κινητοποιήσεις που συνεχίζονται στη Γαλλία, ο υπουργός Εσωτερικών παρουσιάζει την αστυνομία ως δύναμη που «προστατεύει» μαθητές και φοιτητές και επεμβαίνει «με αποφασιστικότητα και χωρίς καθυστέρηση». Ο ίδιος χαρακτηρίζει «παραβάτες» όσους κατηγορεί για λεηλασίες, ενώ ο δήμαρχος της Λυών μιλά για «ριζοσπάστες πολύ πιο βίαιους, επιθετικούς», διακρίνοντάς τους από τους ειρηνικούς διαδηλωτές. Σε δημοσίευμα του ΣΚΑΪ, οι μάσκες και οι κουκούλες ερμηνεύονται ως επιλογές «προφανώς για να μην αναγνωρίζονται». Οι διατυπώσεις αυτές αξιολογούν συμπεριφορές και αποδίδουν κίνητρα. Τις ελέγχουμε με βάση τις συγκεκριμένες πράξεις και προσέχουμε ποια πρόσωπα χαρακτηρίζονται κάθε φορά. Παράλληλα, διακρίνουμε το πώς ονομάζουμε κάποιον από τα χαρακτηριστικά που του αποδίδουμε και εξετάζουμε ποιοι εμφανίζονται στην αφήγηση, ποιοι αποκλείονται και με ποια ιδιότητα παρουσιάζονται.
Η θετική παρουσίαση της «δικής μας» πλευράς και η αρνητική παρουσίαση των «άλλων» οργανώνονται συχνά γύρω από τέσσερις κινήσεις. Τονίζουμε τα δικά μας καλά: «Είμαστε οι προστάτες της τάξης». Τονίζουμε τα δικά τους κακά: «Είναι καταστροφείς και βάνδαλοι». Υποβαθμίζουμε τα δικά μας κακά, αποσιωπώντας ή δικαιολογώντας την αστυνομική βία και τις κοινωνικές συνέπειες των πολιτικών μας. Και υποβαθμίζουμε τα δικά τους καλά, αφήνοντας στο περιθώριο τα αιτήματα για παιδεία, υγεία και αξιοπρεπή διαβίωση. Το «Εμείς» και το «Εκείνοι» δεν είναι δεδομένες ομάδες. Συγκροτούνται μέσα στον λόγο. Το «εμείς οι πολίτες», για παράδειγμα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί έτσι ώστε να αποκλείει τους διαδηλωτές από την ίδια την ιδιότητα του πολίτη. Εξετάζοντας αυτές τις επιλογές, αναγνωρίζουμε πότε οι δύο πλευρές παρουσιάζονται με διαφορετικά μέτρα και σταθμά, χωρίς να χρειάζεται να υποθέσουμε ένα συνειδητό σχέδιο χειραγώγησης.
Στην ίδια λογική εντάσσεται και το δίλημμα «εργαζόμενος ή διαδηλωτής». Η τακτική του «διαιρεί και βασίλευε» τοποθετεί τον μικροεπαγγελματία ή τον εργαζόμενο του ιδιωτικού τομέα απέναντι στον μαθητή και στον απεργό. «Με ποιον είσαι; Με αυτόν που δουλεύει ή με αυτόν που κλείνει τον δρόμο;» Το δίλημμα αποκρύπτει ότι ένας διαδηλωτής μπορεί να είναι εργαζόμενος, γονιός ή καταστηματάρχης. Αφήνει επίσης έξω το ενδεχόμενο ο επαγγελματίας που λυγίζει από το κόστος ενέργειας και την πτώση της αγοραστικής δύναμης να πλήττεται από τις ίδιες πολιτικές που περιορίζουν τις δυνατότητες των μαθητών και των οικογενειών τους.
Μια κινητοποίηση μπορεί να προκαλέσει πραγματική επιβάρυνση και μια καταστροφή περιουσίας παραμένει ζημιά. Η προσωρινή ή συγκεκριμένη σύγκρουση συμφερόντων, ωστόσο, δεν αρκεί για να παρουσιαστούν ο εργαζόμενος και ο διαδηλωτής ως φυσικοί εχθροί. Η διεκδίκηση δημόσιας παιδείας δεν είναι από μόνη της απειλή για τον βιοπαλαιστή. Η γενίκευση της αντιπαράθεσης εμποδίζει την αναγνώριση των κοινών τους αναγκών και την κοινωνική αλληλεγγύη.
Η επίκληση της απειλής και ο εκβιασμός περί Ακροδεξιάς
Ένα από τα πιο δραστικά επιχειρήματα εναντίον των κινητοποιήσεων είναι ο ισχυρισμός ότι «οι δυναμικές διαμαρτυρίες και το χάος εκτρέφουν την Ακροδεξιά». Η ευθύνη μεταφέρεται έτσι σε όσους αντιδρούν: αν συνεχίσουν να διεκδικούν, υποτίθεται ότι θα προκαλέσουν μια ακόμη πιο αυταρχική πολιτική εξέλιξη.
Πίσω από αυτό το επιχείρημα βρίσκεται ένας γνώριμος συλλογισμός: «Αν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος, πρέπει να δράσουμε για να τον αποτρέψουμε». Είναι η γέφυρα που μας περνά από το «υπάρχει αυτό το πρόβλημα» στο «άρα πρέπει να κάνουμε εκείνο». Η σύνδεση συχνά μένει άρρητη και φαίνεται αυτονόητη. Η εγκυρότητά της εξαρτάται από το αν αποδεικνύονται οι προϋποθέσεις της. Στη ρητορική της καταστολής γίνεται: «Αν δεν πάρουμε σκληρά μέτρα τώρα, θα καταστραφεί η οικονομία, θα διαλυθεί η κοινωνική ζωή ή θα ανέβει η Ακροδεξιά». Ο συλλογισμός λειτουργεί εκβιαστικά όταν η καταστροφή προεξοφλείται χωρίς επαρκή τεκμηρίωση και η υποταγή εμφανίζεται ως η μόνη διέξοδος. Ρωτάμε, επομένως: ποιος κίνδυνος αποδεικνύεται, πόσο πιθανός είναι, πώς συνδέεται με τη διαμαρτυρία και γιατί τα προτεινόμενα μέτρα θεωρούνται αναγκαία; Με την επανάληψη, μια πολιτική επιλογή αρχίζει να φαίνεται φυσική, αυτονόητη ή αναπόφευκτη. Το διαρκές «δεν γίνεται αλλιώς» βγάζει την επιλογή αυτή —όπως τη μόνιμη αστυνομική παρουσία στα πανεπιστήμια— έξω από την πολιτική συζήτηση. Η εναλλακτική αντιμετωπίζεται πλέον ως αφέλεια ή παραλογισμός. Παράλληλα, μετακινούνται τα όρια του αποδεκτού. Ρατσιστικές ή αυταρχικές θέσεις που προκαλούσαν πολιτικό κόστος εκφέρονται πλέον ανοιχτά, επαναλαμβάνονται και ενσωματώνονται στη συνηθισμένη πολιτική αντιπαράθεση. Αυτή η «αναίσχυντη κανονικοποίηση» αφορά τη δημόσια αποδοχή και διάδοση τέτοιων θέσεων, όχι απλώς την προσωπική έλλειψη ντροπής ενός ομιλητή.
Η διάδοση αυτών των θέσεων δεν περιορίζεται στα τηλεοπτικά κανάλια. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, οι αντιδράσεις, τα σχόλια και οι κοινοποιήσεις μπορούν να δώσουν μεγαλύτερη ορατότητα σε περιεχόμενο που προκαλεί φόβο, οργή και αγανάκτηση. Δημιουργείται έτσι κίνητρο για εμπρηστικούς τίτλους και σκόπιμες προκλήσεις που αποσπούν αντιδράσεις —αυτό που συχνά ονομάζεται καλλιέργεια οργής. Οι δραματοποιημένες εικόνες και οι αφηγήσεις απειλής ευνοούνται σε ένα περιβάλλον όπου η προσοχή του κοινού μεταφράζεται σε περισσότερες προβολές και έσοδα. Όταν ανακυκλώνονται σε δίκτυα όπου επαναλαμβάνονται κυρίως παρόμοιες απόψεις, δημιουργούν την εντύπωση ότι η ακραία ρητορική είναι παντού και εκφράζει την κοινή γνώμη. Η μεγάλη ορατότητα δεν αποδεικνύει ευρεία κοινωνική αποδοχή· κάνει όμως ευκολότερη την εξοικείωση με τον αυταρχικό λόγο.
Εδώ βρίσκεται ένας κρίσιμος αντίλογος στο επιχείρημα ότι οι διαδηλώσεις «εκτρέφουν» αναγκαστικά την Ακροδεξιά. Η ενίσχυσή της δεν έχει μία μοναδική αιτία ούτε προκύπτει αυτόματα από την κοινωνική αναταραχή. Εξετάζουμε τι κάνουν οι κυβερνήσεις, τα κόμματα και τα ΜΜΕ: όταν υιοθετούν τη δαιμονοποίηση κοινωνικών ομάδων, τον αποκλεισμό και την παρουσίαση του αυταρχισμού ως λύσης, βοηθούν αυτές τις θέσεις να γίνουν περισσότερο αποδεκτές.
Μέσα σε αυτή την αφήγηση αντιστρέφονται και οι θέσεις θύματος και θύτη. Η εξουσία παρουσιάζεται ως «θύμα» μιας κοινωνικής αναταραχής, ενώ οι συνέπειες των δικών της πολιτικών και πρακτικών εξαφανίζονται. Η λιτότητα και η καταστολή περνούν στο παρασκήνιο και η κρατική αντίδραση εμφανίζεται αποκλειστικά ως άμυνα. Η αντιστροφή εντοπίζεται μέσα από τις συγκεκριμένες πράξεις και ευθύνες. Οι αστυνομικοί μπορούν να δεχτούν πραγματικές επιθέσεις· η επίκλησή τους δεν δικαιολογεί οποιοδήποτε μέτρο. Εξετάζουμε αν ένα περιστατικό χρησιμοποιείται για να διαγραφεί η προηγούμενη δράση της εξουσίας και να νομιμοποιηθεί εκ των προτέρων ακόμη σκληρότερη καταστολή.
Η ασφαλειοποίηση και η αλλαγή της έννοιας της ασφάλειας
Η ρητορική της «ανομίας» μεταφέρει τη συζήτηση από τις κοινωνικές ανάγκες στην αντιμετώπιση όσων τις διεκδικούν ως απειλής. Το δόγμα «Νόμος και Τάξη» προβάλλεται τότε ως απάντηση σε προβλήματα που απαιτούν πολιτικές για την παιδεία, την υγεία, τη στέγη και τους μισθούς.
Ένα ζήτημα παρουσιάζεται ως απειλή για την ίδια την ύπαρξη του κράτους, του έθνους, της κοινωνίας ή ενός τρόπου ζωής. Έτσι ζητείται να γίνουν αποδεκτά έκτακτα μέτρα ή περιορισμοί που διαφορετικά θα συναντούσαν μεγαλύτερη αντίσταση. Για να πετύχει αυτή η μετατόπιση, εκείνοι στους οποίους απευθύνεται η επίκληση της απειλής πρέπει να πειστούν τόσο για τον κίνδυνο όσο και για την ανάγκη των μέτρων.
Αυτή είναι η διαδικασία της ασφαλειοποίησης. Ένα κοινωνικό ή πολιτικό ζήτημα —η φτώχεια, η μετανάστευση, μια μαθητική κινητοποίηση— αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως απειλή που απαιτεί αστυνομική διαχείριση. Το κριτήριο δεν είναι η απλή αναφορά στην ασφάλεια, αλλά η χρήση της για να παρακαμφθεί η συνηθισμένη πολιτική διαπραγμάτευση και να δικαιολογηθούν εξαιρετικά μέτρα.
Στο πεδίο των κινητοποιήσεων, αυτή η μετατόπιση στηρίζει αιτήματα για περισσότερους αστυνομικούς πόρους και εξοπλισμούς. Λειτουργεί επίσης ως μηχανισμός επιβολής πολιτικών λιτότητας, όταν η αντίδραση στις περικοπές αντιμετωπίζεται ως κίνδυνος που πρέπει να εξουδετερωθεί. Για να συνδέσουμε τις δαπάνες καταστολής με τις κοινωνικές περικοπές, εξετάζουμε τους προϋπολογισμούς, τις αποφάσεις και τα επιχειρήματα με τα οποία δικαιολογούνται. Η αύξηση μιας δαπάνης δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι προκάλεσε τη μείωση μιας άλλης.
Ένας συγγενικός μηχανισμός αφορά το ποιος θεωρείται ότι δικαιούται κοινωνική προστασία. Η αντίληψη ότι τα αγαθά και η πρόνοια ανήκουν κυρίως ή αποκλειστικά στη «δική μας» εθνική ομάδα περιορίζει την πρόσβαση μεταναστών και άλλων ομάδων που παρουσιάζονται ως ξένες. Πρόκειται για τον λεγόμενο προνοιακό σωβινισμό. Η λογική αυτή στρέφει τις ντόπιες ασθενέστερες ομάδες εναντίον των μεταναστών: για την έλλειψη κατοικιών, υπηρεσιών και πόρων ενοχοποιούνται οι «άλλοι», ενώ περνούν σε δεύτερη μοίρα οι αποφάσεις για το πόσα χρήματα διατίθενται, πώς μοιράζονται και ποιοι έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες. Το πρόβλημα της κοινωνικής ανισότητας μετατρέπεται έτσι σε ανταγωνισμό μεταξύ όσων υφίστανται τις συνέπειές του.
Η ασφάλεια περιλαμβάνει την προστασία από τη σωματική βία και την αυθαίρετη προσβολή της ζωής και της περιουσίας. Δεν εξαντλείται όμως στα δακρυγόνα, στην αστυνόμευση και στην επιτήρηση. Περιλαμβάνει τη δυνατότητα να έχεις σπίτι, να πληρώνεις το ρεύμα, να βρίσκεις γιατρό και να στέλνεις το παιδί σου σε σχολείο με καθηγητές. Η δωρεάν δημόσια παιδεία, η υγεία, η προστασία της στέγης, οι αξιοπρεπείς μισθοί και η αλληλεγγύη εξασφαλίζουν στην πράξη αυτή την ασφάλεια. Όταν αποκλείονται από τη συζήτηση, απομένει μόνο η προστασία της τάξης που ήδη υπάρχει, ανεξάρτητα από το πόση ανασφάλεια παράγει.
Τι απαντάμε στην πράξη
Η αντιπλαισίωση αμφισβητεί τον τρόπο με τον οποίο τίθεται ένα ζήτημα και προτείνει μια διαφορετική, τεκμηριωμένη σύνδεση ανάμεσα στα γεγονότα, στα αίτια και στις ευθύνες. Όταν απαντάμε στη ρητορική της «ανομίας», δεν αποδεχόμαστε ότι κάθε κοινωνική διεκδίκηση οφείλει πρώτα να απολογηθεί για κάθε πράξη που συνέβη κοντά της. Αναγνωρίζουμε τα πραγματικά περιστατικά και αποφεύγουμε τις γενικεύσεις που καταγγέλλουμε.
Πρώτο βήμα — Αποκαλύπτουμε το πλαστό δίλημμα
Δηλώνουμε καθαρά ότι το δίλημμα «με τον διαδηλωτή ή με τον βιοπαλαιστή» είναι τεχνητό όταν παρουσιάζει τις δύο ιδιότητες ως ασυμβίβαστες. Αναδεικνύουμε τις κοινές ανάγκες του μαθητή που απαιτεί δημόσια παιδεία, του εργαζομένου που απεργεί και του καταστηματάρχη που λυγίζει από το βάρος των λογαριασμών και των φόρων. Εξετάζουμε ποιες πολιτικές τούς πλήττουν και πού συναντιούνται οι διεκδικήσεις τους. Μια συγκεκριμένη ζημιά χρειάζεται αναγνώριση, διερεύνηση και απόδοση ευθύνης· δεν δικαιολογεί τη μετατροπή ολόκληρης της κινητοποίησης σε εχθρό όσων εργάζονται.
Δεύτερο βήμα — Επαναφέρουμε τα αίτια στη συζήτηση
Η σπασμένη βιτρίνα δεν είναι η αρχή της κοινωνικής κρίσης. Αναζητούμε όσα προηγήθηκαν της σύγκρουσης: φτώχεια, αποκλεισμό, υποβάθμιση δημόσιων υπηρεσιών και αυταρχικές πρακτικές. Ρωτάμε τι ζητούν οι άνθρωποι, ποιες αποφάσεις και δράσεις προηγήθηκαν και πώς αντιμετωπίστηκαν τα αιτήματά τους. Ελέγχουμε επίσης τι δείχνουν πράγματι οι εικόνες, πότε και πού καταγράφηκαν και αν στηρίζουν τους χαρακτηρισμούς του τίτλου. Η επανάληψη ενός βίντεο ή μίας φωτογραφίας δεν αποτελεί πρόσθετη απόδειξη, ούτε οι πολλές κοινοποιήσεις κάνουν αυτονόητη την ερμηνεία αυτού του υλικού. Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, ο έλεγχος αφορά και τη γνησιότητά του: η ευρεία διάδοση δεν πιστοποιεί ότι μια εικόνα καταγράφει πραγματικό γεγονός ή ότι δεν έχει αλλοιωθεί. Η εξήγηση μιας καταστροφής δεν την καθιστά αναπόφευκτη ούτε καταργεί την ατομική ευθύνη. Μας εμποδίζει να συζητάμε το αποτέλεσμα σαν να μην υπήρξε τίποτε πριν από αυτό.
Τρίτο βήμα — Αποδομούμε την αυτόματη σύνδεση διαμαρτυρίας και Ακροδεξιάς
Ζητάμε στοιχεία για τον ισχυρισμό ότι μια κινητοποίηση ενισχύει την Ακροδεξιά. Ποιος τη χρησιμοποιεί πολιτικά; Με ποια επιχειρήματα; Ποιες επιλογές κάνουν τα υπόλοιπα κόμματα και τα ΜΜΕ; Το «σταματήστε να διεκδικείτε για να μην έρθουν οι χειρότεροι» μετατρέπει την κοινωνική αδράνεια σε υποτιθέμενο δημοκρατικό καθήκον. Επαναφέρουμε στη συζήτηση την ευθύνη των κυβερνητικών και άλλων συστημικών δυνάμεων που υιοθετούν τον φόβο, τον αποκλεισμό και την αυταρχική διαχείριση. Όταν παρουσιάζουν αυτές τις επιλογές ως κανονική πολιτική, συμβάλλουν στην αποδοχή της ακροδεξιάς ατζέντας που υποτίθεται ότι επιχειρούν να περιορίσουν.
Τέταρτο βήμα — Επαναορίζουμε την ασφάλεια
Δεν αφήνουμε την ασφάλεια να ταυτίζεται αποκλειστικά με την αστυνομική παρουσία. Επαναφέρουμε το δικαίωμα στην εκπαίδευση, στην υγεία, στη στέγη και σε ένα εισόδημα που επιτρέπει αξιοπρεπή ζωή. Αμφισβητούμε επίσης τον διαχωρισμό ανάμεσα σε «δικούς μας» που δικαιούνται προστασία και «ξένους» που παρουσιάζονται ως βάρος. Στο ερώτημα «ποιος μας προστατεύει από την αναταραχή;» απαντάμε και με ένα άλλο: «ποιος μας προστατεύει από τις συνθήκες που κάνουν τη ζωή αβίωτη;». Όσο το δεύτερο μένει έξω από τη συζήτηση, οι πολιτικές που γεννούν την ανασφάλεια μένουν στο απυρόβλητο και όσοι διεκδικούν να τις αλλάξουν εμφανίζονται ως απειλή. Αυτή την αντιστροφή αρνούμαστε. Στρέφουμε τη συζήτηση στις αποφάσεις που στερούν από τους ανθρώπους στέγη, περίθαλψη, εκπαίδευση και αξιοπρεπή εργασία και ζητάμε να λογοδοτήσουν αυτοί που τις παίρνουν. Η διεκδίκηση αυτών των δικαιωμάτων είναι αναπόσπαστο μέρος της δημοκρατίας, όχι απειλή εναντίον της.


![[ΒΙΝΤΕΟ] Παρουσίαση θέσεων και εκλογικής πρότασης της Πρωτοβουλίας για μια Νέα Ενωτική και Ανατρεπτική Αριστερά](https://xekinima.org/wp-content/uploads/2026/10/856325005_1543330837835168_2617246691707503068_n-100x70.jpg)









