Οι Ρεπουμπλικάνοι του Τραμπ καταψηφίστηκαν– Τι γίνεται τώρα;

Της Sophie Scholl, μετάφραση από το Internationalist Standpoint

7 Νοεμβρίου 2026

Από την μια άκρη των ΗΠΑ ως την άλλη, οι Αμερικανοί ψηφοφόροι έστειλαν ένα συντριπτικό μήνυμα αποδοκιμασίας στον Τραμπ και τους υποψηφίους των Ρεπουμπλικάνων. Από τις αρχές της επόμενης χρονιάς, οι Δημοκρατικοί θα ελέγχουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου, με ισχυρές πλειοψηφίες και στα δύο. Η εκλογική τους νίκη ήταν σαρωτική και αποτέλεσε μια ξεκάθαρη απόρριψη του Τραμπ, αντανακλώντας τη διάχυτη δυσαρέσκεια για την κατάσταση της αμερικανικής οικονομίας και τον πόλεμο στο Ιράν.

Σε ολόκληρη τη χώρα, οι Δημοκρατικοί επικράτησαν ακόμη και σε παραδοσιακά προπύργια των Ρεπουμπλικάνων, κερδίζοντας τουλάχιστον επτά έδρες στη Γερουσία και επικρατώντας σε εκλογικές περιφέρειες για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, τις οποίες οι Ρεπουμπλικάνοι είχαν κερδίσει με άνεση το 2024.

Αρκετά μέσα ενημέρωσης προέβλεψαν ότι οι Δημοκρατικοί θα εξασφάλιζαν την πλειοψηφία στη Βουλή, με νίκες μεταξύ άλλων στην Ιντιάνα, την Αϊόβα, τη Βιρτζίνια, το Τέξας, τη Νεμπράσκα, το Νιου Τζέρσεϊ και την Πενσιλβάνια. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του NBC News, οι Δημοκρατικοί αναμένεται να καταλήξουν με 258 έδρες έναντι 177 των Ρεπουμπλικάνων, εξασφαλίζοντας πλειοψηφία 81 εδρών. Ενδεικτικό του μεγέθους της ήττας των Ρεπουμπλικάνων είναι ότι, σύμφωνα με το NBC News, προβλέπεται να χάσει την έδρα του στη Βόρεια Καρολίνα ακόμη και ο επικεφαλής της προεκλογικής εκστρατείας των Ρεπουμπλικάνων στη Βουλή, βουλευτής Ρίτσαρντ Χάντσον.

Στη Γερουσία, οι Δημοκρατικοί θα διαθέτουν πλέον τουλάχιστον 54 έδρες, ενώ εκκρεμεί ακόμη η οριστικοποίηση των αποτελεσμάτων στην Αλάσκα και το Μισισίπι. Μέχρι σήμερα είχαν 47 έδρες, συμπεριλαμβανομένων δύο ανεξάρτητων γερουσιαστών που συνεργάζονται με το κόμμα. Το αποτέλεσμα των εκλογών δημιουργεί για πρώτη φορά ένα ουσιαστικό αντίβαρο στην εξουσία του Τραμπ στην Ουάσιγκτον από τότε που επέστρεψε στον Λευκό Οίκο πέρυσι. Η νίκη των Δημοκρατικών στηρίχθηκε στο κύμα δυσαρέσκειας, που τροφοδοτήθηκε από την κρίση του κόστους ζωής. Το νέο Κογκρέσο αναμένεται να διερευνήσει τις ενέργειες του Τραμπ, της κυβέρνησής του και των επιχειρήσεών του, ενώ παράλληλα θα επιχειρήσει να μπλοκάρει τη νομοθετική του ατζέντα.

Τι προκάλεσε το «μπλε κύμα»;

Σύμφωνα με το Bloomberg News, τα exit polls έδειξαν ότι μεγάλος αριθμός μαύρων και ισπανόφωνων ψηφοφόρων επέστρεψε στο Δημοκρατικό Κόμμα, αφού το 2024 είχε στραφεί σε σημαντικό βαθμό προς τον Τραμπ. Το exit poll που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του Associated Press και μεγάλων τηλεοπτικών δικτύων, έδειξε ότι μόλις το 9% των μαύρων ψηφοφόρων και το 35% των ισπανόφωνων ψήφισαν τους Ρεπουμπλικάνους. Συγκριτικά, τα αντίστοιχα exit polls του 2024 έδειχναν ότι ο Τραμπ είχε εξασφαλίσει την υποστήριξη του 13% των μαύρων ψηφοφόρων και του 46% των Λατίνων. Είναι επίσης σημαντικό ότι οι Ρεπουμπλικάνοι έχασαν έδαφος και μεταξύ των λευκών ψηφοφόρων: το ποσοστό τους μειώθηκε από 57% το 2024 σε 51% το 2026.

Όπως σωστά έγραψε ο Έρικ Μπλανκ στο Labor Politics:

«Θυμάστε τότε που οι κεντρώοι σχολιαστές επέμεναν ότι η νίκη του Τραμπ το 2024 σήμαινε πως η Αμερική είχε γίνει μόνιμα συντηρητική; Αυτή η αφήγηση δεν άντεξε για πολύ. Περίπου το 70% των νέων ψηφοφόρων υποστήριξε τους Δημοκρατικούς σε αυτές τις εκλογές, με τη διαφορά μεταξύ των νέων να έχει μετατοπιστεί κατά περίπου 32 μονάδες από το 2024. Εκατομμύρια Αμερικανοί είναι εξοργισμένοι με ένα οικονομικό και πολιτικό σύστημα που συνεχίζει να τους απογοητεύει. Υπάρχει τεράστιο περιθώριο για μια εναλλακτική που μπορεί πραγματικά να δώσει λύσεις».

Το Δημοκρατικό Κόμμα σημείωσε σημαντικές επιτυχίες και σε πολιτειακό επίπεδο, κερδίζοντας έδρες σε πολιτειακά κοινοβούλια, καθώς και τις κυβερνητικές εκλογές σε τουλάχιστον πέντε πολιτείες. Μετά τις εκλογές, οι κυβερνήτες στην πλειονότητα των πολιτειών προέρχονται πλέον από το Δημοκρατικό Κόμμα.

Ο ίδιος ο Τραμπ είχε καλέσει τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν σαν να ήταν και ο ίδιος υποψήφιος, και σε ολόκληρη τη χώρα αυτό ακριβώς έκαναν – αλλά εναντίον του. Το «μπλε κύμα» [σημ: μπλε είναι το χρώμα των Δημοκρατικών] που εκδηλώθηκε δεν ήταν αποτέλεσμα εμπιστοσύνης προς τους Δημοκρατικούς. Ήταν έκφραση της γενικευμένης οργής απέναντι στην καταστροφική οικονομική πολιτική του Τραμπ, τον αντιδημοφιλή ιμπεριαλιστικό πόλεμο με το Ιράν και τη ρατσιστική εκστρατεία τρομοκράτησης των μεταναστών.

Από αυτή την άποψη, πολλοί εργαζόμενοι αισθάνονται σήμερα ανακούφιση, ελπίζοντας ότι ο έλεγχος της Γερουσίας και της Βουλής από τους Δημοκρατικούς θα λειτουργήσει ως φραγμός στις πολιτικές του Τραμπ. Οι εκλογές αυτές, ιδιαίτερα σε συνδυασμό με τη νίκη του Λούλα απέναντι στον Φλάβιο Μπολσονάρου στη Βραζιλία, αποτέλεσαν πλήγμα για την ακροδεξιά σε διεθνές επίπεδο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Τραμπ είχε υποστεί μια σειρά από ήττες ήδη από τον Ιανουάριο της φετινής χρονιάς, όταν οι εργαζόμενοι και οι μετανάστες στη Μινεάπολη νίκησαν την ICE (Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων), μέσα από μια γενική απεργία που παρέλυσε ολόκληρη την πόλη. Ακολούθησαν οι αποτυχίες του να νικήσει το Ιράν και να ανοίξει τα Στενά του Ορμούζ, καθώς και η αδυναμία του να τερματίσει τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η κρίση του κόστους ζωής, που επανήλθε με ένταση επί Τραμπ, τροφοδοτούμενη από τους εμπορικούς πολέμους, τους δασμούς και το παγκόσμιο μπλοκάρισμα των θαλάσσιων μεταφορών που προκάλεσε η επίθεση στο Ιράν, έχει δημιουργήσει ρωγμές ακόμη και στη βάση του MAGA [σημ: Make America Great Again- το κίνημα του οποίου ηγείται ο Τραμπ]. Λίγες μόλις ημέρες πριν από τις εκλογές, η δημοτικότητα του Τραμπ είχε υποχωρήσει στο ντροπιαστικό 32%.

Το Δημοκρατικό Κόμμα βρέθηκε στην εξουσία σε ολόκληρη τη χώρα όχι επειδή οι ψηφοφόροι έτρεφαν ελπίδες για κάποια συναινετική «υπεύθυνη διακυβέρνηση», αλλά επειδή ήθελαν να βάλουν φρένο στον Τραμπ και την ατζέντα του. Εκατομμύρια άνθρωποι πανηγύρισαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προσδοκώντας τα πάντα: από την παραπομπή του σε δίκη με σκοπό την καθαίρεσή του (impeachment) και ποινικές διώξεις μέχρι σαρωτικές νομοθετικές αλλαγές που θα αναιρέσουν τη ζημιά που έχουν προκαλέσει ο Τραμπ και οι συνεργάτες του από την επανεκλογή του.

Ωστόσο, δεν είναι σαφές πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, πέρα από την πιθανότητα μιας παρατεταμένης πολιτικής παράλυσης και κρίσης, καθώς ο Τραμπ, έχοντας χάσει την πολιτική του δυναμική, θα προσπαθήσει να διασώσει την προεδρία του και την εξουσία των ολιγαρχών που τον περιβάλλουν. Η ηγεσία του Δημοκρατικού Κόμματος δείχνει ήδη, μέσα από τις δημόσιες εμφανίσεις στελεχών της στα τηλεοπτικά δίκτυα, ότι δεν έχει διάθεση να δώσει ολοκληρωτική μάχη εναντίον του Τραμπ. Επιπλέον, ακόμη και με τον έλεγχο της Βουλής, δεν θα διαθέτει τις απαραίτητες ψήφους για να τον παραπέμψει σε διαδικασία καθαίρεσης χωρίς τη στήριξη γερουσιαστών των Ρεπουμπλικάνων. Παρά τη μεγάλη πτώση της δημοτικότητάς του, ο Τραμπ εξακολουθεί να ελέγχει ασφυκτικά το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ενώ η εκλογική του βάση δύσκολα θα υποστήριζε, σε αυτή τη φάση, Ρεπουμπλικάνους βουλευτές που θα στρέφονταν εναντίον του. Επιπλέον, μεγάλο μέρος της ζημιάς που έχει προκαλέσει ο Τραμπ προήλθε από την άσκηση των εκτελεστικών εξουσιών του, τις οποίες αξιοποίησε για να παρακάμπτει, όποτε μπορούσε, την έγκριση του Κογκρέσου, ακόμη και όταν οι Ρεπουμπλικάνοι είχαν την πλειοψηφία τόσο στη Βουλή όσο και στη Γερουσία. Είναι επίσης πιθανό να ασκήσει βέτο σε κάθε νομοσχέδιο που δεν θα εγκρίνουν ο ίδιος, οι ολιγάρχες και η Wall Street.

Χωρίς την πίεση ενός μαζικού κινήματος στους δρόμους, αυτή η εκλογική νίκη μπορεί τελικά να οδηγήσει σε μια παρατεταμένη περίοδο πολιτικού αδιεξόδου, αντί για την ολομέτωπη σύγκρουση με τον τραμπισμό που προσδοκούσαν οι περισσότεροι ψηφοφόροι. Αυτό, βέβαια, μένει να φανεί, καθώς ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις στο οικονομικό, πολιτικό και γεωπολιτικό πεδίο.

Οι υποψήφιοι των Δημοκρατικών στρέφονται προς τον λαϊκισμό

Είναι αλήθεια ότι οι εκλογές αποτέλεσαν δημοψήφισμα για τις πολιτικές του Τραμπ. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια υπήρχαν πιο σύνθετες διεργασίες. Ένα σημαντικό νέο χαρακτηριστικό αυτών των εκλογών, σε πανεθνικό επίπεδο, ήταν η αυξανόμενη χρήση λαϊκιστικής ρητορικής από Δημοκρατικούς υποψηφίους, οι οποίοι έβαλαν στο επίκεντρο των ομιλιών και του προεκλογικού τους υλικού ζητήματα όπως η «εταιρική απληστία», το «ολιγαρχικό οικονομικό σύστημα» και ο «έλεγχος της πολιτικής από την ολιγαρχία των δισεκατομμυριούχων».

Αυτή η σημαντική πολιτική μετατόπιση, η οποία βρέθηκε όλο και περισσότερο στο επίκεντρο μετά τη θεαματική εκλογή του αυτοπροσδιοριζόμενου σοσιαλιστή Ζοχράν Μαμντάνι ως δημάρχου της Νέας Υόρκης πέρυσι, αποτελεί –τουλάχιστον σε επίπεδο ρητορικής– σημαντική απομάκρυνση από την κυρίαρχη αντίληψη ότι οι Δημοκρατικοί μπορούν να κερδίσουν μόνο αν μετακινηθούν προς το «κέντρο», τουλάχιστον στα οικονομικά ζητήματα.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η έμφαση στα οικονομικά ζητήματα και την κρίση του κόστους ζωής συνοδεύτηκε και από υποχώρηση σε σημαντικά ζητήματα που αφορούν τις καταπιεσμένες ομάδες. Πολλοί Δημοκρατικοί εγκατέλειψαν το αίτημα για κατάργηση της ICE, ενώ άλλοι πήραν αποστάσεις από την υγειονομική περίθαλψη που επιβεβαιώνει την ταυτότητα φύλου των τρανς ατόμων ή τάχθηκαν υπέρ των απαγορεύσεων συμμετοχής τρανς αθλητών σε αθλητικές διοργανώσεις.

Η στροφή προς τον οικονομικό λαϊκισμό φαίνεται πιο καθαρά στην περίπτωση του Τέξας, όπου ο πρώην μετριοπαθής Δημοκρατικός Τζέιμς Ταλαρίκο νίκησε τον Ρεπουμπλικάνο Κεν Πάξτον, σε μια πολιτεία που ο Τραμπ είχε κερδίσει με διαφορά 14 μονάδων το 2024. Ο Ταλαρίκο κατέβηκε στις εκλογές με ένα οικονομικό πρόγραμμα που ο Έρικ Μπλανκ χαρακτηρίζει «Μπέρνι Σάντερς σε πιο ήπια εκδοχή», υποστηρίζοντας ότι «Ρεπουμπλικάνοι και Δημοκρατικοί πούλησαν από κοινού το ψεύτικο Ευαγγέλιο της οικονομικής θεωρίας της διάχυσης του πλούτου προς τα κάτω» (trickle-down economics). Όπως δήλωσε στην επινίκια ομιλία του:

«Στείλαμε ένα μήνυμα σε κάθε δισεκατομμυριούχο μεγαλοχορηγό, σε κάθε τρισεκατομμυριούχο μεγαλοχορηγό, σε κάθε διεφθαρμένο υπερασπιστή αυτού του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος: σε αυτή την πολιτεία, σε αυτή τη χώρα, η εξουσία ανήκει στον λαό».

Αξίζει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι, παρά τη λαϊκιστική ρητορική του, ο Ταλαρίκο ήταν ανάμεσα στους Δημοκρατικούς που υιοθέτησαν ορισμένες θέσεις του προγράμματος των Ρεπουμπλικάνων απέναντι στα τρανς άτομα, μεταξύ άλλων υποστηρίζοντας την επιβολή νομικών περιορισμών στην υγειονομική περίθαλψη των τρανς.

Η νέα Δημοκρατική κυβερνήτρια του Τέξας, Τζίνα Ινοχόσα, μίλησε με ανάλογη σαφήνεια για την οικονομική πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι εργαζόμενοι στις ΗΠΑ: «Η βασική μάχη σε αυτή τη χώρα αφορά την οικονομική εξουσία και ο λαϊκισμός αφορά την οικονομική εξουσία».

Ο βουλευτής της Καλιφόρνια Ρο Κάνα αποτύπωσε επίσης αυτές τις αλλαγές, προβάλλοντας ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει καθολική δημόσια υγειονομική περίθαλψη (Medicare for All), κατώτατο ωρομίσθιο 25 δολαρίων, τερματισμό του πολέμου στο Ιράν, φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων και διακοπή κάθε βοήθειας προς το Ισραήλ. Σε μια περίοδο που προδιαγράφονται περικοπές 900 δισ. δολαρίων στο πρόγραμμα Medicaid, τέτοια αιτήματα μπορούν να βρουν μεγάλη απήχηση, παρά τις προθέσεις της συντηρητικής, καθεστωτικής πτέρυγας του Δημοκρατικού Κόμματος.

Πολλά στελέχη του κατεστημένου των Δημοκρατικών που κατέβηκαν με πρόγραμμα ενίσχυσης της αμερικανικής στήριξης στο ισραηλινό καθεστώς ή υιοθέτησαν τις πιο αντιδραστικές θέσεις του κόμματος στα δικαιώματα των τρανς –μεταξύ άλλων αντιτιθέμενα στην κάλυψη της υγειονομικής τους περίθαλψης από τα Medicare, Medicaid και ACA (Obamacare)– βρέθηκαν ξεκάθαρα σε θέση άμυνας. Συχνά δέχτηκαν σφοδρή κριτική στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αλλά και σε προεκλογικές εκδηλώσεις, από διαδηλωτές που εξοργίστηκαν με τις απροκάλυπτες υποχωρήσεις τους. Οι εκλογές αυτές αποτέλεσαν απόρριψη του καθεστώτος Τραμπ, αλλά σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν δικαίωση των πολιτικών του Τσακ Σούμερ ή του Χακίμ Τζέφρις [σημ: ηγετών της συντηρητικής πτέρυγας των Δημοκρατικών].

Υπήρξαν επίσης αρκετοί υποψήφιοι της αριστερής λαϊκιστικής πτέρυγας και αυτοπροσδιοριζόμενοι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές, πολλοί από τους οποίους υποστηρίχθηκαν από τους Δημοκρατικούς Σοσιαλιστές της Αμερικής (DSA) και τον εκλογικό τους μηχανισμό.

Μια ακόμη χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ, ο οποίος, παρότι απέρριψε τον χαρακτηρισμό του σοσιαλιστή, κατέβηκε με οικονομικά λαϊκιστικά αιτήματα και χωρίς να κάνει καμία υποχώρηση στα ζητήματα των δικαιωμάτων των τρανς. Ο Ελ-Σαγέντ κέρδισε με άνεση τις εκλογές για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν, παρά τη σκληρή ρατσιστική εκστρατεία που διεξήχθη εναντίον του, και έγινε ο πρώτος μουσουλμάνος γερουσιαστής στην ιστορία των ΗΠΑ.

Περισσότεροι από 50 υποψήφιοι του DSA εκλέχτηκαν σε διάφορες θέσεις σε ολόκληρη τη χώρα, ενώ νίκες σημείωσαν και αρκετοί άλλοι υποψήφιοι της αριστερής φιλελεύθερης πτέρυγας. Πρόκειται ξεκάθαρα για μια νέα και σημαντική πανεθνική τάση.

Δύο πρόσφατες δημοσκοπήσεις, μία του Fox News και μία του NBC News, έδειξαν ότι σχεδόν οι μισοί νέοι βλέπουν θετικά τον σοσιαλισμό. Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση του Fox, το 48% των ενηλίκων ηλικίας 18-34 ετών έχει θετική άποψη για τον σοσιαλισμό. Η δημοσκόπηση του NBC News έδειξε ότι το 47% των ερωτηθέντων ηλικίας 18-29 ετών έχει αρνητική άποψη για τον καπιταλισμό, ενώ το 42% βλέπει θετικά τον σοσιαλισμό.

Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι οι νέοι έχουν αγανακτήσει με το καπιταλιστικό σύστημα και αναζητούν εναλλακτικές λύσεις. Αυτό δεν είναι απλώς αποτέλεσμα της σημερινής κρίσης του κόστους ζωής. Οι νέοι αυτοί έχουν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης του καπιταλιστικού συστήματος, ενώ έχουν ζήσει και μια σειρά κινημάτων που έθεσαν ως στόχο την αλλαγή των πραγμάτων προς το καλύτερο.

Παράλληλα, πολλοί από αυτούς παρακολουθούν σε πραγματικό χρόνο, μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μια γενοκτονία να εξελίσσεται στην άλλη άκρη του κόσμου και έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι με το πραγματικό ανθρώπινο κόστος του ιμπεριαλισμού και του πολέμου. Όλα αυτά, και ιδιαίτερα η οικονομική κατάσταση, έχουν δημιουργήσει μια βαθιά πόλωση σε ταξική βάση. Οι νέοι αναζητούν όλο και περισσότερο διέξοδο από τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν καθημερινά και δεν είναι καθόλου περίεργο που στρέφονται στις σοσιαλιστικές ιδέες ως λύση.

Η Αριστερά έχει σημειώσει σημαντικά βήματα προόδου από τότε που ο Μπέρνι Σάντερς επανέφερε τη λέξη «σοσιαλισμός» στο πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ. Παρά το γεγονός ότι τα αριστερά κινήματα έχουν επίσης γνωρίσει αποτυχίες και υποχωρήσεις, η άρχουσα τάξη δεν έχει καταφέρει να απομακρύνει τους νέους από τον σοσιαλισμό. Σε αυτή τη βάση θα μπορέσουν να γίνουν τα επόμενα βήματα.

DSA και εκλογές

Οι εκλογικές επιτυχίες του DSA σε αυτές τις εκλογές ήταν σημαντικές στο συνολικό πλαίσιο των αποτελεσμάτων. Θα ήταν εύκολο να υποτιμήσει κανείς αυτές τις επιτυχίες, ιδιαίτερα αν τις εξετάσει υπό το πρίσμα της ευρύτερης τάσης των εκλεγμένων στελεχών του DSA στο Κογκρέσο να αποφεύγουν την ουσιαστική σύγκρουση με το κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος. Ωστόσο, όπως σωστά επισημαίνει ο Κιμ Μούντι σε άρθρο του, θα ήταν λάθος να εξετάζουμε μόνο τους αριθμούς και να αγνοούμε την ιδιαίτερη πολιτική δύναμη που βρίσκεται πίσω από αυτούς:

«Αυτό που διαφοροποιεί τους “Επτά του DSA” (την ηγετική ομάδα της DSA στο Κογκρέσο) από τους περισσότερους προοδευτικούς δεν είναι τόσο τα ζητήματα και τα προγράμματα με τα οποία κατέβηκαν οι περισσότεροι στις εκλογές, όσο το γεγονός ότι έχουν πίσω τους μια ημιμαζική οργάνωση, με εμπειρία πλέον στις εκλογικές μάχες, η οποία, παρά τις πολιτικές της αντιφάσεις, έχει σημαντική οργανωτική βάση».

Το DSA αναζωογονήθηκε το 2016, όταν δεκαπλασίασε τα μέλη του, μετά την προεκλογική εκστρατεία του Μπέρνι Σάντερς για την προεδρία. Τα επόμενα χρόνια άρχισε να αναπτύσσεται και να εξελίσσεται σε μια μαζική σοσιαλιστική δύναμη της Αριστεράς στις ΗΠΑ, σε σύγκριση με τις πρόσφατες δεκαετίες.

Το 2020, μετά τη δεύτερη υποχώρηση του Σάντερς μπροστά στο κατεστημένο του Δημοκρατικού Κόμματος, το DSA μπήκε για ένα διάστημα σε τροχιά μείωσης των μελών του. Πιο πρόσφατα, μετά την εκλογή του Ζοχράν Μαμντάνι ως δημάρχου της Νέας Υόρκης, την οποία ακολούθησαν αρκετές άλλες εκλογικές επιτυχίες σε τοπικό επίπεδο, το DSA γνώρισε νέα απότομη αύξηση των μελών του, φτάνοντας πλέον τα 120.000 μέλη που καταβάλλουν συνδρομή. Πρόκειται για αριθμό μεγαλύτερο ακόμη και από εκείνον που είχαν το Σοσιαλιστικό και το Κομμουνιστικό Κόμμα στις περιόδους της μεγαλύτερης ακμής τους στις ΗΠΑ.

Το DSA έχει αναπτύξει έναν εντυπωσιακό μηχανισμό προεκλογικής εκστρατείας και οργάνωσης της εκλογικής δουλειάς. Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να αναδειχθεί σε ανεξάρτητη πολιτική δύναμη της εργατικής τάξης μέσα στην κοινωνία, πέρα από την εκλογική διαδικασία.

Είναι αλήθεια ότι ακτιβιστές και τοπικές οργανώσεις του DSA έχουν παίξει ρόλο σε διάφορα κινήματα. Ωστόσο, η οργάνωση δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να οργανώσει ούτε μία επιτυχημένη μαζική κινητοποίηση σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο. Πολλοί ακτιβιστές του DSA είναι επίσης δραστήρια και έμπειρα μέλη συνδικάτων και του εργατικού κινήματος, αλλά η ίδια η οργάνωση δεν αναλαμβάνει τον ρόλο του οργανωτή της εργατικής τάξης ούτε παρεμβαίνει στρατηγικά για να οικοδομήσει και να προωθήσει το εργατικό κίνημα.

Ο Σέιμους Κουκ από το DSA του Πόρτλαντ έγραψε πρόσφατα ένα άρθρο που εξηγεί γιατί αυτό αποτελεί τόσο σοβαρό πρόβλημα:

«Κάθε οργάνωση που αποφεύγει να οργανώνει διαδηλώσεις μπορεί να γίνει διστακτική ή ακόμη και ανίκανη να το κάνει. Αυτός ο δισταγμός γίνεται μεγάλο πρόβλημα όταν προκύπτουν επείγοντα ζητήματα που απαιτούν συλλογική δράση στους δρόμους, όπως ο πόλεμος στο Ιράν ή η συνεχιζόμενη γενοκτονία του Ισραήλ στη Γάζα».

Στο ίδιο άρθρο, ο Κουκ γράφει επίσης:

«Δεν υπάρχει κανένα ιστορικό παράδειγμα επαναστατικού κινήματος που να μην δίνει προτεραιότητα στις μαζικές κινητοποιήσεις διαφόρων μορφών. Στην πραγματικότητα, τα επαναστατικά κινήματα χαρακτηρίζονται σε μεγάλο βαθμό από διαρκείς μαζικές διαδηλώσεις, οι οποίες επεκτείνονται σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής – στους χώρους εργασίας, στα πανεπιστήμια, στα κυβερνητικά κτίρια, στις γειτονιές, στον στρατό κ.λπ. Αυτή η επέκταση της δράσης είναι δυνατή μόνο όταν ένα μεγάλο κίνημα εμπνέει διάφορες ομάδες να αναλάβουν πρωτοβουλίες και να συνδεθούν με αυτό. Κάθε νίκη της εργατικής τάξης στην ιστορία των ΗΠΑ –είτε αφορά τα δικαιώματα των εργαζομένων, των γυναικών, των Αφροαμερικανών, της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας κ.λπ.– βασίστηκε στη συλλογική μαζική δράση».

Αυτό είναι απολύτως σωστό. Οι σοσιαλιστές δεν πρέπει να εγκαταλείπουν ούτε να αποφεύγουν την εκλογική πάλη. Είναι όμως σημαντικό να αναγνωρίζουμε ότι ο νομικίστικος και γραφειοκρατικός λαβύρινθος που αποτελεί το καπιταλιστικό κράτος είναι, από πολλές απόψεις, το λιγότερο ευνοϊκό πεδίο για την προώθηση των συμφερόντων της εργατικής τάξης. Δεν πρέπει να αποφεύγουμε τη μάχη σε αυτό το πεδίο. Πρέπει όμως να κατανοούμε ότι, χωρίς στενούς δεσμούς με τα μαζικά κινήματα που αγωνίζονται στους χώρους εργασίας και στους δρόμους, ακόμη και ο πιο συνεπής εκπρόσωπος της εργατικής τάξης δεν μπορεί να πετύχει πολλά μόνο μέσα από το εκλεγμένο αξίωμά του.

Παρά την ανάπτυξή του, το DSA δεν έχει καταφέρει να διατηρήσει τα μαζικά δίκτυα βάσης που δημιουργεί μετά την ολοκλήρωση των εκλογών. Για παράδειγμα, όταν ο Μαμντάνι διεκδικούσε τη δημαρχία της Νέας Υόρκης, είχε στο πλευρό του ένα δίκτυο περισσότερων από 100.000 εθελοντών που προσφέρθηκαν να βοηθήσουν την εκστρατεία του. Οι περισσότεροι από αυτούς δεν έγιναν μέλη του DSA και, καθώς τα δίκτυα αυτά δεν διατηρήθηκαν, οι περισσότεροι εθελοντές επέστρεψαν στην πολιτική αδράνεια ή περιορίστηκαν στην εκλογική δραστηριότητα.

Είναι επίσης γεγονός ότι ακόμη και όταν εκπρόσωποι του DSA καταφέρνουν να εκλεγούν στο Κογκρέσο, βρίσκονται αντιμέτωποι με τις πιέσεις του κατεστημένου των Δημοκρατικών. Οι διορισμοί τους σε διάφορες κοινοβουλευτικές επιτροπές χρησιμοποιούνται ως μέσο περιορισμού της δράσης τους, ώστε να μην μπορούν να προωθήσουν δημοφιλή αιτήματα όπως ο τερματισμός της αμερικανικής βοήθειας προς το Ισραήλ, η καθολική δημόσια υγειονομική περίθαλψη κ.ά.

Δυστυχώς, οι εκπρόσωποι του DSA στηρίζουν συστηματικά το εταιρικό κατεστημένο του κόμματος, για παράδειγμα όταν ψηφίζουν για την εκλογή του προέδρου της Βουλής, ελπίζοντας ότι θα εξασφαλίσουν ανταλλάγματα στο μέλλον. Στην πράξη, όμως, καταλήγουν να εκλέγουν την ηγεσία του κόμματος, η οποία στη συνέχεια τους δεσμεύει πολιτικά και τους περιορίζει για τα επόμενα χρόνια.

Αν αυτή η πρακτική δεν αμφισβητηθεί, είναι πολύ πιθανό να επαναληφθεί σύντομα. Τα περισσότερα εκλεγμένα στελέχη του DSA, συμπεριλαμβανομένου του Ζοχράν Μαμντάνι ως δημάρχου της Νέας Υόρκης, έχουν ήδη υποστηρίξει τον Χακίμ Τζέφρις για τη θέση του προέδρου της Βουλής. Πρόκειται για έναν πολιτικό που είναι ένθερμος αντίπαλος της καθολικής δημόσιας υγειονομικής περίθαλψης και έχει διαχρονικά ταχθεί υπέρ της ενίσχυσης της αμερικανικής στήριξης στους γενοκτονικούς πολέμους και τις πολιτικές του σιωνιστικού κράτους του Ισραήλ.

Σημαντικές δοκιμασίες μπροστά μας

Οι υποψήφιοι του DSA που προέρχονται από τη σοσιαλδημοκρατική Αριστερά και συμμετείχαν σε αυτές τις εκλογές, ιδιαίτερα όσοι εκλέχτηκαν, εξέφρασαν την απαίτηση των Αμερικανών ψηφοφόρων όχι απλώς για μια εναλλακτική στον Τραμπ, αλλά και για μια εναλλακτική απέναντι στη σάπια πολιτική του εταιρικού κατεστημένου του Δημοκρατικού Κόμματος.

Υπάρχει πραγματικός κίνδυνος το DSA, αντί να αμφισβητήσει το εταιρικό κατεστημένο και να αγωνιστεί για μια πραγματική εναλλακτική της εργατικής τάξης, να ενισχύσει τις αυταπάτες ότι το Δημοκρατικό Κόμμα μπορεί με κάποιον τρόπο να χρησιμοποιηθεί ως όχημα για προοδευτικές κοινωνικές αλλαγές.

Ο Έρικ Μπλανκ, στο τελευταίο άρθρο του στο Labor Politics, επισημαίνει σωστά ότι έχουμε εισέλθει σε μια «ασυνήθιστα ρευστή πολιτική συγκυρία, χωρίς έναν έτοιμο οδικό χάρτη».

Υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες για τη δημιουργία και την ανάπτυξη ενός νέου μαζικού σοσιαλιστικού και εργατικού κινήματος που θα μεταμορφώσει τις ΗΠΑ. Το συντριπτικό πλήγμα στο κύρος του Τραμπ και οι σοβαρές υποχωρήσεις της βάσης του MAGA, μπροστά στην άνοδο του οικονομικού λαϊκισμού σε ολόκληρη τη χώρα, το επιβεβαιώνουν.

Θα υπάρξουν σημαντικές ευκαιρίες για την Αριστερά να αναπτυχθεί και να αμφισβητήσει τόσο τους δισεκατομμυριούχους όσο και τους πολιτικούς υπηρέτες τους. Αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνει την παρέμβαση στα συνδικάτα, με στόχο την αντικατάσταση των συντηρητικών συνδικαλιστικών ηγεσιών που υποτάχθηκαν στο καθεστώς Τραμπ, καθώς και την αμφισβήτηση της εταιρικής ολιγαρχίας.

Οι νεοεκλεγμένοι προοδευτικοί βουλευτές αναμφίβολα θα συνδεθούν με την AOC (Alexandria-Ocasio Cortez), την Ιλχάν Ομάρ και άλλα μέλη της λεγόμενης «Ομάδας» (The Squad). Θα έχουν την ευκαιρία όχι μόνο να υπερασπιστούν τα συμφέροντα των εργαζομένων μέσα στο Κογκρέσο, αλλά και να αναδειχθούν σε ηγετικές φυσιογνωμίες σε εθνικό επίπεδο. Μπορούν να αξιοποιήσουν την επιρροή που διαθέτουν σε εκατομμύρια εργαζόμενους και νέους ανθρώπους, οι οποίοι αναζητούν μια ουσιαστική αλλαγή.

Η εκλογή αυτών των υποψηφίων δημιουργεί ευκαιρίες για την οικοδόμηση ισχυρών κινημάτων, τη δοκιμή νέων ιδεών στην πράξη και την προώθηση της πάλης ενάντια στην καπιταλιστική εξουσία. Παράλληλα, μπορεί να ενισχύσει τις ελπίδες και τις προσδοκίες των εργαζομένων και της νεολαίας σε ολόκληρη τη χώρα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ρεφορμιστική πολιτική και οι αυταπάτες που κυριαρχούν σήμερα στην Αριστερά των ΗΠΑ έχουν σοβαρούς περιορισμούς. Ιδιαίτερα προβληματική είναι η αντίληψη ότι το Δημοκρατικό Κόμμα μπορεί να μετατραπεί σε όχημα των εργαζομένων. Το ερώτημα για τους επαναστάτες, όμως, είναι πώς μπορούμε να αναδείξουμε με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο αυτούς τους περιορισμούς, χτίζοντας ταυτόχρονα ένα μαζικό κίνημα εργαζομένων γύρω από συγκεκριμένα αιτήματα.

Μπορούμε και πρέπει να χαιρετίζουμε τα θετικά βήματα της Αριστεράς που ανασυγκροτείται, ακόμη κι αν αυτά γίνονται με ασταθή βήματα, καθώς προσπαθεί να ανακτήσει τις δυνάμεις της μετά από δεκαετίες ηττών. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να διστάζουμε να αμφισβητούμε και να ασκούμε κριτική στα κινήματα και τους ηγέτες τους όταν κάνουν λάθη ή υποχωρούν.

Η εργατική τάξη των ΗΠΑ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τεράστια εμπόδια. Απέναντί της βρίσκεται η καπιταλιστική ολιγαρχία των δισεκατομμυριούχων, ένα εχθρικό Ανώτατο Δικαστήριο, ένα ακροδεξιό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα που θα αναζητήσει την ευκαιρία να πάρει τη ρεβάνς και θα αγωνιστεί με όλες του τις δυνάμεις για τα συμφέροντα των μεγάλων επιχειρήσεων. Και, πάνω απ’ όλα, βρίσκεται αντιμέτωπη με το εταιρικό κατεστημένο των Δημοκρατικών, που επιδιώκει να σώσει έναν αμερικανικό ιμπεριαλισμό σε παρακμή.

Η εντυπωσιακή νίκη απέναντι στον Τραμπ και τις πολιτικές του ρατσισμού, του πολέμου και της αντίδρασης στις 3 Νοεμβρίου μπορεί να αποτελέσει και την αφετηρία για την ανασυγκρότηση της αντίστασης και για το όραμα μιας νέας, σοσιαλιστικής Αμερικής.

Ακολουθήστε το «Ξ» στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία άρθρα μας.

Μπορείτε επίσης να βρείτε αναρτήσεις, φωτογραφίες, γραφικά, βίντεο και ηχητικά μας σε facebook, twitter, instagram, youtube, spotify.

Ενισχύστε οικονομικά το xekinima.org

διαβάστε επίσης:

7,273ΥποστηρικτέςΚάντε Like
990ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,118ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
456ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Επίκαιρες θεματικές

Πρόσφατα άρθρα