Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας – Νέα δεδομένα και σκέψεις για τη νέα πραγματικότητα

Νικολέττα Κατσαρή,

(Ανοικτή Συνέλευση Υπαλλήλων, ΑΣΥ, στο υπουργείο Εργασίας)


Ως ορόσημο για τις νέες αλλαγές στα εργασιακά τίθεται η ημερομηνία 14-8-2011. Αυτή η ημερομηνία είναι η πρώτη ημέρα του εξαμήνου, που θέτει ως σημείο αναφοράς η ΠΥΣ 6/12.

Όσες ΣΣΕ και ΔΑ έχουν λήξει ή καταγγελθεί πριν από αυτήν την ημερομηνία (14-8-2011) δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ΠΥΣ 6/12 και της ερμηνευτικής αυτής εγκυκλίου (ΑΠ: 4601/304/12-3-2012, για το πλήρες κείμενο απλώς πατήστε σε μια μηχανή αναζήτησης του διαδικτύου τον κωδικό ΑΔΑ: Β44ΘΛ-8ΔΠ). Αυτό σημαίνει ότι για τις ΣΣΕ και ΔΑ αυτής της περίπτωσης ίσχυσαν οι διατάξεις του προηγούμενου νόμου (Ν. 1876/90) ο οποίος όριζε με απλά λόγια ότι η κάθε μία από τις ΣΣΕ θα είχε μια περίοδο παράτασης έξι μηνών και μετά την τελευταία ημέρα παρόδου του εξαμήνου όλοι οι όροι των συλλογικών συμβάσεων εξακολουθούν να ισχύουν για τους εργαζόμενους που τις πρόλαβαν. Αυτοί οι όροι διατηρούνταν στο ακέραιο και οποιαδήποτε τροποποίησή τους προϋποθέτει εκ νέου ατομική σύμβαση, δηλαδή δεν μπορεί σε καμία περίπτωση ο εργοδότης να αγγίξει μονομερώς τις αμοιβές του εργαζομένου, παρά μόνο αν συμφωνήσει ο εργαζόμενος σε μείωση μισθού.

Δεύτερη περίπτωση είναι οι ΣΣΕ που έληξαν ή καταγγέλθηκαν από 14-8-2011 έως και 14-2-2012. Όλες αυτές οι ΣΣΕ εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ΠΥΣ 6/2012. Αυτές όλες παίρνουν τρίμηνη πλέον παράταση και οι όροι τους ισχύουν μέχρι 14-5-2012. Μετά από αυτήν την ημερομηνία – και εδώ είναι η μεγάλη αλλαγή- δεν διατηρούνται όλοι οι όροι που είχε προλάβει ο εργαζόμενος μέσα στη ΣΣΕ, αλλά μόνο ο βασικός μισθός όπως οριζόταν από τη ΣΣΕ, όπως είχε διαμορφωθεί την τελευταία μέρα της τρίμηνης παράτασης, και τα επιδόματα τέκνων, σπουδών, επικίνδυνο και ωρίμανσης.

Η τρίτη κατηγορία ΣΣΕ είναι αυτές που λήγουν ή καταγγέλλονται μετά τις 14-2-2012. Για όλες αυτές μετράμε ένα τρίμηνο ακόμη, για το οποίο ισχύουν κανονικά, και μετά ισχύει ότι ισχύει και για τις ΣΣΕ της δεύτερης περίπτωσης.

Επισημαίνουμε ακόμη ότι μετά τη λήξη της παράτασης των ΣΣΕ, όλων των περιπτώσεων, ο εργοδότης μπορεί να ζητήσει υπογραφή νέας ατομικής σύμβασης ακόμη και στα όρια της ΕΓΣΣΕ, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τα πολύ χαμηλά ποσά. Ο εργαζόμενος αν δεν δεχτεί μπορεί να απολυθεί με όλα τα δικαιώματα αποζημίωσης, η άρνησή του δεν θεωρείται οικειοθελής αποχώρηση. Στο σημείο αυτό ο εργαζόμενος θα πρέπει να είναι προσεκτικός να μην τού γίνει σύσταση για παράλειψη των εργασιακών του καθηκόντων, διότι η επανάληψη συστάσεων θα διασφαλίσει τον εργοδότη ώστε να μη δώσει αποζημίωση.

Σημειώνουμε ότι η αυτόματη μείωση του 22% αφορούσε μόνο εργαζόμενους που υπάγονταν ήδη στην ΕΓΣΣΕ και όχι για άλλους εργαζομένους που αμείβονται βάσει κάποιας ΣΣΕ ή που αμείβονται βάσει ατομικών συμβάσεων εργασίας με σταθερά ποσά. Οι ατομικές συμβάσεις εργασίας, όταν δεν συμβαδίζουν με ΣΣΕ λόγω έλλειψης των προϋποθέσεων του νόμου ή λόγω συμφωνίας για σταθερή ευνοϊκότερη αμοιβή από αυτήν που προβλέπει η ΣΣΕ, δεν μπορούν να θιχτούν.

Πολλά από αυτά που βιώνουμε τώρα δεν απορρέουν από τους νέους νόμους, αλλά από την ενεργοποίηση των διατάξεων του Ν. 1876/90, δηλαδή έναν νόμο ψηφισμένο 20 χρόνια πριν.

Η μεγαλύτερη αλλαγή που ήρθε στα εργασιακά και ουσιαστικά ενεργοποίησε αυτές τις «ανενεργές» διατάξεις του παλαιού νόμου, κατά την άποψή μου, έγινε με το Ν. 4024/11 στο άρθρο 37, που έπληξε το θεσμό της επέκτασης, ουσιαστικά καταργώντας τον. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πληγή στον εργασιακό κόσμο. Κι αυτό επειδή από την πρώτη ημέρα ισχύος του Ν. 1876/1990 οι ΣΣΕ και οι ΔΑ ίσχυαν μόνο –όπως ήταν άλλωστε φυσικό- για αυτούς που υπέγραφαν τη ΣΣΕ ή τη ΔΑ, δηλαδή για τα μέλη των σωματείων που υπέγραφαν τις συμβάσεις. Η μοναδική δυνατότητα να ισχύσει μια ΣΣΕ για όλον τον κλάδο (ή για το σύνολο των επαγγελματιών μιας ειδικότητας- ομοιοεπαγγελματική ΣΣΕ ή ΔΑ) ήταν να ενεργοποιηθεί ο θεσμός της επέκτασης. Η επέκταση των ΣΣΕ, ή κήρυξη μιας ΣΣΕ ως γενικά υποχρεωτική, σημαίνει ότι, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις και μετά από αίτηση σωματείων, η εφαρμογή μιας ΣΣΕ καθίσταται υποχρεωτική με μια απόφαση Υπουργού και για εργοδότες και εργαζομένους, που δεν είναι μέλη των εργοδοτικών οργανώσεων και των σωματείων των εργαζομένων, τα οποία υπέγραψαν αυτή τη ΣΣΕ. Αυτή ακριβώς ήταν η μεγάλη ασφαλιστική δικλείδα για τους εργαζόμενους της χώρας.

Τα οφέλη από την επέκταση των ΣΣΕ και την κήρυξή τους ως γενικά υποχρεωτικές ήταν πολλά και για τους μεγαλοεπιχειρηματίες, αφού πλέον και ο μικροεπιχειρηματίας όφειλε να δίνει τις ίδιες αμοιβές στο προσωπικό του και να μην έχει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, αλλά και τους εργαζομένους που αμείβονταν το ίδιο για όμοια προσφορά στον κλάδο.

Βέβαια η κατά σειρά ετών αβίαστη χρήση του ευεργετικού αυτού θεσμού είχε μακροχρόνια καταστρεπτικά αποτελέσματα για τον υγιή συνδικαλισμό. Και αυτό επειδή οι εργαζόμενοι ήταν για τόσα πολλά χρόνια επαναπαυμένοι σε μια πλάνη. Πλάνη ότι η υπαγωγή τους και μόνο σε κάποιον κλάδο τούς εξασφαλίζει τα προνόμια των κλαδικών ΣΣΕ. Από την άλλη και οι εργοδότες είχαν υποπέσει στην ίδια πλάνη. Πλάνη που διαπιστώνουν σήμερα και θεωρούν ότι έχουν το δικαίωμα, επειδή πλανήθηκαν, να κόψουν τον μισθό του καθενός εργαζομένου σχεδόν εκδικητικά, αδιαφορώντας παντελώς για το πλήγμα που θα φέρουν στον οικογενειακό προϋπολογισμό αυτών με τους οποίους συνεργάζονταν επί σειρά ετών.

Ο συνδικαλισμός ασκήθηκε μέσα από γραφεία ηγεσιών και υπουργών, έχασε το νόημα της διεκδίκησης. Κανείς πλέον δεν γραφόταν στα σωματεία, οι ηγεσίες των σωματείων εκλέγονταν από την περιορισμένη βάση τους και ο κομματικός χαρακτήρας ήταν πάνω από το συνολικό συμφέρον.

Με αυτόν τον τρόπο φτάσαμε στην εξασθένηση του συνδικαλισμού και στην αδρανοποίηση της εν δυνάμει βάσης των σωματείων. Ό,τι σου δίνουν εύκολα, στο παίρνουν ακόμη πιο εύκολα. Έτσι και έγινε. Η σημερινή κατάσταση γεννήθηκε χρόνια πριν και τώρα ενηλικιώνεται.

Ο νομοθέτης, με το Ν. 4024/11, στο άρθρο 37 προχωρά ακόμη παραπέρα και δίνει τη δυνατότητα ίδρυσης της περίφημης «Ένωσης Προσώπων». Αυτό το συνδικαλιστικό μόρφωμα αναπτύσσεται μέσα σε τέτοιες δομές και οικονομικές καταστάσεις που καμία σχέση δεν έχει με διεκδικητικό πλαίσιο και απλώς συμφωνεί στην ισοπέδωση των αμοιβών, που προτείνει ο εργοδότης στο όνομα της επιβίωσης της εταιρείας του.

Αυτά είναι τα αποτελέσματα της απομόνωσης και της νοοτροπίας «ο καθένας για την πάρτη του». Μια νοοτροπία που πρέπει να πάψει, μιας που είναι σαφές ότι η ατομική διαπραγμάτευση με τον εργοδότη μπορεί εύκολα να γίνει εκβιασμός από πλευράς του, του τύπου «ή δέχεσαι ή φεύγεις».

Γνωρίζοντας απόλυτα τη δυσμένεια που έχουμε υποπέσει όλοι οι μισθωτοί της χώρας και έχοντας καθημερινή επαφή με αυτήν, μπορεί ο οποιοσδήποτε να καταλάβει ότι ο λόγος που είναι τόσο δύσκολο να νικήσει ο εργαζόμενος κόσμος είναι γιατί δεν υπάρχει συλλογική αντίσταση. Οι ιδιωτικοί υπάλληλοι στην συντριπτική πλειονότητά τους αμέλησαν τη συνδικαλιστική τους δράση και μάλιστα όλοι οι εργαζόμενοι βρήκαν μια πολύ ωραία δικαιολογία για αυτό, αλλά και για να μην συμμετέχουν σε πορείες: «Είναι όλοι πουλημένοι». Και πίσω από αυτό κανείς δεν ήθελε να καταλάβει ότι με τη μη συμμετοχή έδινε τα δικαιώματά του βορά σε αυτούς τους πουλημένους. Ήρθε καιρός για οργάνωση από τη βάση. Οργάνωση χωρίς επανάπαυση στα χέρια κάποιου «σοφού» αντιπροσώπου.

Κοινώς και σε απλά ελληνικά: Η τύχη του μεριδίου του κοινωνικού πλούτου που θα πάρει ο καθένας μας βρίσκεται αποκλειστικά και τώρα περισσότερο από ποτέ στα χέρια μας. Οι εργαζόμενοι όλων των δημόσιων υπηρεσιών, όλων των ιδιωτικών γραφείων, όλων των χωραφιών, όλων των εργοστασίων είμαστε οι περισσότερο υπεύθυνοι για την τύχη μας. Ας το αντιληφθούμε τώρα περισσότερο από ποτέ. Η μεμονωμένη αντίσταση είναι το πρώτο στάδιο νίκης. Όμως αν αρκεστούμε ως εργαζόμενοι σε αυτό, είναι σίγουρο ότι στο επόμενο στάδιο θα χάσουμε. Πρώτα από όλα θα χάσουμε τη δουλειά μας, αλλά κυρίως και πάνω από όλα, θα χάσουμε τη συλλογική ευκαιρία τελικής νίκης, μέσα από το απογοητευτικό παράδειγμα που θα δώσει η απόλυσή μας στους υπόλοιπους.

Χρειάζεται επιμονή, σταθερότητα στις απόψεις μας, έκφραση αυτών των απόψεων όσο πιο ευρέως γίνεται, σθεναρός αντίλογος στον παραλογισμό της εργοδοσίας στον ιδιωτικό τομέα και της πολιτικής ηγεσίας στον δημόσιο τομέα. Χρειάζεται η ενότητα. Είναι τώρα ο καιρός, ο πιο κατάλληλος καιρός, και η ανάγκη γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ για οργάνωση στο χώρο εργασίας. Για να κινητοποιηθούν ή ακόμη και να ανατραπούν οι αρχισυνδικαλιστές που αδρανούν προκλητικά απέναντι στην επίθεση που δεχόμαστε. Οργάνωση στα πρωτοβάθμια σωματεία, συμμετοχή για να μπορέσουμε να πείσουμε για την ορθότητα των απόψεών μας, για να γίνει η ατομική οργή μας, η ατομική αγωνιστική μας διάθεση, συνολική δράση εναντίον των κερδοσκοπικών συμφερόντων.

Μην ξεγελιέστε! Το να έχεις εργασία δεν είναι το παν. Το παν είναι να έχεις αξιοπρεπή εργασία. Το παν είναι να μην εξαθλιώνεσαι. Το παν είναι να εξουδετερώνεις την εκμετάλλευση από τον εργοδότη.

Δεν χωρά συναισθηματισμός. Δεν χωρούν φόβοι. Είναι απλή λογική. Είναι μετρημένα κουκιά, είναι ανάλγητη μαθηματική ακρίβεια. Αν δεν οργανώσουμε τις δυνάμεις μας, αν δεν βγούμε πλέον συντεταγμένα θα γίνουμε χειρότεροι σκλάβοι απ’ ότι ήδη είμαστε. Αυτήν την ψυχρή λογική πρέπει να επιστρατεύσουμε, αυτήν που δεν μπορεί να μας επιτρέψει να χαντακωθούμε, αυτήν που αδρανοποιήθηκε τόσα πολλά χρόνια και που η έλλειψή της μας έκανε να στραφούμε ο ένας εναντίον του άλλου.

7,130ΥποστηρικτέςΚάντε Like
591ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,114ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
393ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής