Πριν από λίγες εβδομάδες κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Τόπος το βιβλίο του Άρη Καπαράκη «Η Χιλή του Πινοσέτ: Μια Ιστορία από το Μέλλον». Το βιβλίο εξετάζει τους πολιτικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς που οδήγησαν στην κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας και στο πραξικόπημα του 1973, για να εμβαθύνει στη συνέχεια στην πολιτική που επέβαλε η δικτατορία του Αουγκούστο Πινοσέτ. Μέσα από μια εκτενή ιστορική αναδρομή και την παράθεση πλήθους τεκμηρίων, αναδεικνύεται ο ρόλος της Χιλής ως πειραματικού πεδίου για την εφαρμογή ριζικών οικονομικών και πολιτικών αλλαγών, οι οποίες επηρέασαν καθοριστικά την εξέλιξη του νεοφιλελευθερισμού διεθνώς.
Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου και την επικείμενη παρουσίασή του, μιλήσαμε με τον Α. Καπαράκη για το νεοφιλελεύθερο πείραμα της Χιλής και την κληρονομιά του στη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.
Το βιβλίο θα παρουσιαστεί τη Δευτέρα 2 Νοεμβρίου, στις 19.00, στο καφέ Gustav Athens (Χαριλάου Τρικούπη 6-10, στοά Atrium).

- Συνολικά τον εικοστό αιώνα, αλλά ειδικά την περίοδο που μελετάται στο βιβλίο, η Λατινική Αμερική έβριθε από βίαια στρατιωτικά πραξικοπήματα και δικτατορίες. Τι κάνει ξεχωριστή την περίπτωση της Χιλής κατά τη γνώμη σου;
Η Χιλή παρά το γεγονός ότι έμοιαζε αρκετά όσον αφορά την πολιτική, οικονομική και κοινωνική της διάρθρωση με αρκετά κράτη της Λατινικής Αμερικής, άρχισε από τα μέσα του 20ου αιώνα να χαρακτηρίζεται από κάποιες ιδιαιτερότητες που σε αντίθεση με τα περισσότερα γειτονικά κράτη, κατέστησαν δυνατή την πολιτική και εκλογική αντιπροσώπευση χαμηλότερων οικονομικών στρωμάτων. Η περιορισμένη ανάμειξη των Ενόπλων Δυνάμεων στα πολιτικά πράγματα (τελευταίο πραξικόπημα τη δεκαετία του ’30) και η δυνατότητα όλων των πολιτικών δυνάμεων να δραστηριοποιούνται νόμιμα κατέστησε δυνατή τη σταδιακή άνοδο αριστερών πολιτικών δυνάμεων και κυρίως του Σοσιαλιστικού και του Κομμουνιστικού Κόμματος Χιλής, των οποίων οι προγραμματικές αρχές εξέφραζαν τις διεκδικήσεις ενός ανερχόμενου σε κοινωνική και εκλογική δύναμη τμήματος του πληθυσμού από τα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα, το εργατικό και αγροτικό κίνημα. Διατηρήθηκε δηλαδή ένα είδος θεσμικής και πολιτικής συναίνεσης και σταθερότητας εξαιτίας και του γεγονότος ότι το υφιστάμενο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο δεν θεωρούσε ότι απειλείται σοβαρά από τις αριστερές δυνάμεις, πιστεύοντας ότι η νομιμότητα της δράσης τους θα μετρίαζε και εν τέλει θα απορροφούσε την κοινωνική δυσαρέσκεια, αποσοβώντας κοινωνικές συγκρούσεις, επαναστάσεις, εξεγέρσεις και στρατιωτικές επεμβάσεις που αποτελούσαν συχνό φαινόμενο σε πολλά νοτιομερικανικά κράτη τις δεκαετίες του ’50 και του ’60.
Η Αριστερά όμως παρά τις σημαντικές εσωτερικές αντιθέσεις, κατάφερε μέσω εκλογικών συμμαχιών να αποκτήσει αξιόλογη εκλογική και κοινοβουλευτική δύναμη και να αναδειχθεί, τις παραμονές των Προεδρικών Εκλογών του 1970, ως η πολιτική δύναμη που έδειχνε ότι μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα στις νέες κοινωνικές ανάγκες και διεκδικήσεις μίας κοινωνίας που βρισκόταν εδώ και χρόνια σε παραγωγική και κοινωνική μετάβαση. Η μοναδικότητα της Λαϊκής Ενότητας έγκειται στο γεγονός ότι ήταν η πρώτη κυβέρνηση που εξελέγη στο δυτικό ημισφαίριο μέσα από κοινοβουλευτικές διαδικασίες, έχοντας ως προγραμματική της διακήρυξη τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό μέσω των δημοκρατικών θεσμών. Η μοναδικότητα του επερχόμενου πραξικοπήματος του 1973 σχετιζόταν όχι μόνο με την αναμενόμενη καταστολή και διάλυση των εργατικών και λαϊκών οργανώσεων, αλλά και με ένα πρόγραμμα ριζικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας, με την εφαρμογή πολιτικών που αργότερα συνδέθηκαν διεθνώς με τον νεοφιλελευθερισμό.
- Ποιες αλλαγές επέφερε στην μέχρι τότε κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της Χιλής η οικονομική πολιτική που εφάρμοσε η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας του Σαλβαδόρ Αλιέντε;
Η κυβερνητική συμμαχία της Λαϊκής Ενότητας, πιστή στο πρόγραμμα που την έφερε στην εξουσία, επιδίωξε έναν σταδιακό αλλά ριζικό οικονομικό και παραγωγικό μετασχηματισμό που θα υπέτασσε «την οικονομία στην υπηρεσία της κοινωνίας», με στόχο τη βελτίωση της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, τη δικαιότερη αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου και τη διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς. Βασικός πυλώνας της στρατηγικής αυτής ήταν η πρόβλεψη για την κρατικοποίηση των περισσότερων στρατηγικής σημασίας βασικών πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας με την δημιουργία ενός διευρυμένου δημόσιου οικονομικού τομέα, ο οποίος θα περιλάμβανε τις στρατηγικές επιχειρήσεις και θα λειτουργούσε ως μοχλός του ευρύτερου μετασχηματισμού. Παρά τις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε η πολιτική κρατικοποιήσεων, αρκετές στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεις πέρασαν υπό κρατικό έλεγχο, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τη βιομηχανία χαλκού, η οποία αποτελούσε -και εξακολουθεί να αποτελεί- τη ραχοκοκαλιά της χιλιανής οικονομίας. Στον αγροτικό τομέα η αριστερή συμμαχία προώθησε ένα καίριο αίτημα δεκαετιών, επιταχύνοντας σημαντικά την υλοποίηση της αγροτικής μεταρρύθμισης που είχε ψηφιστεί από την προηγούμενη κυβέρνηση αλλά προχωρούσε εξαιρετικά αργά, διευρύνοντας τη διαδικασία απαλλοτρίωσης μεγάλων ιδιοκτησιών και αναδιανομής της γης.
Πέραν της οικονομίας, η Λαϊκή Ενότητα προέβη σε ένα ευρύ πρόγραμμα αναδιανεμητικών πολιτικών και κοινωνικών παροχών με στόχο την μείωση των ανισοτήτων, την βελτίωση του βιοτικού επιπέδου για πλατιά στρώματα του πληθυσμού και τον μετασχηματισμό της παραγωγικής δομής. Σε αυτά τα πλαίσια και παρά την συχνή αντίθεση του αντιπολιτευόμενου κοινοβουλίου, η κυβέρνηση Αγιέντε προχώρησε σε σημαντικές αυξήσεις μισθών και σε σημαντικές παρεμβάσεις για τη διεύρυνση των κοινωνικών δικαιωμάτων και την ενίσχυση των κοινωνικών παροχών. Παρά τις οξείες αντιδράσεις και τα εμπόδια που αντιμετώπιζαν, οι αναδιανεμητικού χαρακτήρα κοινωνικές μεταρρυθμίσεις επέφεραν σημαντική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και δεν είναι τυχαίο ότι ο τομέας της κοινωνικής πολιτικής αποτελούσε έναν από τους λόγους της υψηλής δημοφιλίας της κυβέρνησης. Όπως συνέβη και στο οικονομικό πεδίο όμως, οι πολιτικές αναδιανομής δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν στον επιθυμητό βαθμό, αφενός εξαιτίας του πολυεπίπεδου οικονομικού πολέμου που δέχθηκε η κυβέρνηση, όσο και από την δραματική κλιμάκωση της πολιτικής πόλωσης, ιδίως μετά το 1972.
- Ποιοι ήταν οι βασικοί άξονες του οικονομικού μοντέλου των Chicago Boys [1] και του Πινοσέτ; Πώς αναδιανεμήθηκε ο πλούτος στη Χιλή την περίοδο της δικτατορίας, και ποιο ήταν το κόστος της νέας αυτής οικονομικής πολιτικής για την κοινωνική πλειοψηφία; Θα μπορούσαν τόσο ριζικές οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές να είχαν εφαρμοστεί στη Χιλή εκείνης της περιόδου σε συνθήκες δημοκρατίας;
Το οικονομικό πρόγραμμα των Chicago Boys επιλέχθηκε από την δικτατορία εν μέσω της προσπάθειάς της να αντιμετωπίσει την τεράστια οικονομική κρίση, για την οποία κυρίως υπεύθυνοι ήταν οι εγχώριοι και ξένοι αντιπολιτευόμενοι στην Λαϊκή Ενότητα κύκλοι, μέσω του αδυσώπητου οικονομικού πολέμου που είχαν εξαπολύσει ήδη από το 1970.
Αρχικά, η σημασία του κράτους στο νεοφιλελεύθερο δόγμα δεν μειώθηκε, αλλά αντίθετα αναδιαμορφώθηκε ριζικά. Ο νέος ρόλος του ήταν αυτός του εγγυητή της ισχύος του κεφαλαίου εναντίον της εργασίας, η ανεξέλεγκτη συσσώρευση οικονομικής και πολιτικής ισχύος από μία επιλεγμένη ελίτ με ταυτόχρονη εξασφάλιση της απώλειας διαπραγματευτικής ικανότητας και ελέγχου των αποφάσεων από όλες τις αντιτιθέμενες ομάδες συμφερόντων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο σχεδιασμός της οικονομικής πολιτικής, η οποία αποκτούσε προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων κοινωνικών αξιακών προτεραιοτήτων ασκούταν από μία πανίσχυρη εκτελεστική εξουσία με την βοήθεια μίας μικρής ομάδας εξωθεσμικών παραγόντων που παρουσιάζονταν ως «ειδικοί» και «τεχνοκράτες». Οι οικονομικές αποφάσεις προβάλλονταν ως ουδέτερες και ανεξάρτητες από την όποια πολιτική διαβούλευση και τις όποιες κοινωνικές διεκδικήσεις, τις οποίες η στυγνή καταστολή προσπαθούσε έτσι κι αλλιώς να εξουδετερώσει και να απονευρώσει.
Η υλοποίηση μιας οικονομικής πολιτικής που είχε ως αποκλειστικό σκοπό την εξυπηρέτηση συγκέντρωσης οικονομικής ισχύος από μία πολύ μικρή ελίτ, οδήγησε σε φτωχοποίηση και ραγδαία επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου μεγάλου τμήματος του πληθυσμού. Οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές περιλάμβαναν μεταξύ άλλων μία σειρά αντεργατικών αντιμεταρρυθμίσεων που συμπεριλάμβαναν συμπίεση μισθών, αποδυνάμωση των εργατικών δικαιωμάτων και της διαπραγματευτικής θέσης των εργαζομένων, την ιδιωτικοποίηση των ασφαλιστικών και συνταξιοδοτικών ταμείων και την πρωτοπόρα για την εποχή εμπορευματοποίηση βασικών κοινωνικών παροχών. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, όπως όλες οι μεταρρυθμίσεις της δικτατορίας, είχαν ισχυρότατο ταξικό πρόσημο αφού η δυνατότητα πρόσβασης σε βασικές κοινωνικές παροχές επαφίονταν στην οικονομική κατάσταση των ενδιαφερόμενων.
Προφανώς και ένα οικονομικό πρόγραμμα με τέτοιο κοινωνικό κόστος θα ήταν αδύνατο να υλοποιηθεί τόσο γρήγορα σε μία δημοκρατική κοινωνία, ή ακόμα και σε μία δικτατορία με περισσότερα αντιτιθέμενα κέντρα επιρροής σε σχετική ισχύ, όπως έδειχνε το παράδειγμα της γειτονικής Αργεντινής την ίδια εποχή. Οι ίδιοι οι εμπνευστές του νέου οικονομικού σχεδίου προειδοποιούσαν ότι ένα τέτοιο οικονομικό πρόγραμμα πρέπει να υλοποιηθεί ταχύτατα, να αποτελεί μία «θεραπεία-σοκ» προκειμένου να προλάβει την δεδομένη τεράστια κοινωνική αντίδραση που θα προκαλούσε. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές έπρεπε να δικαιολογηθούν στην κοινωνία μέσω του αφηγήματος της αντιμετώπισης μίας εντελώς έκτακτης και πρωτοφανούς κατάστασης. Η επίκληση της έκτακτης ανάγκης αποδείχθηκε μια ευφυέστατη ιδέα για το μέλλον, ενώ η ονομασία της θεραπείας ήταν αρκούντως επιτυχημένη αν σκεφτεί κανείς το σοκ που υπέστη η χιλιανή κοινωνία, με επιπτώσεις που ακόμα και σήμερα δεν έχουν ξεπεραστεί (αρκεί μία ματιά στις κινητοποιήσεις των τελευταίων ημερών στη χώρα).
- Παρά τη βαθιά οικονομική κρίση που προκάλεσαν οι πολιτικές του Πινοσέτ και το βαρύ κοινωνικό τους κόστος, το οικονομικό μοντέλο της δικτατορίας διατηρήθηκε σε σημαντικό βαθμό και στη μεταπολίτευση. Πώς εξηγείται αυτή η «ανθεκτικότητα»;
Το δικτατορικό καθεστώς της Χιλής αποχώρησε μέσα από μία ελεγχόμενη διαδικασία διαβούλευσης, η οποία κράτησε πάνω από δύο χρόνια. Η χούντα επέτρεψε την επιστροφή στο κοινοβουλευτικό καθεστώς μόνο αφού απέσπασε μία σειρά παραχωρήσεων, μεταξύ των οποίων τον έλεγχο του στρατεύματος, την ασυλία των μελών του καθεστώτος για όσα είχαν διαπράξει από το 1973, αλλά και έχοντας εξασφαλίσει την μακροβιότητα του υφιστάμενου οικονομικού πλαισίου. Με το Σύνταγμα του 1980 ακόμα σε ισχύ και την σημαντική αυτονομία των υπευθύνων χάραξης της οικονομικής πολιτικής κατέστη εξαιρετικά δύσκολη η απόπειρα ριζικών μεταρρυθμίσεων. Ταυτόχρονα, η «υπό όρους» αποχουντοποίηση αποδείχθηκε εξόχως προβληματική ενώ η οικονομική ολιγαρχία διατήρησε τα κεκτημένα της. Μετά από μία 20ετία κεντροαριστερών κυβερνήσεων, των οποίων οι μεταρρυθμίσεις δεν αμφισβήτησαν τις θεμελιώδεις αρχές του οικονομικού μοντέλου, η δεξιά αντιπολίτευση που εγκόλπωνε και υποστηρικτές του καθεστώτος, επανήλθε στην εξουσία. Για όλο αυτό το διάστημα, οι μεγάλοι κύκλοι και συμφέροντα που είχαν διαμορφωθεί επί δικτατορίας, όχι μόνο διατήρησαν την οικονομική υπεροχή, αλλά επέκτειναν και την ιδεολογική τους ηγεμονία μέσα από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, τα οποία σε μεγάλο βαθμό εξωράιζαν την εποχή της χούντας ως μία κακή παρένθεση στην ιστορία της χώρας.
- Διαβάζοντας το βιβλίο, γίνεται σαφές ότι η Χιλή του Πινοσέτ αποτελεί πράγματι «Μια Ιστορία από το Μέλλον», αφού τα οικονομικά και πολιτικά μέτρα της δικτατορίας θυμίζουν έντονα πολιτικές που εφαρμόζονται σήμερα, στην Ελλάδα και διεθνώς. Με ποιο τρόπο επηρέασε το Χιλιανό παράδειγμα τις οικονομικές πολιτικές των επόμενων δεκαετιών;
Η δικτατορία της Χιλής αποτέλεσε ένα «εγχειρίδιο» για τα νεοφιλελεύθερα παραδείγματα πολιτικής. Αυτό που την μετέτρεψε σε σημείο αναφοράς ήταν η εφαρμογή ενός θεωρούμενου ως ακραίου μέχρι τότε ριζοσπαστικού παραδείγματος πολιτικής, που επέβαλλε την εργαλειοποίηση ολόκληρου του θεσμικού και κοινωνικού πλαισίου με στόχο τη διαμόρφωση μιας «ελεύθερης αγοράς», απαλλαγμένης όσο το δυνατόν περισσότερο από τον έλεγχο και τις παρεμβάσεις των κοινωνικών δυνάμεων.
Το παράδειγμα αυτό παραμένει εξαιρετικά ελκυστικό από τους μεγάλους οικονομικούς κύκλους επειδή συνέβαλε καθοριστικά στην απεριόριστη και ανεξάρτητη από τις πολιτικές διεργασίες και τις κοινωνικές διεκδικήσεις συσσώρευση οικονομικής και πολιτικής ισχύος, από μία μικρή στρατιωτικό-οικονομική ελίτ πολύ κοντά στα ανώτερα κλιμάκια της εξουσίας. Επιπλέον, η ανάθεση του σχεδιασμού και των αποφάσεων σε εξωθεσμικούς παράγοντες που παρουσιάζονται ως ειδικοί και τεχνοκράτες κατά το παράδειγμα της Χιλής, δίνει τη δυνατότητα στην εκάστοτε εξουσία να δικαιολογεί τις επιλογές της μέσα από ένα τεχνικό πρίσμα το οποίο παρουσιάζεται ως ανεξάρτητο από τις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες και διεκδικήσεις. Η διαδικασία αυτή βοηθά ταυτόχρονα την πολιτική εξουσία να αποποιείται των ευθυνών της.
Οι πολιτικές της εποχής Πινοτσέτ παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ομοιότητες με πολλά από τα κράτη των ευρωπαϊκών μνημονίων. Σε οικονομικό επίπεδο κάποιες από αυτές είναι η δραστική περικοπή των δημοσίων δαπανών, η ασφυκτική και άτεγκτη νομισματική πολιτική, η στροφή στον χρηματοπιστωτικό τομέα με αθρόα -ενίοτε και κρατική- χρηματοδότηση επιλεγμένων οικονομικών συμφερόντων καθώς και της εισροής ξένου κεφαλαίου, συνήθως με τη μορφή δανεισμού με επαχθέστατους όρους. Σε παραγωγικό επίπεδο, όπως και στην Χιλή, παρατηρείται προνομιακή προτεραιοποίηση συγκεκριμένων τομέων του ιδιωτικού κεφαλαίου έναντι ολόκληρης της υπόλοιπης οικονομίας, η αποβιομηχάνιση και η στροφή στην παροχή υπηρεσιών, η υποβάθμιση και η εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής. Στο ισοζύγιο ισχύος κεφαλαίου-εργασίας, πέραν ενός ατελείωτου επικοινωνιακού πολέμου που ευθυγραμμίζει το κοινωνικό συμφέρον με τις επιδιώξεις των μεγάλων οικονομικών κύκλων και της ασύμμετρης καταστολής με την στρατιωτικοποίηση των σωμάτων ασφαλείας, η ισορροπία μετατοπίζεται συνεχώς υπέρ του πρώτου με αντεργατικές μεταρρυθμίσεις, τη συμπίεση των μισθών, την αποδυνάμωση της εργασιακής ισχύος, την εργαλειοποίηση της ανεργίας και την εμπορευματοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών.
Τέλος, όταν οι οικονομικές αυτές επιλογές και πολιτικές έφεραν μία τεράστια -αν και αναμενόμενη- οικονομική κρίση, σημαντικό μέρος του ιδιωτικού εξωτερικού χρέους μεταφέρθηκε τελικά στο δημόσιο μέσω κρατικών εγγυήσεων και παρεμβάσεων, με το κράτος να παίζει τον ρόλο του διασώστη του μεγάλου ιδιωτικού κεφαλαίου.
- Σήμερα, η ακροδεξιά καταφεύγει τακτικά σε αντισυστημική ρητορική, προβάλλοντας τον εαυτό της ως αντίπαλο των οικονομικών ελίτ και υπερασπιστή της εργατικής τάξης. Η Χιλή του Πινοσέτ, ωστόσο, αποτελεί αποκαλυπτικό παράδειγμα για τις πολιτικές που εφαρμόζουν στην πράξη οι ακροδεξιές δυνάμεις. Τι μας διδάσκει η Χιλιανή εμπειρία για τον κοινωνικό και ταξικό χαρακτήρα της ακροδεξιάς και των δικτατορικών καθεστώτων, και για τα συμφέροντα που εντέλει εξυπηρετούν;
Προφανώς ο φερόμενος ως «αντισυστημικός» λόγος της ακροδεξιάς αποτελεί έναν ευφημισμό, αφού η πολιτική στάση των ακροδεξιών σχηματισμών σε ολόκληρο τον κόσμο, είτε βρίσκονται στην εξουσία, είτε σε κοινοβουλευτικά έδρανα, είτε στους χώρους εργασίας, είτε στον δρόμο, βρίσκεται σε αξιοσημείωτη και συχνά απόλυτη σύγκλιση με την αντίστοιχη δράση όλων των μεγάλων οικονομικών κύκλων που επωφελούνται των νεοφιλελεύθερων πολιτικών επιλογών. Καθόλου τυχαία, η μεγάλη άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη παρατηρείται παράλληλα με την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού ιδίως μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008-09.
Όπως είχε δείξει και το παράδειγμα της Χιλής, είναι αδύνατη η υλοποίηση τέτοιων ακραίων οικονομικών μέτρων σε συνθήκες ομαλής λειτουργίας των -έστω και προβληματικών- κοινοβουλευτικών δημοκρατικών συστημάτων, όπου οι πολιτικές και οι κοινωνικές δυνάμεις είναι σε θέση να ελέγξουν, να εποπτεύσουν και να αντιταχθούν σε δεδομένες πολιτικές αποφάσεις.
Έτσι εξηγείται άλλωστε σε μεγάλο βαθμό και η αλματώδης αύξηση της καταστολής, η στρατιωτικοποίηση των σωμάτων ασφαλείας, η σαφής υποχώρηση της κοινοβουλευτικής εξουσίας και η προσπάθεια υπαγωγής της δικαστικής σε μία διαρκώς ισχυροποιούμενη εκτελεστική εξουσία. Όταν όμως όλο αυτό το σύστημα δεν μπορεί να κάμψει τις κοινωνικές αντιδράσεις, το επόμενο βήμα, όπως έδειξε η εμπειρία της Χιλής και της Νότιας Αμερικής, μπορεί να είναι η συνταγματική εκτροπή. Οι Ένοπλες Δυνάμεις ως σπονδυλική στήλη του αστικού κράτους, απαλλαγμένες από θεσμικούς περιορισμούς, χρησιμοποιούν τη στυγνή καταστολή για την ανεξέλεγκτη συγκέντρωση οικονομικού και πολιτικού κεφαλαίου και την καταστολή των εργατικών και κοινωνικών αντιστάσεων και διεκδικήσεων. Η επικράτηση δικτατορικών καθεστώτων στη Νότια Αμερική τη δεκαετία του ’70, παρά τις όποιες διαφοροποιήσεις τους, αποτελεί έναν σημαντικό λόγο επικράτησης του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος πολύ πριν την Ευρώπη και άλλα σημεία του πλανήτη, αποτυπώνοντας και το ταξικό τους πρόσημο.
Η ακροδεξιά χρησιμοποιεί ένα ομολογουμένως επιτυχημένο τρόπο πειθάρχησης του κοινού της κατευθύνοντας την οργή και την απογοήτευση μεγάλων τμημάτων των σύγχρονων κοινωνιών εναντίον συγκεκριμένων «στόχων», οι οποίοι πάντα αποτελούν κάποια ευάλωτη, την δεδομένη χρονική στιγμή, ομάδα. Μέσω υπεραπλουστευμένων σχημάτων, που συχνά εμπεριέχουν άλματα λογικής και βαθιά ιστορική και κοινωνική άγνοια, δημιουργεί ένα εύκολο αφήγημα που προστατεύει το υφιστάμενο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο από την κοινωνική δυσαρέσκεια και αντίδραση.
Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνει έναν πυρηνικό στόχο του υφιστάμενου πολιτικού κατεστημένου, την δημιουργία κοινωνικών αυτοματισμών και την ανακατεύθυνση της δυσαρέσκειας και της οργής προς εχθρούς που δήθεν επιβουλεύονται τις παραδοσιακές αξιακές αρχές, όπως το έθνος, την πατριαρχία, την οικογένεια, την κοινωνική και πολιτιστική ομοιογένεια, αλλά σχεδόν ποτέ προς την υφιστάμενη ταξική ιεραρχία και το οικονομικό σύστημα. Για τους οπαδούς του καθεστώτος Πινοτσέτ ο εσωτερικός εχθρός του έθνους ήταν ο κομμουνιστής, ο σοσιαλιστής, ο άθεος και ποτέ το μεγάλο οικονομικό κεφάλαιο που τους απομυζούσε. Όπως είναι σήμερα αντίστοιχα στην Ευρώπη ο ξένος, ο μετανάστης, ο μουσουλμάνος, ο ομοφυλόφιλος, ο οποιοσδήποτε αμφισβητεί τα εθνικά, πολιτισμικά και ηθικά ταυτοτικά αφηγήματα που επιβάλλουν τα κορπορατικά ΜΜΕ και τα ελεγχόμενα από μεγιστάνες social media.


![[ΒΙΝΤΕΟ] Παρουσίαση θέσεων και εκλογικής πρότασης της Πρωτοβουλίας για μια Νέα Ενωτική και Ανατρεπτική Αριστερά](https://xekinima.org/wp-content/uploads/2026/10/856325005_1543330837835168_2617246691707503068_n-100x70.jpg)









