Συνεργασίες αναγνωστών: Ριζοσπαστική αντιμετώπιση της μαζικής ανεργίας

Του Ανέστη Ταρπάγκου, μέλους της προσωρινής διοίκησης του Σωματείου Μισθωτών Τεχνικών Μακεδονίας και του Συντονιστικού ΣΥΡΙΖΑ Θεσ/κης*

Τα στοιχεία αναφορικά με την εξέλιξη της ανεργίας που έχουν έρθει στην επιφάνεια τις τελευταίες μέρες είναι περισσότερο από εύγλωτα για την αλματώδη ανάπτυξή της στην τελευταία χρονιά της ανάδειξης της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης, δημιουργώντας μια εξαιρετικά εφιαλτική εικόνα για την απασχόληση του κόσμου της μισθωτής εργασίας : Τον Οκτώβριο του 2009 καταγράφονται στις λίστες ανεργίας του ΟΑΕΔ 614 χιλιάδες άνεργοι από 399 χιλιάδες που ήταν τον Οκτώβριο του 2008, σημειώνοντας αύξηση της τάξης του 217%. Στις αρχές του τρέχοντος μήνα Νοεμβρίου αυξάνονται παραπέρα στις 639 χιλιάδες, ενώ μέχρι το τέλος του 2009 προβλέπεται να φτάσουν προσεγγιστικά τις 700 χιλιάδες, τη στιγμή που για το 2010 δεν αποκλείεται ο αριθμός των ανέργων να φτάσει τις 800 χιλιάδες. Μ’ άλλες λέξεις η σημερινή κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, της καπιταλιστικής οικονομίας επιφέρει μέσα σε μια διετία (2008 – 2010) την εκτίναξη του ποσοστού της ανεργίας από το 8,5% στο 13% (που με τον συνυπολογισμό των άδηλων μορφών της φτάνει στο 15%).

Είναι φανερό ότι το λαϊκό εργατικό κίνημα βρίσκεται μπροστά σε μια μαζική καταστροφή δυνάμεων της ζωντανής εργασίας με τραγικές επιπτώσεις στους όρους αναπαραγωγής της εργατικής τάξης, πράγμα που χρησιμοποιείται κατά τρόπο ωμό, δια μέσου της παραλυτικής πίεσης του εφεδρικού στρατού των ανέργων προς τον ενεργό εργαζόμενο κόσμο, για παραπέρα περιορισμό των όποιων μισθολογικών του διεκδικήσεων, και κυρίως για την σε βάθος απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων (μαζική επέκταση της «ελαστασφάλειας» τις ρυθμίσεις της οποίας επεξεργάστηκε η Επιτροπή Ι. Κουκιάδη στις αρχές του 2008 για λογαριασμό της Φ. Π. Πετραλιά και σχεδιάζει να επικαιροποιήσει ο σημερινός υπουργός εργασίας του ΠΑΣΟΚ Α. Λοβέρδος).

Ωστόσο η εικόνα της «κατάρρευσης» δεν αφορά τόσο την καπιταλιστική οικονομία όσο αφορά τις καταστρεπτικές συνέπειες της κρίσης της στον κόσμο των μισθωτών εργαζομένων. Κι’ αυτό γιατί μπορεί η βιομηχανική, κατασκευαστική, τουριστική κλπ. δραστηριότητες να έχουν εμφανίσει μιαν ορισμένη υποχώρηση, μπορεί ο κύκλος εργασιών των ιδιωτικών επιχειρήσεων να εμφανίζει μια σχετική μείωση της τάξης του 13,5% μεταξύ 2008 – 09, ωστόσο όμως η κερδοφορία του σημερινού ελληνικού καπιταλισμού, τουλάχιστον όσον αφορά τις 280 μεγάλες επιχειρήσεις του ΧΑΑ, διατηρείται σε επαρκή επίπεδα υπεραξίωσης των κεφαλαίων τους. Άλλωστε, και κατά την περίοδο της αλματώδους συσσώρευσης και κερδοφορίας του κεφαλαίου (1996 – 2007), που καταγράφηκε μετά το ξεπέρασμα της κρίσης κεφαλαιακής υπερσυσσώρευσης, κατά τη διάρκεια της οποίας το ΑΕΠ αυξάνονταν με τους υψηλότερους ρυθμούς σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίας (3%-4%), εκλύονταν υψηλά ποσοστά ανεργίας που έφταναν στο μεταίχμιο του 2000 το 12% του συνολικού εργατικού δυναμικού, γεγονός που καταδεικνύει ότι και σε περιόδους ανάπτυξης και σε φάσεις ύφεσης (με διαφορετικούς κάθε φορά όρους), η διατήρηση της ανεργίας σε υψηλά επίπεδα είναι περισσότερο προϊόν του συσχετισμού των ταξικών δυνάμεων, και λιγότερο ένα ουδέτερο μέγεθος των οικονομικών εξελίξεων.

Έτσι, άλλοτε επιστρατεύονται οι μαζικοί τεχνολογικοί εκσυγχρονισμοί και επενδύσεις παγίου κεφαλαίου που αντικαθιστούν ζωντανή με νεκρή εργασία, σε άλλες περιπτώσεις επιβάλλεται μια άκρατη παραγωγική εντατικοποίηση του εργατικού δυναμικού, άλλοτε οι μορφές υποαπασχόλησης και ταυτόχρονης υπεραπασχόλησης μεγάλων τμημάτων της μισθωτής εργασίας (23,5% των εργαζομένων υποαπασχολούνται ενώ 21,5% των απασχολουμένων υπεραπασχολούνται για το 2008), ενώ στην τρέχουσα συγκυρία, πέραν αυτών των παραγόντων λειτουργούν και οι αναδιαρθρωτικές συνέπειες της κρίσης (καταστροφή παραγωγικών μονάδων με χαμηλή ανταγωνιστικότητα και θέση στην αγορά έναντι της ενίσχυσης μεγάλων επιχειρήσεων με υψηλή παραγωγικότητα και ηγεμονική θέση στους οικονομικούς κλάδους).

Σε κάθε περίπτωση, ενώ το «ισοζύγιο» της οικονομικής κρίσης καταγράφεται αρνητικό για την εργατική τάξη (τάση σχεδόν διπλασιασμού του ποσοστού της ανεργίας μέσα σε μια διετία, αύξηση της έμμεσης φορολόγησης για την περιστολή των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, περικοπή των δημοσίων δαπανών κοινωνικού χαρακτήρα, μακροχρόνια εισοδηματική καθήλωση κ.ά.), κάθε άλλο παρά το ίδιο ισχύει για τον κόσμο της αστικής τάξης, για τους ιδιώτες επιχειρηματίες. Απεναντίας σ’ αυτή την περίπτωση, και ακριβώς προκειμένου ο ελληνικός καπιταλισμός και το τραπεζικό σύστημα να αντιμετωπίσουν τις δυσμενείς επιπτώσεις της κρίσης, το ελληνικό αστικό κράτος πέραν των 28 δισεκατ.. ευρώ που χορήγησε για την στήριξη των τραπεζών, χορήγησε ταυτόχρονα στην τελευταία χρονιά επιπρόσθετα άλλα 22 δισεκατ. ευρώ στις μεγάλες επιχειρήσεις με τη μορφή επενδυτικών επιδοτήσεων, συμπράξεων δημόσιου – ιδιωτικού τομέα, ενισχύσεων στήριξης της απασχόλησης κλπ., με σκοπό την συγκράτηση των κρίσιμων οικονομικών επιχειρηματικών μεγεθών.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η τάση εκτίναξης της ανεργίας από το 8,5% στο 13% συνοδεύεται από την  διατήρηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας σε ικανοποιητικά επίπεδα, και πάντως σε καμία περίπτωση δεν παρουσιάζεται ένα συνολικά ζημιογόνο αποτέλεσμα. Έτσι, ήδη εδώ και μια 10ετία (από το 1999) η καθαρή κερδοφορία των επιχειρήσεων φτάνει τα 11,1 δισεκατ. ευρώ, για να διατηρηθεί έκτοτε σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, με ετήσιες προφανώς διακυμάνσεις, και να φτάσει το 2007 (τελευταία χρονιά πριν την εκδήλωση της κεφαλαιοκρατικής κρίσης) στα 21,1 δισεκατ. ευρώ (επιχειρήσεις + τράπεζες), ενώ για την κρίσιμη χρονιά του 2008 (και μόνον σ’ ό,τι αφορά τους  200 περισσότερο κερδοφόρους ομίλους + τις τράπεζες), έχει σχετικά μειωθεί στα 16,1 δισεκατ. ευρώ. Μ’ άλλες λέξεις, ενώ το ποσοστό των καπιταλιστικών κερδών είχε φτάσει στο μεταίχμιο του 2000 στο 9% του ΑΕΠ της χώρας, και αφού μειώθηκε στο 5% τη διετία 2004 – 05, συνεχίζει και σήμερα να φτάνει στο 8%. Άλλωστε, και στη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2009 τα λειτουργικά κέρδη μόνον των επιχειρήσεων που είναι εισηγμένες στο ΧΑΑ έφτασαν τα 5,5 δισεκατ. ευρώ παρουσιάζοντας μια ανεπαίσθητη κάμψη έναντι του πρώτου εξαμήνου του 2008.

Και δεν αρκούν μόνον αυτά για να γίνει αντιληπτή η ταξική φύση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης : Ο αστικός επιχειρηματικός κόσμος χρησιμοποιεί ακριβώς την μαζική ανεργία που ο ίδιος δημιουργεί, προκειμένου να παραφθείρει ακόμη περισσότερο τους όρους αναπαραγωγής της μισθωτής εργασίας. Έτσι εμφανίζεται να «προθυμοποιείται» να συμβάλει στην «αντιμετώπιση» της μάστιγας της ανεργίας, κατά έναν τρόπο εντελώς περιθωριακό, απαιτώντας καινούρια κοινωνικά ανταλλάγματα από τους εργαζόμενους και το κράτος (το οποίο θα τα μετακυλίσει προφανώς στην εργατική τάξη δια μέσου της έμμεσης φορολογίας) : Επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών των νεοπροσλαμβανομένων, μείωση του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας, επέκταση των συμβάσεων μαθητείας στον ιδιωτικό τομέα, πρόσθετα φορολογικά κίνητρα κ.ά.

Το ελληνικό αριστερό κίνημα έχει θέσει το πρωταρχικό κοινωνικό ζήτημα της αλματώδους αύξησης της ανεργίας στο πολιτικό του επίκεντρο, με τη Ριζοσπαστική Αριστερά να το έχει αναδείξει ως ζήτημα πολιτικής προτεραιότητας, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ ανέδειξε στην προεκλογική του παρέμβαση την ζωτική αναγκαιότητα μαζικής δημιουργίας θέσεων εργασίας στους κοινωνικούς παραγωγικούς και αναπαραγωγικούς τομείς (εκπαίδευσης, υγείας, οικολογικής προστασίας, κοινωνικών υποδομών κλπ.), με την πρόβλεψη της χρηματοδότησής τους από την αύξηση της φορολογίας της κερδοφορίας των επιχειρήσεων που διατηρείται σε υψηλά επίπεδα. Αν αυτή η επιδίωξη αφορά την προοπτική μιας εναλλακτικής αριστερής κυβερνητικής εξουσίας, και στο βαθμό που δεν υφίστανται σήμερα οι πολιτικοί, εκλογικοί και ταξικοί συσχετισμοί για την εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής απασχόλησης του εργατικού δυναμικού, τότε η μόνη δυνατότητα για να συμβάλει η ελληνική Αριστερά και το ταξικό εργατικό κίνημα σε μια μεταβατική κατεύθυνση άμβλυνσης των ολέθριων συνεπειών της ανεργίας (στα πλαίσια μιας πολιτικής ριζοσπαστικής κοινωνικής αντιπολίτευσης) δεν είναι άλλη από την μαχητική πολιτική συνδικαλιστική διεκδίκηση της αύξησης των επιδομάτων ανεργίας στο 80% των συμβατικά – πραγματικά καταβαλλομένων μισθών (και όχι του κατώτατου μισθού της ΕΓΣΣΕ) για όσο διάστημα διαρκεί η ανεργία, και ταυτόχρονα το 7ωρο – 5μερο – 35ωρο χωρίς μείωση των αποδοχών. Είναι ο μόνος τρόπος για να αλλάξουν οι κοινωνικοί συσχετισμοί, να αναγκαστεί το κεφάλαιο να καταβάλλει το κοινωνικό κόστος της ανεργίας, και να διαμορφωθούν όροι μαζικής απασχόλησης του εργατικού δυναμικού.

(*)Εισήγηση του Α. Ταρπάγκου στο Συντονιστικό Θεσσαλονίκης και Εργασιακών του ΣΥΡΙΖΑ τον Νοέμβρη του 2009

7,137ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,105ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
407ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής