Και πάλι για τη στάση απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών

(Με αφορμή μια «περίεργη» δήλωση του Ερντογάν)

Δημοσιεύουμε άρθρο που μας έστειλε ο φίλος του «Ξ» σ. Χρήστος Κεφαλής, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Μαρξιστική Σκέψη».

Οι κλασικοί του μαρξισμού υπογράμμιζαν διαρκώς την ανάγκη να παρακολουθούμε προσεκτικά τις τοποθετήσεις των αστών πολιτικών και δημοσιολόγων για τα τρέχοντα και μακροχρόνια πολιτικά ζητήματα. Ο λόγος είναι ότι στις δηλώσεις αυτές αποτυπώνονται οι κατευθύνσεις της αστικής πολιτικής, οι στόχοι της σε μια συγκεκριμένη περίοδο, που δεν είναι ποτέ ομοιογενείς, αλλά εκφράζουν τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις διαφόρων, συχνά συγκρουόμενων πτερύγων και ομάδων της αστικής τάξης. Ο αγώνας για το σοσιαλισμό δεν διεξάγεται πάνω σε «καθαρές γραμμές», βάσει των οποίων η κάθε τάξη υποστηρίζει τη γενική προοπτική της –οι αστοί τον καπιταλισμό, οι εργάτες το σοσιαλισμό και οι μικροαστοί κάτι ανάμεσα στα δύο– αλλά κρυσταλλώνεται πάντα σε συγκεκριμένα διακυβεύματα και εναλλακτικές, στα οποία διαθλάται ιδιόμορφα η γενική ιστορική επιλογή. Ο τρόπος που γίνεται αυτό δεν είναι άμεσα προφανής και η μαρξιστική πολιτική πρέπει να θεμελιώνεται σε μια διαλεκτική, συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, ώστε να προσαρμόζεται στις στροφές και τα ζιγκ-ζαγκ της ταξικής πάλης. Αυτό περιλαμβάνει συχνά την ανάγκη εκμετάλλευσης των ενδο-αστικών αντιθέσεων μέσω συμβιβασμών και συμμαχιών με ενδιάμεσες πολιτικές δυνάμεις, που η στάση τους μπορεί, παρά τη γενική αντιδραστική προοπτική τους, να είναι προωθητική σε κάποιο επιμέρους ζήτημα. Έχοντας αυτές τις γενικές αλήθειες κατά νου, ο Λένιν, ο οποίος τις υπογράμμισε πιο επίμονα από όλους τους μαρξιστές στην μπροσούρα του για τον Αριστερισμό, έδωσε στα έργα του υποδειγματικές αναλύσεις δηλώσεων αστών παραγόντων, που εκτιμούσαν με οξύνοια τις εξελίξεις και τις μελλοντικές τάσεις από τη σκοπιά των κυρίαρχων τάξεων.

Το ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών πρόσφερε και προσφέρει μια δυνατότητα να δοκιμάσουμε την ικανότητά μας να συμβαδίζουμε με αυτές τις γενικές απαιτήσεις της μαρξιστικής πολιτικής και να τις εφαρμόζουμε στην πράξη. Στο συγκεκριμένο ζήτημα, σχεδόν όλες οι δυνάμεις του κομμουνιστικού χώρου, ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΛΑΕ (υπό την ηγεσία τότε του Π. Λαφαζάνη), είχαν πάρει θέση ενάντια στη συμφωνία, με το επιχείρημα ότι προωθεί τα νατοϊκά, αμερικάνικα ιμπεριαλιστικά σχέδια στην περιοχή. Μόνο το Ξεκίνημα, μια μειοψηφία της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος και λιγοστοί σχολιαστές, μεταξύ αυτών και ο γράφων, είχαν υποστηρίξει την αντίθετη άποψη για υποστήριξη της συμφωνίας[1].

Μια «περίεργη», αλλά στην πραγματικότητα οξυδερκής δήλωση του Ερντογάν, που πέρασε μάλλον απαρατήρητη, μας δίνει μια καλή αφορμή να επανέλθουμε στο θέμα και να ελέγξουμε, με βάση την παραπέρα εμπειρία και τις εκτιμήσεις του ταξικού αντιπάλου, τις παλιές θέσεις. Η δήλωση είχε γίνει το Δεκέμβρη του 2020 στην Αγιά Σοφιά. Την παραθέτουμε, μαζί με το σχολιασμό της στο hellasjournal.com, ένα δεξιό, εθνικιστικό σάιτ:

«“Ο Μακρόν είναι βάρος για την Γαλλία. Ο Μακρόν και η Γαλλία διανύουν μια πολύ επικίνδυνη περίοδο στην πραγματικότητα. Ελπίζω ότι η Γαλλία θα ξεφορτωθεί τον μπελά Μακρόν το συντομότερο… Σε διαφορετική περίπτωση τα Κίτρινα Γιλέκα θα γίνουν Κόκκινα”, πρόσθεσε ο Ερντογάν, όπως μετέδωσαν ελληνικά και ξένα ΜΜΕ, χωρίς ωστόσο να γίνει κατανοητό τι εννοούσε»[2].

Τι εννοούσε ο Ερντογάν;

Τι εννοούσε, λοιπόν, ο Ερντογάν, με αυτή την «αινιγματική» δήλωση που δεν καταλαβαίνουν οι σχολιαστές του hellasjournal;

Αυτό που εννοούσε είναι ότι το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων, που σήμερα είναι ακόμη ένα θολό, δημοκρατικό κίνημα, «αύριο», αν του δοθεί η δυνατότητα να αναπτυχθεί, θα γίνει ένα κόκκινο, κομμουνιστικό κίνημα. Αυτό τρομάζει τον Ερντογάν γιατί ξέρει ότι η λαϊκή δυσαρέσκεια βράζει στη χώρα του και αν εμφανιστεί ένα μεγάλο κομμουνιστικό κίνημα στη Γαλλία, μετά θα έρθει και στην Τουρκία και ο ίδιος θα πάρει δρόμο. Επέκρινε έτσι τον Μακρόν γιατί δεν μπορεί να πνίξει το κίνημα σήμερα, όσο είναι ακόμη αδιαμόρφωτο και ασαφές, πριν γίνει κόκκινο, πριν γίνει τόσο συνειδητό και ισχυρό που να μπορεί να συγκρουστεί με το σύστημα.

Πέρα από το φόβο της τουρκικής αστικής τάξης απέναντι στο κίνημα, η δήλωση του Ερντογάν υποδεικνύει όμως και μια αντίθεση ανάμεσα στον ίδιο και τον πρόεδρο της Γαλλίας σχετικά με το πώς πρέπει να αντιμετωπιστεί το κίνημα. Τι δείχνει αυτή η αντίθεση; Εκφράζει μήπως κάποια στενή προσωπική αντιπαλότητα ή υποτίμηση, το γεγονός ότι, ας πούμε, ο Ερντογάν θεωρεί τον Μακρόν ανεπαρκή, ανόητο και ακατάλληλο για να αντιμετωπίσει το κίνημα;

Θα ήταν φυσικά λάθος να ερμηνεύσουμε έτσι τη δήλωση. Στην πραγματικότητα, η δήλωση του Ερντογάν αντανακλά την πολιτική αντίθεση και τη διαφορά τακτικής ανάμεσα στις δυο βασικές πτέρυγες του αστικού στρατοπέδου στο παρόν στάδιο, την παραδοσιακή φιλελεύθερη και την ακροδεξιά εθνικιστική. Αυτές οι δυο πτέρυγες διαφέρουν ουσιαστικά στην ισχύ, τις προοπτικές και τις τακτικές τους.

Η μετριοπαθής, παραδοσιακή φιλελεύθερη (στις μέρες μας νεοφιλελεύθερη), πτέρυγα –η πτέρυγα των Μακρόν, Μέρκελ, Ντράγκι, Μητσοτάκη, κοκ– δεν έχει σήμερα δική της προοπτική. Η πτέρυγα αυτή έρχεται στο προσκήνιο στις καλές εποχές του καπιταλισμού, όταν το σύστημα έχει περιθώρια εσωτερικών μεταρρυθμίσεων και «βελτιώσεων», όπως συνέβαινε στην αρχή του κεϊνσιανού και του νεοφιλελεύθερου σταδίου. Τα περιθώρια αυτά έχουν πλέον στενέψει ασφυκτικά, τουλάχιστον για τις χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, και δεν διαφαίνεται κάτι νέο. Γι’ αυτό η παραδοσιακή πτέρυγα διαρκώς χάνει θέσεις. Ωστόσο, όντας κυρίαρχη από το προηγούμενο στάδιο, είναι σε θέση, εκμεταλλευόμενη την εμπειρία της, την οργάνωσή της στους υπερεθνικούς θεσμούς, κ.ά., να τρενάρει τις εξελίξεις, διατηρώντας όσο μπορεί την πρωτοκαθεδρία στο αστικό στρατόπεδο. Μέρος αυτής της τακτικής του τρεναρίσματος είναι και μέτρα όπως η Συμφωνία των Πρεσπών, με τα οποία αποφεύγεται μια γρήγορη, υπέρμετρη όξυνση των εθνικών κ.λπ. αντιθέσεων που θα έφερνε στο προσκήνιο την ακροδεξιά πτέρυγα.

Η ακροδεξιά εθνικιστική πτέρυγα, από την άλλη, η πτέρυγα των Τραμπ, Λε Πεν, Πούτιν, Σαλβίνι και των άλλων ακροδεξιών στις διάφορες χώρες της Ευρώπης, έχει δική της προοπτική. Αυτή η προοπτική συνίσταται λίγο-πολύ στη γενίκευση της κατεύθυνσης του Τζόνσον, τη μερική ή πλήρη αποσύνθεση της ΕΕ, την ένταση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών σε μια προσπάθεια η αστική τάξη της κάθε μεγάλης ευρωπαϊκής δύναμης να ξεπεράσει τα προβλήματά της σε βάρος των άλλων. Φυσικά και η συγκεκριμένη προοπτική δεν βγάζει μακροχρόνια από το αδιέξοδο, όπως δεν έβγαλαν και οι αντίστοιχοι ενδοϊμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι όμως η προοπτική που ανταποκρίνεται καλύτερα στα τωρινά συμφέροντα και τις ανάγκες των ιμπεριαλιστικών ολιγαρχιών, και γι’ αυτό παρατηρούμε μια διαρκή ενίσχυση αυτής της πτέρυγας, που λειτουργεί και σαν επωαστήριο για τις φασιστικές δυνάμεις.

Είναι σαφές ότι και οι δυο πτέρυγες είναι αντιδραστικές και οι διαφορές ανάμεσά τους είναι δευτερεύουσες, αφορώντας ουσιαστικά το ρυθμό και τα μέσα με τα οποία ο καπιταλισμός προχωρά στην ίδια κατεύθυνση της εντεινόμενης εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Σε ορισμένα σημεία μάλιστα οι διαφορές θολώνουν, καθώς η φιλελεύθερη πτέρυγα υιοθετεί διαρκώς στοιχεία από το πρόγραμμα της άλλης. Πολιτικοί όπως ο Τζόνσον στέκουν με το ένα πόδι στη μια και με το άλλο στην άλλη πτέρυγα, ενώ δεν είναι σπάνιες και οι «μεταπηδήσεις» ανάμεσά τους – ο ίδιος ο Ερντογάν είναι ένα παράδειγμα πολιτικού που εξελίχθηκε από τις μετριοπαθείς στις επιθετικές αστικές τακτικές, καθώς η οξυνόμενη κατάσταση στην Τουρκία δεν άφηνε άλλα περιθώρια. Ακόμη, ενώ ο Τραμπ ανήκει στην επιθετική πτέρυγα, στη διάρκεια της προεδρίας του η αμερικάνικη εξωτερική πολιτική, λόγω κεκτημένης ταχύτητας, ακολουθούσε σε πολλά ζητήματα την γραμμή των προκατόχων του. Τέλος, οι δυο πτέρυγες έχουν πρόδηλα όχι λίγα κοινά σημεία μεταξύ τους (και οι δυο, π.χ., θέλουν τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ, το μιλιταρισμό, κοκ).

Παρ’ όλα αυτά, η διαφορά ανάμεσα στις δυο πτέρυγες δεν παύει να υπάρχει. Το ερώτημα είναι: έχει αυτή η διαφορά κάποια σημασία σήμερα και το κίνημα μπορεί και πρέπει να εκμεταλλεύεται τις μεταξύ τους αντιθέσεις;

Η απάντηση στο ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί με αφηρημένους συλλογισμούς, στη βάση του ότι οι κομμουνιστές είναι γενικά αντίθετοι στον ιμπεριαλισμό και σε όλες τις ποικιλίες της αντίδρασης. Πρέπει να δοθεί με μια συγκεκριμένη εκτίμηση, που θα παίρνει υπόψη τους συσχετισμούς δύναμης και τα καθήκοντα του κινήματος στην παρούσα περίοδο. Και κάθε τέτοια εκτίμηση θα δείξει ότι οι διαφορές αυτές έχουν οπωσδήποτε σημασία. Σήμερα το κίνημα βρίσκεται ακόμη σε μια αμυντική φάση, μετά την υποχώρηση και της αποσύνθεση των παλιών κομμουνιστικών κομμάτων που επήλθε μετά το 1990, την κρίση άλλων συνιστωσών του, κοκ, δεχόμενο επίθεση και από τις δυο αστικές πτέρυγες, που είναι ισχυρότερες πολιτικά. Γι’ αυτό είναι ζωτικό και αναγκαίο να αξιοποιούνται οι μεταξύ τους αντιθέσεις και γενικότερα οι δυνατότητες να περιορίζονται οι χειρότερες και πιο επικίνδυνες εξελίξεις όπως η έξαρση του εθνικισμού, του ρατσισμού, κ.ά.

Για να το θέσουμε πιο συγκεκριμένα, το ιστορικό δίλημμα στην παρούσα στιγμή έχει ως εξής:

Ή τα κινήματα που κυοφορούνται σήμερα θα προλάβουν να ωριμάσουν (με την αναγκαία παρέμβαση και βοήθεια των κομμουνιστών, εφόσον οι τελευταίοι οργανώσουν μια πραγματική πρωτοπορία) και να μετατραπούν σε μεγάλα κομμουνιστικά κινήματα, πριν η επιθετική, ακροδεξιά και φασιστική πτέρυγα της αντίδρασης προλάβει, οξύνοντας τις  εθνικές αντιθέσεις, να έρθει στο τιμόνι και να εξαπολύσει πολέμους.

Ή η επιθετική, ακροδεξιά και φασιστική πτέρυγα θα έρθει στο τιμόνι σε κάποιες μεγάλες χώρες της ΕΕ πριν ωριμάσουν τα κινήματα και τότε οι πολεμικές συρράξεις στην Ευρώπη, όπως αυτές που σήμερα λαβαίνουν χώρα σε Συρία, Λιβύη, κ.ά., θα είναι αναπόφευκτες.

Η συμφωνία των Πρεσπών δεν λύνει βέβαια οριστικά τα προβλήματα των εθνικισμών στα Βαλκάνια και την ευρύτερη περιοχή (ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός, Κυπριακό, κοκ), ούτε καν αυτά ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βόρεια Μακεδονία. Ωστόσο, τα αμβλύνει προσωρινά σε αυτή τη φάση αδυναμίας του κινήματος, λειαίνει τις εθνικές αντιθέσεις και απομακρύνει για ένα διάστημα μια ακραία όξυνσή τους, κερδίζοντας έτσι χρόνο ώστε να προλάβουν τα κινήματα να έρθουν πρώτα, πριν οι ακροδεξιές-φασιστικές δυνάμεις δώσουν μέσω του εθνικού φανατισμού τη δική τους διέξοδο. Γι’ αυτό ακριβώς μας συμφέρει και πρέπει να την υποστηρίζουμε.

Οι κίνδυνοι από τη μεριά της ακροδεξιάς, επιθετικής πτέρυγας είναι αναμφισβήτητα υπαρκτοί, καθώς η γενική τάση των εξελίξεων την ευνοεί και έχει ενισχύσει σημαντικά τις θέσεις της τις δυο τελευταίες δεκαετίες. Τα τελευταία χρόνια, μετά την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, είχαμε σαφή δείγματα της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων που φέρνει στον αφρό μακροχρόνια τις πιο επιθετικές δυνάμεις. Ο εντεινόμενος μιλιταρισμός, η πρόσφατη συμμαχία μεταξύ ΗΠΑ, Μεγάλης Βρετανίας και Αυστραλίας, η ένταση του αμερικανο-κινεζικού ανταγωνισμού (μέρος του οποίου αποτελεί και η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν, ώστε να συγκεντρώσουν όλες τις δυνάμεις τους σε αυτό το μέτωπο), αποτελούν εξελίξεις από πολλές απόψεις παρόμοιες με τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και τα μπλοκ στη δεκαετία του 1900, που οδήγησαν στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στην περιοχή μας, οι αλλαγές στην τουρκική εξωτερική πολιτική στην Κύπρο (ανοικτά πια υπέρ της διχοτόμησης), στο Αιγαίο, κ.ά., δείχνουν τον προσανατολισμό της τουρκικής ελίτ για συνεχή κλιμάκωση της έντασης. Μπορεί να αμφισβητήσει κανείς ότι, στις συνθήκες αυτές, αν το ζήτημα της ονομασίας του γειτονικού κράτους παρέμενε ανεπίλυτο, θα αποτελούσε έναν ισχυρό παράγοντα παραπέρα αποσταθεροποίησης στην περιοχή; Αν για παράδειγμα, το «Μακεδονικό» είχε μείνει ανοικτό και γινόταν το 2022 πρόεδρος της Γαλλίας η Λε Πεν, αυτό θα διευκόλυνε το κίνημα ή τα διακηρυγμένα σχέδια του Ερντογάν και της τουρκικής ελίτ;

Μόνο τυχοδιώκτες ή εντελώς ανόητοι δεν θα δουν –και ο Ερντογάν έχει απόλυτο δίκιο από τη σκοπιά του στις εκτιμήσεις του που παραθέσαμε– ότι το δεύτερο θα συνέβαινε. Και η ιστορία διδάσκει ότι οι κυρίαρχες τάξεις και τα φασιστικά-ακροδεξιά πρακτορεία τους είναι αρκετά ικανά στο να εκμεταλλεύονται τα άμεσα προτερήματά τους για να εκτρέπουν την εξέλιξη σε αντιδραστικές κατευθύνσεις –αρκεί να θυμηθούμε τις φασιστικές δικτατορίες στο Μεσοπόλεμο ή αργότερα το σφετερισμό της Ιρανικής Επανάστασης από τους Αγιατολάχ– ώστε θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο να υποτιμηθούν αυτοί οι κίνδυνοι.

Μερικά λαθεμένα επιχειρήματα για τη Συμφωνία των Πρεσπών στον εκτός ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ομάδας Λαφαζάνη κομμουνιστικό χώρο

Στο παλιότερα άρθρο μας για τη Συμφωνία των Πρεσπών είχαμε συζητήσει τα επιχειρήματα υπέρ της καταψήφισης της συμφωνίας που προσφέρονταν από το ΚΚΕ, την ομάδα Λαφαζάνη και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εκεί είχαμε δείξει ότι η θέση του ΚΚΕ και της ομάδας Λαφαζάνη σήμαινε απάρνηση της διεθνιστικής παράδοσης της κομμουνιστικής Αριστεράς και πέρασμα στον αστικό εθνικισμό, ενώ εκείνη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ διακατεχόταν από υπεραριστερό βερμπαλισμό.

Στο παρόν κείμενο θα συμπληρώσουμε εκείνη την αναφορά συζητώντας μερικά ακόμη επιχειρήματα στον υπόλοιπο κομμουνιστικό χώρο. Θα σταθούμε ιδιαίτερα σε ομάδες όπως ο «Συντονισμός δράσης και διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων» (εφεξής «Συντονισμός», περιλαμβάνει ομάδες όπως το «Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο», που αποχώρησε από το ΝΑΡ, ο «Σύλλογος Γ. Κορδάτος», η «ΑΡΑΝ», κ.ά.). Και ακόμη σε σχολιαστές του λεγόμενου Αριστερού Ρεύματος, κορμού της Λαϊκής Ενότητας, που δεν ακολούθησαν τον Λαφαζάνη κατά την αποχώρησή του από τη ΛΑΕ. Αυτή η συζήτηση έχει μια σημασία, ιδίως γιατί οι συγκεκριμένες ομάδες διατείνονται ότι αντιπροσωπεύουν μια διαφορετική, πιο εποικοδομητική τάση σε σχέση με τις «κατεστημένες» δυνάμεις του χώρου. Στην πράξη όμως, όπως θα δούμε, αναπαράγουν όλα τα λάθος επιχειρήματα και τις μη μαρξιστικές αφετηρίες των υπόλοιπων.

Σε μια ανακοίνωση του «Συντονισμού» δηλώνεται το «Όχι στη νατοϊκή Συμφωνία των Πρεσπών» με το σκεπτικό ότι «Η Συμφωνία αυτή δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα που έχουν δημιουργήσει οι εθνικισμοί των βαλκανικών αστικών τάξεων, κυρίως γιατί είναι ενταγμένη στους ευρύτερους νατοϊκούς και ευρωενωσιακούς σχεδιασμούς»[3].

Σε ένα άρθρο του ο Δ. Καλτσώνης, στέλεχος του Συλλόγου Γ. Κορδάτος, που ανήκε τότε στο «Συντονισμό», επιχειρεί να τεκμηριώσει αυτή τη θέση. Ο Καλτσώνης αναγνωρίζει αρκετά θετικά σημεία στη Συμφωνία των Πρεσπών, όπως η κατοχύρωση και από τα δύο μέρη του απαραβίαστου των τωρινών συνόρων των δυο χωρών, η παραίτηση της Βόρειας Μακεδονίας από οποιεσδήποτε αλυτρωτικές βλέψεις, η δέσμευση και των δυο μερών για την καταπολέμηση σοβινιστικών εκδηλώσεων σε κρατικές υπηρεσίες τους, κοκ. Θεωρεί όμως αποφασιστικό λόγο για την απόρριψη της συμφωνίας την αναφορά που γίνεται στο άρθρο 2 για την επιδίωξη ένταξης της Βόρειας Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ:

«Το άρθρο 2 παρ. 4 συνδέει τη συμφωνία με το ζήτημα της ένταξης της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Στο σημείο αυτό υπάρχει μια απαράδεκτη, νομικά και πολιτικά, σύνδεση δύο εντελώς διαφορετικών ζητημάτων. Το τι θα πράξει η γειτονική χώρα σε σχέση με το ΝΑΤΟ και την ΕΕ πρέπει να είναι αυστηρά υπόθεση απόφασης του λαού της και μάλιστα με δημοκρατικές διαδικασίες, χωρίς οικονομικούς, πολιτικούς εκβιασμούς ή πιέσεις από οποιονδήποτε… Αντίθετα, το άρθρο 2 παρ. 4 αναφέρει ότι “α. Το Δεύτερο Μέρος θα επιδιώξει ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ…”. Άσχετα με το γεγονός ότι οι κυβερνήσεις της γείτονος έχουν εκφράσει τέτοια επιθυμία, η συμπερίληψη της αναφοράς αυτής στο κείμενο της συμφωνίας των Πρεσπών συνιστά παραβίαση της κυριαρχίας του γειτονικού λαού… Η διαφύλαξη της κρατικής κυριαρχίας, η ειρήνη και οι σχέσεις καλής γειτονίας με τους λαούς των Βαλκανίων μπορούν να υπηρετηθούν από μια άλλη συμφωνία ανάλογου περιεχομένου με τη συμφωνία των Πρεσπών αλλά χωρίς το προβληματικό άρθρο 2»[4].

Τι λένε επί της ουσίας τα δυο παραπάνω αποσπάσματα, τόσο η θέση του «Συντονισμού» όσο και το αναλυτικότερο επιχείρημα του Δ. Καλτσώνη; Λένε ότι ως τέτοια η συμφωνία μπορεί να λύνει κάποια ζητήματα, αλλά πρέπει να απορριφθεί γιατί προωθεί τα σχέδια του αμερικάνικου και ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού στην περιοχή.

Θα μπορούσε να επισημάνει κανείς –και ουσιαστικά το αναγνωρίζει ο ίδιος ο Καλτσώνης στο άρθρο του– ότι η ενσωμάτωση της ενταξιακής προοπτικής σε ΝΑΤΟ και ΕΕ στο άρθρο 2 δεν έγινε μετά από πίεση των ιμπεριαλιστών, αλλά της τότε κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, που έθετε τους συγκεκριμένους στόχους. Στη συνέχεια, τον Οκτώβρη του 2019, η Γαλλία αντιτάχτηκε στην έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων για τη Βόρεια Μακεδονία και την Αλβανία, θεωρώντας πιθανά ότι η ένταξή τους θα ενίσχυε τη Γερμανία, και το θέμα έκτοτε βάλτωσε, ακυρώνοντας έτσι στην πράξη για ένα διάστημα το «προβληματικό άρθρο 2» στο σκέλος που αφορά την ΕΕ.

Αυτό όμως είναι το λιγότερο. Το κύριο σημείο είναι ότι αν το επιχείρημα σχετικά με τις επιδιώξεις των ιμπεριαλιστών γίνει δεκτό, τότε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να απορριφθεί κάθε επιμέρους δημοκρατικό μέτρο ή μεταρρύθμιση που παίρνουν κατά καιρούς οι αστικές και ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις. Πραγματικά, είναι σαφές ότι όταν οι κυρίαρχες τάξεις λύνουν κατ’ εξαίρεση κάποιο δημοκρατικό, εθνικό ή άλλο πρόβλημα στην εποχή μας, δεν το κάνουν από αλτρουισμό ή αγάπη για τη δημοκρατία, αλλά επειδή η λύση του εντάσσεται σε κάποιους δικούς τους σχεδιασμούς. Από αυτό όμως σε καμιά περίπτωση δεν εξάγεται αυτόματα η απόρριψη κάθε τέτοιου μέτρου από τους κομμουνιστές.

Για να αρκεστούμε σε λίγα παραδείγματα, όταν η λευκή μειοψηφία στη Νότια Αφρική αποφάσισε την κατάργηση του Απαρτχάιντ, είχε εμφανώς την επιδίωξη από τη μια να αποφύγει μια ενδεχόμενη εξέγερση των μαύρων και από την άλλη να διατηρήσει (όπως και πέτυχε) τα κοινωνικά-ταξικά προνόμιά της παραιτούμενη από τα φυλετικά, κάνοντας δηλαδή μια επιμέρους παραχώρηση, η οποία είχε ωριμάσει πλήρως ιστορικά και δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Με αυτή τη λογική, λοιπόν, επειδή η λευκή μειοψηφία είχε αυτές τις επιδιώξεις, θα έπρεπε να αντιταχθούμε στην κατάργηση του Απαρτχάιντ.

Όταν η ελληνική αστική τάξη συγκατατέθηκε, έστω και δειλά, στην κατάργηση της βασιλείας το 1974 με το δημοψήφισμα, το έκανε γιατί είχε αντιληφθεί την αναποτελεσματικότητα αυτού του αναχρονιστικού θεσμού και προσανατολιζόταν ήδη σε έναν εκσυγχρονισμό του πολιτικού συστήματος που μέσω και της ένταξης στην ΕΟΚ θα έδινε τη δυνατότητα για έναν καλύτερο έλεγχο και χειραγώγηση του λαϊκού παράγοντα. Με την ίδια λογική, επειδή η ελληνική αστική τάξη είχε αυτές τις επιδιώξεις, θα έπρεπε να αντιταχθούμε στην κατάργηση της βασιλείας.

Όταν το ΠΑΣΟΚ αναγνώρισε το 1982 την Εθνική Αντίσταση, το έκανε γιατί ήθελε να την καπηλευτεί, να την αποχρωματίσει και να χρησιμοποιήσει αυτό το βήμα σαν ένα φύλλο συκής για την προσαρμογή του στο σύστημα. Με την ίδια λογική, επειδή οι ρεφορμιστές είχαν αυτές τις επιδιώξεις, θα έπρεπε να αντιταχθούμε στην αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης.

Τέλος, για να φέρουμε και ένα-δυο παραδείγματα σχετικά με το εθνικό ζήτημα, όταν ο Μεταξάς είπε το «Όχι» στον ιταλικό φασισμό, το έκανε λόγω των δεσμεύσεών του στον αγγλικό ιμπεριαλισμό και με την προσδοκία ότι ο πόλεμος μπορεί να περιοριζόταν σε μερικές τουφεκιές και μια «τιμητική» συνθηκολόγηση. Συνάγεται ότι, επειδή ο Μεταξάς είχε αυτές τις επιδιώξεις, οι κομμουνιστές θα έπρεπε να βροντοφωνάξουν «Ναι» στον ιταλικό φασισμό;

Ή πάλι, όταν οι Αμερικάνοι αποχωρούν σήμερα από το Αφγανιστάν, δεν το κάνουν από κάποιο ξαφνικό έρωτα για τα δικαιώματα και την ανεξαρτησία των μικρών λαών. Ο στόχος τους, όπως έδειξε και η πρόσφατη στρατιωτική συμφωνία ΗΠΑ-Μεγάλης Βρετανίας-Αυστραλίας, είναι να ρίξουν όλους τους πόρους και τα μέσα τους στον ανταγωνισμό με την Κίνα, και θεωρούν την κατοχή του Αφγανιστάν ασύμφορη και μη αποδοτική για τον κεντρικό τους σκοπό. Συνάγεται ότι, επειδή οι Αμερικανοί φεύγοντας από το Αφγανιστάν έχουν αυτές τις επιδιώξεις, θα πρέπει να τους καλέσουμε να μείνουν;

Κάθε μεταρρύθμιση που προωθούν οι κυρίαρχες τάξεις, πέρα από τις επιδιώξεις τους, έχει ορισμένες αντικειμενικές συνέπειες. Καθήκον των μαρξιστών και των κομμουνιστών είναι να εκτιμούν αυτές τις αντικειμενικές συνέπειες, ώστε να εξάγουν ένα σχετικά ασφαλές συμπέρασμα (πράγμα όχι πάντα εύκολο) αν η δοσμένη μεταρρύθμιση ή εξέλιξη είναι όντως θετική, αν δηλαδή δημιουργεί πραγματικά καλύτερες συνθήκες και δυνατότητες για το σοσιαλιστικό κίνημα των μαζών. Μόνο σε αυτή τη βάση είναι δυνατή μια θέση αρχών στο εκάστοτε συγκεκριμένο ζήτημα, στο αν θα υποστηριχθεί ή όχι μια συγκεκριμένη αλλαγή. Αν αντίθετα θέσουμε ως κριτήριο τις «επιδιώξεις» ή τους «σχεδιασμούς» και όχι τις αντικειμενικές συνέπειες, τότε εγκαταλείπουμε τη μαρξιστική άποψη. Όσοι το κάνουν αυτό ξεκινούν ασυνείδητα από την υπόθεση της παντοδυναμίας της αστικής τάξης, την παραδοχή ότι θα μπορέσει να υλοποιήσει τις επιδιώξεις της.

Το επιχείρημα του Δ. Καλτσώνη είναι λαθεμένο και από μια άλλη άποψη, ότι η υποστήριξη της Συμφωνίας των Πρεσπών από την κομμουνιστική Αριστερά δεν δεσμεύει σε τίποτα στην υποστήριξη της μελλοντικής ένταξης της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Πραγματικά, αν υπήρχε ένα σοβαρό κομμουνιστικό κόμμα στην Ελλάδα (δηλαδή όχι αυτά που υπάρχουν σήμερα), θα μπορούσε κάλλιστα να υποστηρίξει τη συμφωνία, προειδοποιώντας ταυτόχρονα το γειτονικό λαό ότι η ένταξη της χώρας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ δεν θα λύσει κανένα πρόβλημα.

Ας υποθέσουμε ότι οι ιμπεριαλιστές λένε «1+1=2» σε κάποιο πρόβλημα και το χρησιμοποιούν αυτό στη συνέχεια για να αποδείξουν ότι ο κύκλος είναι τετράγωνος. Το καθήκον των κομμουνιστών είναι να αντιταχθούν στη δεύτερη πρόταση, ότι ο κύκλος είναι τετράγωνος. Ο Δ. Καλτσώνης μάς λέει ουσιαστικά ότι αφού οι ιμπεριαλιστές θα χρησιμοποιήσουν το «1+1=2» για να «αποδείξουν» τη δεύτερη πρόταση, πρέπει να αντιταχθούμε και στο «1+1=2». Μια παράξενη πραγματικά λογική!

Το μόνο σωστό στα παραπάνω επιχειρήματα του «Συντονισμού» και του Δ. Καλτσώνη είναι η θέση ότι η Συμφωνία των Πρεσπών, όντας ενταγμένη στους σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, δεν λύνει οριστικά και σταθερά το πρόβλημα μεταξύ των δυο χωρών, ούτε διασφαλίζει μακροχρόνια την ειρήνη στην περιοχή. Αυτό ασφαλώς δεν είναι τυχαίο. Συνδέεται με το γεγονός ότι οι αστικές λύσεις των εθνικών και άλλων δημοκρατικών προβλημάτων είναι πάντα μεσοβέζικες και δεν αναιρούν τα βαθύτερα αίτιά τους.

Επιχειρηματολογήσαμε, ωστόσο, ότι το αποφασιστικό κριτήριο για τη Συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι και δεν μπορεί να είναι αυτό. Το κριτήριο στην παρούσα ιστορική στιγμή είναι ότι αμβλύνει κάπως ουσιαστικά αυτές τις αντιθέσεις, δίνοντας χρόνο στα κινήματα να ανασυνταχτούν σε μια περίοδο όπου ο συσχετισμός δυνάμεων είναι εξαιρετικά αρνητικός σε βάρος τους. Οι αναλυτές μας αδυνατούν ακόμη και να διανοηθούν αυτό το σημείο, πόσο μάλλον να το συζητήσουν ή να το καταρρίψουν.

Οι κομμουνιστές και τα δημοκρατικά ζητήματα

Όταν συζητάμε για τη στάση απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών σε ένα μαρξιστικό πλαίσιο (όπως πρέπει να κάνουν ή να προσπαθούν τουλάχιστον οι κομμουνιστές), πρέπει να έχουμε υπόψη ότι ο μαρξισμός δεν είναι μια άγραφη πλάκα, στην οποία ο καθένας μπορεί να γράφει πάνω όποια ανοησία θέλει. Οι κλασικοί του μαρξισμού, ο Μαρξ, ο Ένγκελς και ο Λένιν, καθώς και άλλοι επιφανείς μαρξιστές, έχουν επεξεργαστεί λεπτομερειακά τις μαρξιστικές θέσεις για τα δημοκρατικά ζητήματα, στις οποίες οφείλουμε να στηριζόμαστε, να τις κατανοούμε και να τις εμβαθύνουμε.

Οι μαρξιστές κλασικοί τόνιζαν πάντα ισχυρά τη διάκριση ανάμεσα στα δημοκρατικά και τα σοσιαλιστικά καθήκοντα της επανάστασης, και αντίστοιχα ανάμεσα στα δημοκρατικά και τα σοσιαλιστικά αιτήματα του κινήματος. Τα σοσιαλιστικά αιτήματα συνδέονται με την απαλλοτρίωση του κεφαλαίου μετά την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και μπορεί να εκπληρωθούν μόνο στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής μετάβασης. Τα δημοκρατικά αιτήματα, αντίθετα, όντας αστικά αιτήματα, μπορεί κατ’ αρχήν να εκπληρωθούν στα πλαίσια του καπιταλισμού. Τέτοια αιτήματα είναι στο πολιτικό πεδίο τα διάφορα δημοκρατικά δικαιώματα, που ο καπιταλισμός τείνει διαρκώς να τα περιορίζει, και στο οικονομικό μεταρρυθμίσεις όπως η γενική ασφάλιση, ο περιορισμός του χρόνου εργασίας, κ.ά. Τα ζητήματα αυτά, δεδομένης της στροφής της αστικής τάξης στην αντίδραση στην ιμπεριαλιστική εποχή, θα λυθούν οριστικά στο σοσιαλισμό. Δεν υπάρχει όμως κάποιος λόγος που οποιοδήποτε από αυτά να είναι από άποψη αρχής ανεκπλήρωτο στον καπιταλισμό, καθώς η λύση τους δεν προϋποθέτει την αλλαγή των καπιταλιστικών οικονομικών σχέσεων.

Εκτός από τις δυο παραπάνω κατηγορίες αιτημάτων οι κλασικοί, ξεκινώντας από τους Μαρξ και Ένγκελς, αργότερα τον Λένιν, τον Τρότσκι, κ.ά., αναγνώριζαν και έναν ενδιάμεσο, συνδετικό τύπο αιτημάτων, τα μεταβατικά αιτήματα. Τα μεταβατικά αιτήματα είναι ουσιαστικά τα δημοκρατικά αιτήματα στην πιο ευρεία, συνολική και ολοκληρωμένη διατύπωσή τους. Ενώ το ένα ή το άλλο δημοκρατικό αίτημα μπορεί να λυθεί σε κανονικές, ομαλές συνθήκες κυριαρχίας της αστικής τάξης, η ευρεία, γενική λύση των δημοκρατικών προβλημάτων είναι αδύνατη υπό κανονικές συνθήκες. Προϋποθέτει το λιγότερο μια επαναστατική κατάσταση, ένα πλαίσιο δυαδικής εξουσίας, και γίνεται το όχημα και η ώθηση για την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και το πέρασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση.

Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, η πανδημία του Covid 19 φανέρωσε τον ιστορικά αναχρονιστικό χαρακτήρα της ύπαρξης ενός ιδιωτικού τομέα στην υγεία, που ουσιαστικά έμεινε έξω από την καταπολέμηση της πανδημίας. Με αυτή την έννοια θέτει επί τάπητος το ζήτημα της απαλλοτρίωσης αυτού του τομέα. Αυτό είναι στην ουσία ένα σοσιαλιστικό ή έστω ένα μεταβατικό αίτημα. Η αστική τάξη μπορεί σε μια καλύτερη εποχή του καπιταλισμού να κρατούσε τον τομέα της υγείας κάπως έξω από την κερδοφορία, σήμερα όμως ο καπιταλισμός έχει υπερωριμάσει και δεν υπάρχουν τέτοιες δυνατότητες· πουθενά δεν είδαμε να απαλλοτριώνονται ιδιωτικά νοσοκομεία στη διάρκεια της πανδημίας. Άλλα αιτήματα, αντίθετα, όπως ο περιορισμός των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας, μέσω διαφόρων αποζημιώσεων, επιδομάτων, κοκ, που οι αστικές κυβερνήσεις δίνουν με το σταγονόμετρο, είναι κατ’ αρχήν εφικτά στο παρόν πλαίσιο. 

Τα εθνικά ζητήματα, όπως αυτό που ρυθμίζει η Συμφωνία των Πρεσπών, ανήκουν στην κατηγορία των αστικοδημοκρατικών ζητημάτων, για τα οποία αγωνιζόταν στο μακρινό παρελθόν η ίδια η αστική τάξη: ο σχηματισμός των εθνών κρατών ήταν το ιστορικό έργο της σε μια ολόκληρη εποχή του καπιταλισμού. Οπωσδήποτε, ακόμη και τότε και πολύ περισσότερο με το πέρασμα στον ιμπεριαλισμό, οι μεγάλες δυνάμεις υποδούλωναν για αιώνες τις καθυστερημένες χώρες της περιφέρειας, ωστόσο αυτό δεν μπόρεσε να εμποδίσει τελικά τις χώρες αυτές να αποκτήσουν την εθνική ανεξαρτησία τους. Η εκπλήρωση αυτής της διαδικασίας με τους όρους του ιμπεριαλισμού και η πολιτική του του διαίρει και βασίλευε είχε ως συνέπεια να διατηρηθούν πολλές τοπικές αντιθέσεις και συγκρούσεις μεταξύ μικρών χωρών για επιμέρους ζητήματα, συχνά με μακρόχρονες ιστορικές ρίζες, μια από τις οποίες είναι και το λεγόμενο Μακεδονικό. Και αυτές οι διαφορές όμως μπορεί κατ’ αρχήν να λυθούν στο έδαφος του καπιταλισμού, παρότι η επίλυσή τους είναι δυσχερής, καθώς συχνά υποθάλπονται όχι μόνο από τους ιμπεριαλιστές, αλλά και από τις τοπικές αστικές τάξεις.

Φυσικά, η μαρξιστική θεωρία για τα δημοκρατικά ζητήματα γενικά και για το εθνικό ζήτημα ειδικότερα δεν εξαντλείται σε αυτές τις προτάσεις. Με αυτά τα βασικά κατά νου, ας ρίξουμε όμως μια ματιά στις τοποθετήσεις του Γ. Τόλιου, ενός άλλου γνωστού δημοσιολόγου στον αριστερό χώρο, για το ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Ο Τόλιος δεν συνδέεται με το χώρο του «Συντονισμού», τις θέσεις του οποίου συζητήσαμε ήδη, ανήκοντας στο μέρος της ΛΑΕ που δεν ακολούθησε τον Λαφαζάνη. Και σε αυτή την περίπτωση όμως δεν θα βρούμε, δυστυχώς, τίποτα καλύτερο.

Ο Τόλιος συνοψίζει ως εξής τους όρους υπό τους οποίους μια συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Σκοπίων θα ήταν αποδεκτή και αμοιβαία επωφελής και για τους δυο λαούς:

«Η επίτευξη μιας συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών (Ελλάδας-FYROM) χωρίς τις “ουρές” των Πρεσπών, θα αποτελούσε φερέγγυα λύση, για εδραίωση των σχέσεων καλής γειτονίας και ισότιμης συνεργασίας μεταξύ τους, χωρίς επικυριαρχία των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ-ΕΕ… Το πρώτο βήμα στην αναζήτηση μιας βιώσιμης λύσης, είναι οι απ’ ευθείας συνεννοήσεις μεταξύ των δύο χωρών, για κοινά αποδεκτή ονομασία για κάθε χρήση (erga omnes) και προς κάθε κατεύθυνση (εσωτερικό και εξωτερικό), η οποία θα καλύπτει εκτός από το όνομα, την ιθαγένεια και τη γλώσσα και θα προωθεί την ισότιμη και αμοιβαία επωφελή συνεργασία των λαών, μακριά από τις επιδιαιτησίες των αμερικανών, νατοϊκών και ευρωπαίων ιμπεριαλιστών»[5].

Ο αρθρογράφος ξεχνά εδώ μια μικρή λεπτομέρεια, ότι για να υπάρχει η δυνατότητα μιας τέτοιας εξαιρετικής συμφωνίας μεταξύ των λαών, χωρίς διόλου ξένες μεσολαβήσεις, κοκ, θα έπρεπε οι λαοί να έχουν το πάνω χέρι στην περιοχή. Κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό, π.χ., αν προχωρούσε στα Βαλκάνια μια διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης και οι λαοί τους είχαν ενωθεί σε μια Βαλκανική Ομοσπονδία. Σε ένα τέτοιο διεθνές πλαίσιο, η προτεινόμενη λύση θα ήταν όντως ρεαλιστική και ασφαλώς η καλύτερη για τους δυο λαούς. Δυστυχώς, κανένας από αυτούς τους όρους δεν υπάρχει σήμερα, οπότε η εξαίσια προοπτική του Τόλιου τοποθετείται καθαρά στο φανταστικό επίπεδο του καντιανού ηθικού δέοντος. Υπήρχε μάλιστα ένας καντιανός φιλόσοφος, ο Χανς Βέχινγκερ, που είχε δημιουργήσει μια ολόκληρη φιλοσοφία πάνω σε αυτό το θέμα, τη «φιλοσοφία του ως εάν», σύμφωνα με την οποία πρέπει να ενεργούμε ως εάν αυτό που θεωρούμε επιθυμητό ή δέον να ισχύει πραγματικά, και σε αυτό το μήκος κύματος κινείται η παραπάνω εξαίσια προοπτική.

Ουσιαστικά, λοιπόν, ο Τόλιος λέει ότι μόνο μια σοσιαλιστική λύση του ζητήματος της ονομασίας της γειτονικής χώρας μπορεί να είναι πραγματικά επωφελής για τους λαούς και πως μόνο μια τέτοια λύση είναι αποδεκτή από τους κομμουνιστές. Θεωρητικά και πρακτικά αυτό είναι λάθος, γιατί τα ίδια τα γεγονότα έδειξαν ότι είναι δυνατή και η λύση που δόθηκε με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Το δε γεγονός ότι αυτή δεν είναι μια κομμουνιστική, αλλά μια αστική λύση, δεν σημαίνει αυτόματα, όπως υπονοεί περίπου ως αυτονόητο ο αρθρογράφος, ότι πρέπει να απορριφθεί από τους κομμουνιστές.

Ο Τόλιος υποδεικνύει, είναι αλήθεια, μερικούς πραγματικούς λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η Συμφωνία των Πρεσπών δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή. Τους εντοπίζει όμως σχεδόν αποκλειστικά στο γεγονός ότι η συμφωνία δεν εξαλείφει πλήρως τις λεγόμενες «αλυτρωτικές βλέψεις» του γειτονικού λαού απέναντι στην Ελλάδα:

«Η ηγεσία της FYROM διεκδικούσε μέχρι πρότινος την αποκλειστική χρήση του όρου “Μακεδονία”, ως ιστορική συνέχεια της Μακεδονίας του Φιλίππου, Μ. Αλεξάνδρου κλπ. Το ουσιαστικό ζήτημα πίσω από αυτή τη “φαντασίωση”, ήταν ο “αλυτρωτισμός”, οι εδαφικές διεκδικήσεις και η επαναχάραξη συνόρων σε βάρος της Ελλάδας, κά. Στο όνομα δήθεν της επίλυσης του προβλήματος, έρχεται “σφήνα” η παρέμβαση των ΗΠΑ-ΕΕ-ΝΑΤΟ, οι οποίες με τη συμφωνία Τσίπρα-Ζάεφ, στηρίζουν μια “σολομώντια λύση” (συμφωνία των Πρεσπών) έχοντας βασική επιδίωξη την ενίσχυση της κυριαρχίας τους στη Βαλκανική με αιχμή τη Ρωσία. Παρ’ ότι η κυβέρνηση Ζάεφ έδειξε ένα ρεαλισμό (αναγνώρισε ως ελληνική την πολιτιστική κληρονομιά της αρχαίας Μακεδονίας, δεν θέτει θέμα επαναχάραξης συννόρων, κά), υπάρχουν τα θέματα της “ιθαγένειας” και της “γλώσσας” (ως “μακεδονική”), γεγονός που υπονομεύει το “erga omnes” της ονομασίας “Βόρεια Μακεδονία”, αφήνοντας …”ουρές” για πιθανές εδαφικές διεκδικήσεις στο μέλλον»[6].

Εδώ ο αρθρογράφος συμφωνεί αξιοσημείωτα με τα επιχειρήματα του ελληνικού ακροδεξιού εθνικισμού, που εμφανίζει μονίμως τη γειτονική χώρα ως την επιθετική πλευρά και την Ελλάδα, δηλαδή την ελληνική αστική τάξη, ως την αθώα περιστερά που υπερασπίζει τα εθνικά δίκαια και τις κληρονομιές απέναντι στην «κακοβουλία και τον αλυτρωτισμό των Σκοπίων». Αυτά τα επιχειρήματα τα παρέλαβε από την ακροδεξιά ο Λαφαζάνης και τα πρόβαλε κατά κόρο στην Ίσκρα, επίσημο ως το 2019 σάιτ της ΛΑΕ, σε σημείο ώστε να δυσκολεύεται κανείς να διακρίνει αν υπάρχει καμιά διαφορά ανάμεσα στις απόψεις του Λαφαζάνη και σε εκείνες του Επανελλήνισις και των διαφόρων χουντοφυλλάδων. Ο Τόλιος, ο οποίος υποκειμενικά θέλει να είναι μαρξιστής, τα επαναλαμβάνει, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι –για να δανειστούμε μια προσφιλή ρήση του Λένιν– έχουν τόση σχέση με το μαρξισμό, όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο.

Όποιος έχει ρίξει έστω μια ματιά στις επεξεργασίες των κλασικών για το εθνικό ζήτημα, ιδιαίτερα του Μαρξ και του Λένιν, δεν θα αποτύχει να διαπιστώσει ότι τόνιζαν πάντα τη διαφορά του εθνικισμού του μικρού έθνους απέναντι στον εθνικισμό ενός μεγαλύτερου έθνους που καταπιέζει και ενεργεί επεκτατικά απέναντι σε μικρότερα. Σε αυτό το πνεύμα, για παράδειγμα, ο Μαρξ υποστήριζε το δικαίωμα των Ιρλανδών για εθνική αυτοδιάθεση απέναντι στους Άγγλους. Και ο Λένιν τόνιζε ότι η υπεράσπιση αυτού του δικαιώματος, που πρέπει να περιλαμβάνει και το δικαίωμα του αποχωρισμού των μικρών χωρών και των αποικιών, είναι ένα θεμελιώδες καθήκον των κομμουνιστών στην εποχή του ιμπεριαλισμού.

Από αυτό θα φαινόταν να απορρέει, σχεδόν αυτόματα θα έλεγε κανείς, ότι οι κομμουνιστές πρέπει να υποστηρίζουν το δικαίωμα μιας μικρής χώρας να έχει την ονομασία της αρεσκείας της –δικαίωμα που αποτελεί εμφανώς μέρος της εθνικής αυτοδιάθεσης και που η ελληνική αστική τάξη αρνούνταν μέχρι πρόσφατα για τη Βόρεια Μακεδονία– και ότι όταν αυτό το δικαίωμα αμφισβητείται από μια μεγαλύτερη και ισχυρότερη γειτονική χώρα να στέκουν στο πλευρό της αδύναμης χώρας. Φυσικά αυτό δεν αποκλείει τη δυνατότητα διαπραγμάτευσης ανάμεσα στις δυο χώρες, αν η διαφωνία σε σχέση με το όνομα έχει κάποια πραγματική ιστορική βάση και υπάρχει η δυνατότητα μιας αποδεκτής συμβιβαστικής λύσης, η θέση αρχής των κομμουνιστών πρέπει όμως να είναι αυτή που αναφέραμε.

Επομένως, αν ο Τόλιος ήθελε να προβεί σε μια μαρξιστική συζήτηση του θέματος, θα έπρεπε να πει πρώτα αν ισχύουν αυτές οι θεμελιώδεις θέσεις των κλασικών. Και ύστερα, αν ισχύουν –αν θεωρεί ότι δεν ισχύουν, θα πρέπει να μας πει τους λόγους– πώς μεταφράζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά πόσο είναι συμβατές με το να εντοπίζει κανείς το κύριο πρόβλημα στη συγκεκριμένη εθνική αντίθεση στον «αλυτρωτισμό των Σκοπίων».

Τίποτε από αυτά δεν θα βρούμε δυστυχώς στο άρθρο του Τόλιου. Αυτό που παίρνουμε είναι μόνο μερικά συγκινητικά λογύδρια περί πατριωτισμού, όπως το ακόλουθο: «Ο “πατριωτισμός” δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά ηθική και πολιτική αρχή, που εκδηλώνεται με την αγάπη για την πατρίδα, την υπεράσπιση των λαϊκών συμφερόντων, της δημόσιας περιουσίας και φυσικού πλούτου, την υπερηφάνεια για την πολιτιστική κληρονομιά, την έμπρακτη υπεράσπιση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, την ειρήνη και την ισότιμη συνεργασία των λαών, την τιμή και το σεβασμό όσων θυσιάστηκαν για την πατρίδα, κά. Ο εθνικός μας ποιητής Γ. Ρίτσος στη “Ρωμιοσύνη” λέει χαρακτηριστικά: “τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας”»[7].

 Και να τα δεχτούμε όλα αυτά για σωστά, το κενό σε σχέση με τη μαρξιστική αντίληψη για το εθνικό ζήτημα παραμένει…

Αυτό στο οποίο καταλήγουν οι θέσεις των Τόλιου και Καλτσώνη, τις οποίες συζητήσαμε ως τυπικές θέσεις των χώρων τους, είναι ότι μόνο ο κομμουνισμός μπορεί να λύσει τα εθνικά και άλλα προβλήματα των λαών, και μόνο οι κομμουνιστές είναι αληθινοί πατριώτες (αρκεί να είναι κομμουνιστές, θα προσθέταμε εμείς), κοκ. Σε αυτές τις αξιώσεις δεν έρχονται πρώτοι. Επαναλαμβάνουν ουσιαστικά λάθη που είχαν διαπράξει –si licet parva componere magnis, αν επιτρέπεται να συγκρίνουμε το μικρό με το μεγάλο– στην αρχή της εποχής του ιμπεριαλισμού, όταν δεν υπήρχε ακόμη επαρκής εμπειρία των προβλημάτων της, επιφανείς μαρξιστές όπως η Λούξεμπουργκ και ο Μπουχάριν. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ στην μπροσούρα της «Το εθνικό ζήτημα και η αυτονομία» (1908-1909), είχε υποστηρίξει τη θέση ότι τα εθνικά ζητήματα είναι αδύνατο να λυθούν στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Και ο Μπουχάριν είχε προτείνει, στο 8ο Συνέδριο του ΚΚΡ (Μπ.), να αντικατασταθεί η αστική αρχή της αυτοδιάθεσης των εθνών με τη σοσιαλιστική αυτοδιάθεση των εργαζομένων. Μόνο ξεκινώντας από τέτοιες απόλυτες απόψεις, που σημαίνουν στην πράξη εγκατάλειψη του αγώνα για τη δημοκρατία για χάρη ενός «καθαρού» και «αμόλυντου» αγώνα για το σοσιαλισμό –απόψεις στις οποίες ο Λένιν είχε απαντήσει τότε πειστικά– είναι δυνατό να στηριχτεί η χωρίς περίσκεψη, φωνακλάδικη απόρριψη της Συμφωνίας των Πρεσπών όχι μόνο από τους παραπάνω σχολιαστές, αλλά και από όλες σχεδόν τις δυνάμεις στην ελληνική κομμουνιστική Αριστερά.

Η τέτοια μεταφυσική αφετηρία των σχολιαστών μας γίνεται ιδιαίτερα έκδηλη στην πεισματική άρνησή τους να θέσουν και να συζητήσουν το ερώτημα αν η Συμφωνία των Πρεσπών είναι, κατ’ αρχήν, μια βιώσιμη συμφωνία. Δεδομένου ότι μια σοσιαλιστικού τύπου λύση του ζητήματος είναι εξωπραγματική στην παρούσα στιγμή, αυτό θα ήταν το ερώτημα στο οποίο θα όφειλε να εστιάσει ένας μαρξιστής. Η αδυναμία συζήτησής του και η υποκατάστασή της με την αξίωση ότι κάθε συμφωνία που γίνεται υπό την αιγίδα των ιμπεριαλιστών είναι εξ ορισμού απορριπτέα, αποτυπώνεται πολύ ξεκάθαρα στις εκτιμήσεις του Κ. Μάρκου, ενός άλλου αναλυτή στο χώρο του «Συντονισμού», σχετικά με το θέμα:

«Η συγκεκριμένη συμφωνία», εκτιμά ο τελευταίος, «στάζει αίμα και χρήμα, διασχίζεται από αγωγούς αερίου και όχι από “λεωφόρους ειρήνης”. Συμφωνίες με ιμπεριαλιστικούς διαβολικούς σκοπούς δεν οδηγούν ποτέ στον παράδεισο της ειρήνης, όπως δείχνουν οι αντίστοιχες “συμφωνίες επίλυσης” για το παλαιστινιακό, το συριακό, το κουρδικό, το ουκρανικό ή το κυπριακό ζήτημα»[8].

Είναι πράγματι αλήθεια ότι στο παρελθόν και στις πρόσφατες ιδιαίτερα δεκαετίες υπήρξαν λύσεις ή απόπειρες λύσης εθνικών ζητημάτων από τους ιμπεριαλιστές που ήταν μη βιώσιμες. Μια τέτοια περίπτωση, για παράδειγμα, ήταν οι συμφωνίες του Όσλο το 1993 και η προτεινόμενη συμφωνία του Καμπ Ντέιβιντ το 2000 μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Στη διαδικασία αυτή το Ισραήλ έμεινε παρασάγγες πίσω από το ελάχιστο μίνιμουμ των παραχωρήσεων που θα έπρεπε να κάνει αν επεδίωκε μια πραγματικά βιώσιμη λύση του παλαιστινιακού. Το Σχέδιο Ανάν επίσης ήταν μια πολύ στρεβλή, ανορθόλογη πρόταση για την επίλυση του Κυπριακού και τα γεγονότα έδειξαν ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει. Ο καθένας θα δει ότι, σε αντίθεση με τις παραπάνω συμφωνίες, η Συμφωνία των Πρεσπών, παρότι εντάσσεται επίσης στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, είναι σαφώς πιο ορθολογική και ισορροπημένη. Αυτό ακριβώς το περιστατικό κάνει αναγκαία μια σοβαρή συζήτηση των υπέρ και των κατά της από τους κομμουνιστές για τον καθορισμό της στάσης τους. Μια τέτοια συζήτηση λάμπει δια της απουσίας της στα άρθρα που συζητήσαμε.

Ο Λένιν για την Ειρήνη των Βερσαλλιών

Στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι κομμουνιστές είχαν κληθεί να απαντήσουν στο ερώτημα αν θα δεχτούν ή θα απορρίψουν μια συμφωνία υπαγορευμένη από τους ιμπεριαλιστές. Μια τέτοια περίπτωση ήταν η Ειρήνη του Μπρεστ, που υπέγραψαν οι Μπολσεβίκοι με τη Γερμανία το 1918· μια άλλη η Ειρήνη των Βερσαλλιών (1919), με την οποία τερματίστηκε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Θα συζητήσουμε τη δεύτερη και τη θέση που πήρε απέναντί της ο Λένιν, καθώς παρουσιάζει τη μεγαλύτερη σύνδεση με το θέμα μας.

Η Συνθήκη των Βερσαλλιών ήταν μια ακραία ληστρική, εντελώς μη βιώσιμη ειρήνη, λόγω των εδαφικών προβλέψεών της, των εξωφρενικών πολεμικών αποζημιώσεων που καθόριζε, κοκ. Ουσιαστικά επρόκειτο για μια προσπάθεια των νικητριών δυνάμεων να φορτώσουν το κόστος του πολέμου στις ηττημένες, καταδικάζοντας τους λαούς τους στην πείνα και την εξαθλίωση. Αυτό είχε προκαλέσει στη Γερμανία ένα υποδαυλισμένο από τις κυρίαρχες τάξεις εθνικιστικό κίνημα εναντίον της συνθήκης, που είχε ως στόχο να διοχετεύσει την αναταραχή στη χώρα –στη Γερμανία υπήρχε στα 1918-23 επαναστατική κατάσταση– σε αντιδραστικούς δρόμους και υπήρξε βασικό όχημα για το άντρωμα αργότερα του ναζισμού. Από αυτή την άποψη, ασφαλώς, η Συνθήκη των Βερσαλλιών ήταν μια ασύγκριτα χειρότερη, πιο ωμή και επαχθής συνθήκη από τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Ο Λένιν είχε αναγνωρίσει πλήρως το ληστρικό χαρακτήρα της ειρήνης. Όταν όμως οι Γερμανοί αριστεροί κομμουνιστές, ακολουθώντας τους αστούς και τους πασιφιστές α λα Κάουτσκι, έβαλαν σε πρώτο πλάνο τον αγώνα για την ακύρωσή της, ο Λένιν είχε αντιταχθεί αποφασιστικά. Χαρακτήρισε τη στάση τους μικροαστική: «Το να βάζεις υποχρεωτικά και απαραίτητα και άμεσα στην πρώτη θέση την απαλλαγή από την ειρήνη των Βερσαλλιών και ύστερα το ζήτημα της απελευθέρωσης από το ζυγό του ιμπεριαλισμού των άλλων χωρών που καταπιέζει ο ιμπεριαλισμός είναι μικροαστικός εθνικισμός (άξιος των Κάουτσκι, Χίλφερντινγκ, Ότο Μπάουερ και σία) και όχι επαναστατικός διεθνισμός»[9].

Ο Λένιν λέει εδώ ότι σε αντίθεση με την αστική αντίδραση και τους μικροαστούς εθνικιστές, που υποδαύλιζαν το αίσθημα της εθνικής αδικίας για να πνίξουν την κοινωνική επανάσταση, οι κομμουνιστές δεν έπρεπε να ακολουθήσουν αυτό το δρόμο. Αυτό είναι ένα σημαντικό επιχείρημα, γιατί δείχνει την ταξική βάση πάνω στην οποία έπρεπε να στηριχτεί η μια κομμουνιστική στάση αρχών απέναντι στη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Είναι ένα πολύ αναφορικό επιχείρημα και απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών, δεδομένου ότι και η τελευταία έγινε αντικείμενο μιας παρόμοιας εχθρικής καμπάνιας από όλες τις ακροδεξιές και εθνικιστικές μικροαστικές δυνάμεις στη χώρα μας, ως μειοδοτική, εθνοπροδοτική, κοκ. Κάθε μαρξιστής, λοιπόν, θα όφειλε να σκεφτεί κάπως σοβαρά το ζήτημα της έμπρακτης διαφοροποίησης απέναντι σε αυτές τις δυνάμεις, και είναι σαφές ότι μια τέτοια διαφοροποίηση δεν μπορεί να συνίσταται στην υπόδειξη ότι η κριτική των κομμουνιστών είναι ειλικρινής και έντιμη σε αντίθεση με εκείνη των ακροδεξιών, αλλά μόνο στη χωρίς εξαλλοσύνες, νηφάλια και αντικειμενική εκτίμηση της Συμφωνίας.

Ο Λένιν δεν είχε αρκεστεί όμως σε αυτή την από άποψη αρχών εκτίμηση του ζητήματος. Επισημαίνοντας το γεγονός ότι μετά την ήττα της επανάστασης στην Ουγγαρία και τη Βιέννη, ο διεθνής συσχετισμός δυνάμεων είχε αλλάξει αρνητικά, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι κομμουνιστές θα έπρεπε πλέον να αποδεχτούν την Ειρήνη των Βερσαλλιών, παρά το ληστρικό χαρακτήρα της, και να δηλώσουν ότι θα την τηρούσαν για ένα διάστημα, ακόμη και μετά την από μέρους τους κατάληψη της εξουσίας στη Γερμανία. Η αντίθετη στάση των αριστερών κομμουνιστών, σημείωνε, φανέρωνε παιδική αφέλεια και στην πράξη βοηθούσαν την αστική τάξη, εμπλεκόμενοι σε μια άκαιρη μάχη:

«Τέλος, ένα από τα αδιαμφισβήτητα λάθη των “αριστερών” της Γερμανίας είναι η μονοκόμματη επιμονή τους να μην αναγνωρίζουν την ειρήνη των Βερσαλλιών… Και όσο διατυπώνεται με μεγαλύτερη “βαρύτητα” και “σπουδαιότητα”… αυτή η γνώμη, όπως λόγου χάρη από τον Κ. Χόρνερ, τόσο φαίνεται λιγότερο έξυπνη… Τώρα… έκδηλα η κατάσταση είναι τέτοια που οι κομμουνιστές της Γερμανίας δεν πρέπει να δέσουν τα χέρια τους και να υποσχεθούν ότι σε περίπτωση νίκης του κομμουνισμού θα καταγγείλουν υποχρεωτικά και οπωσδήποτε την ειρήνη των Βερσαλλιών… Η δυνατότητα να καταγγείλουμε με επιτυχία την ειρήνη των Βερσαλλιών δεν εξαρτάται μόνο από τις επιτυχίες του σοβιετικού κινήματος στη Γερμανία, αλλά και από τις επιτυχίες του σε όλο τον κόσμο… Οι ιμπεριαλιστές της Γαλλίας, της Αγγλίας κτλ. προκαλούν τους γερμανούς κομμουνιστές, τους στήνουν την παγίδα: “πέστε πως δεν θα υπογράψετε την ειρήνη των Βερσαλλιών”. Και οι αριστεροί κομμουνιστές πέφτουν σαν παιδιά στην παγίδα που τους στήνουν, αντί να ελιχθούν έξυπνα απέναντι στον ύπουλο εχθρό που στη δοσμένη στιγμή είναι πιο ισχυρός, αντί να του πουν: “τώρα θα υπογράψουμε την ειρήνη των Βερσαλλιών”. Να δένουμε προκαταβολικά τα χέρια μας… είναι ανοησία και όχι επαναστατισμός. Να δεχόμαστε τη μάχη, όταν αυτό συμφέρει ολοφάνερα τον αντίπαλο και όχι σε μας, είναι έγκλημα, και δεν αξίζουν πεντάρα οι πολιτικοί ηγέτες της επαναστατικής τάξης, που δεν ξέρουν να κάνουν “ελιγμούς, συμφωνίες, συμβιβασμούς” για να αποφύγουν μια μάχη κατάφωρα ασύμφορη»[10].

Είχε άδικο άραγε ο Λένιν σε αυτές τις εκτιμήσεις του; Αν οι σχολιαστές στον κομμουνιστικό χώρο που θεωρούν οπορτουνιστική την υποστήριξη της Συμφωνίας των Πρεσπών εκτιμούν κάτι τέτοιο, θα πρέπει να μας πουν τους λόγους. Αν όμως τις θεωρούν σωστές, θα πρέπει να μας πουν γιατί δεν ισχύουν και απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών. Δεν είναι ο συσχετισμός δύναμης σήμερα συγκριτικά πολύ χειρότερος από το 1919, ώστε να καθιστά άμεσα αδύνατη μια νίκη του σοσιαλιστικού κινήματος στην περιοχή, που θα έκανε δυνατές διαφορετικού τύπου λύσεις; Δεν είναι η Συμφωνία των Πρεσπών πολύ καλύτερη από το έκτρωμα που αντιπροσώπευαν οι Βερσαλλίες; Και δεν είναι φανερό ότι καλώντας σε ματαίωση ή κατάργησή της εξυπηρετούμε τις αντιδραστικές δυνάμεις, που θα επωφελούνταν αν συνέβαινε;

Ας προσπαθήσουν, λοιπόν, να αποδείξουν με επιχειρήματα γιατί δεν ισχύει για τους ίδιους η κριτική του Λένιν στους Γερμανούς «αριστερούς». Διαφορετικά, αν δεν είναι σε θέση να το κάνουν, κινδυνεύουν να βρουν τον εαυτό τους μεταξύ αυτών των «εγκληματιών» ηγετών που «δεν αξίζουν πεντάρα»…[11]

Ειδικά ο Δ. Καλτσώνης και η ομάδα του, που υπερασπίζουν την κουβανική επανάσταση, βγάζοντας βιβλία για τον Φιντέλ και τον Τσε, θα έκαναν καλά να ανατρέξουν στις τακτικές του Φιντέλ στο πρώτο στάδιο της επανάστασης, όταν το κίνημά του ήταν ακόμη αδύναμο.

Ο Φιντέλ είχε αντιαμερικανικές τάσεις από το 1956, καταλάβαινε ότι οι Αμερικάνοι στήριζαν τον Μπατίστα, σε τότε κείμενά του κατηγορεί τους Γιάνκηδες και τις τράπεζές τους, το 1958 έπιασε και ομήρους Αμερικάνους, κοκ. Το Φλεβάρη του 1957 όμως στη συνέντευξή του στον ανταποκριτή των Νιου Γιορκ Τάιμς Χέρμπερτ Μάθιους, φρόντισε να διαψεύσει κατηγορηματικά ότι το κίνημά του είχε αντι-αμερικάνικη αιχμή. Αν και ανέφερε ότι ο Μπατίστα χρησιμοποιούσε ενάντια στον κουβανικό λαό «όπλα που έχουν παρασχεθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες», έσπευσε να προσθέσει: «Μπορείτε να είστε σίγουροι ότι δεν έχουμε καμιά εχθρότητα απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον αμερικάνικο λαό»[12].

Γιατί το έκανε αυτό ο Φιντέλ; Το έκανε γιατί ήταν ακόμη αδύναμος και του έφτανε να έχει απέναντί του τη δικτατορία του Μπατίστα, δεν χρειαζόταν να κινητοποιήσει πλήρως και τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Και δευτερευόντως στη δοσμένη στιγμή είχε μεγάλη σημασία γι’ αυτόν να τραβήξει την προσοχή της διεθνούς κοινής γνώμης, ενώ αν άρχιζε να λέει πράγματα ενάντια στις ΗΠΑ, μπορεί οι Τάιμς να μη δημοσίευαν τη συνέντευξη.

Δεν είναι ολόιδια περίπτωση με τη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά ο συσχετισμός δύναμης και στις δυο περιπτώσεις είναι πολύ παρόμοιος. Και ο Φιντέλ έκανε σαφώς αυτό που σύστηνε ο Λένιν. Δεν βγήκε άκαιρα να φωνασκεί σαν βρέφος στους ιμπεριαλιστές θα σας πολεμήσουμε, θα σας κάνουμε και θα σας ράνουμε· καταλάβαινε ότι το ζήτημα δεν είναι να το διαλαλείς αυτό σε όλους τους τόνους αλλά το τι δυνάμεις έχεις για να το κάνεις πράξη. Γιατί λοιπόν αυτή η ευέλικτη τακτική του Φιντέλ δεν ισχύει σήμερα;

Μερικές πολύτιμες σκέψεις του Τρότσκι

Ο κοινός παρανομαστής στα κείμενα που συζητήσαμε, όπως και σε όσα είχαμε συζητήσει στο παλιότερο άρθρο μας για το ίδιο θέμα, είναι η «φιλαθλικού τύπου», καθαρά βερμπαλιστική αντιπαράθεση στον ιμπεριαλισμό. Οι πολέμιοι της Συμφωνίας των Πρεσπών πολεμούν τον ιμπεριαλισμό περίπου όπως οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού πολεμούν τους Παναθηναϊκούς και αντίστροφα. Όπως για τους Ολυμπιακούς το να είσαι Παναθηναϊκός είναι εξ ορισμού μια καταισχύνη, έτσι και για τους ασυμβίβαστους κομμουνιστές μας ό,τι συνδέεται με τους ιμπεριαλιστές αξίζει εκ προοιμίου το ανάθεμα. Αν οι ιμπεριαλιστές πουν «Πετά-πετά ο γάιδαρος», τότε εμείς θα πούμε αυτόματα το αντίθετο, ότι δεν πετά. Αν πουν όμως ότι «Δεν πετά ο γάιδαρος», τότε θα πούμε πάλι το αντίθετο, ότι «Πετά-πετά ο γάιδαρος». Και πάει λέγοντας.

Ο Λένιν είχε τονίσει αυτό το σημείο στην κριτική του στη Ρόζα Λούξεμπουργκ, σημειώνοντας ότι τα σοβαρά λάθη της στο εθνικό ζήτημα οφείλονταν στο γεγονός ότι δεν προέβαινε σε μια ανεξάρτητη ανάλυσή του, αλλά καθόριζε τη θέση της με βάση την αντιπαλότητα των Πολωνών κομμουνιστών προς το εθνικιστικό Πολωνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, ένα μικροαστικό ψευδο-σοσιαλιστικό κόμμα που υποδαύλιζε με κάθε τρόπο τον εθνικισμό. «Αν η Νάπρζοντ [η εφημερίδα του Πολωνικού Σοσιαλιστικού Κόμματος στην Κρακοβία, Χ. Κ.] λέει “ναι”», σημείωνε ο Λένιν, «η Ρόζα Λούξεμπουργκ θεωρεί ιερό καθήκον της να πει ένα άμεσο “όχι”, χωρίς να σταματήσει να σκεφτεί ότι με αυτό τον τρόπο δεν αποκαλύπτει την ανεξαρτησία της από τη Νάπρζοντ, αλλά, αντίθετα, τη γελοία εξάρτησή της από το Πολωνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και την αδυναμία της να δει τα πράγματα από μια σκοπιά βαθύτερη και ευρύτερη»[13].

Ο Τρότσκι, σε ένα σημαντικό κείμενό του με το σημαδιακό τίτλο «Μάθετε να σκέφτεστε. Μια φιλική υπόδειξη σε ορισμένους υπεραριστερούς», συζητά επίσης εκτενώς το ίδιο ζήτημα. Στο κείμενο αυτό ο Τρότσκι φέρνει μια σειρά ενδιαφέροντα παραδείγματα για να δείξει ότι η συνολική εναντίωση των κομμουνιστών στην αστική τάξη δεν σημαίνει διόλου ότι οι κομμουνιστές πρέπει να εναντιώνονται σε κάθε μέτρο, επιλογή ή ενέργεια της αστικής τάξης. Επικαλείται το γεγονός ότι η αστική τάξη των εξαρτημένων και αποικιακών χωρών εμπλέκεται κατά καιρούς σε διαμάχες ή και πολέμους ενάντια στους ιμπεριαλιστές (το χαρακτηριστικό παράδειγμα όντας τότε η εκστρατεία του Τσιανγκ Κάι-σεκ ενάντια στους Ιάπωνες επεμβατιστές στην Κίνα), συνάγοντας ότι όταν και για όσο συμβαίνει αυτό οι κομμουνιστές πρέπει να υποστηρίζουν τον αντιιμπεριαλιστικό εθνικό αγώνα. Παρόμοια, οι κομμουνιστές εναντιώνονται σταθερά στο φασισμό, αν όμως ξεσπούσε μια εξέγερση σε μια βρετανική ή γαλλική αποικία και η φασιστική Ιταλία έστελνε όπλα στους εξεγερμένους για να υπονομεύσει τις θέσεις των αντίπαλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, οι κομμουνιστές θα έπρεπε να στηρίξουν αυτή την ενέργεια και όχι να τη σαμποτάρουν[14]. Το συμπέρασμα που αντλεί ο Τρότσκι από αυτά και άλλα παρόμοια παραδείγματα είναι το ακόλουθο:

«Σε μια σειρά περιπτώσεων οι εργάτες είναι υποχρεωμένοι όχι μόνο να επιτρέψουν και να ανεχτούν, αλλά και να υποστηρίξουν ενεργητικά τα πρακτικά μέτρα της αστικής κυβέρνησης. Στις ενενήντα περιπτώσεις από τις εκατό οι εργάτες βάζουν ένα αρνητικό πρόσημο εκεί όπου η αστική τάξη βάζει ένα θετικό. Στις δέκα περιπτώσεις ωστόσο, είναι υποχρεωμένοι να βάλουν το ίδιο πρόσημο με την αστική τάξη αλλά με τη δική τους σφραγίδα, η οποία εκφράζει τη δυσπιστία τους απέναντι στην αστική τάξη. Η πολιτική του προλεταριάτου δεν απορρέει διόλου αυτόματα από την πολιτική της αστικής τάξης, βάζοντας απλά το αντίθετο πρόσημο – αυτό θα έκανε τον κάθε σεκταριστή μεγάλο στρατηγικό νου. Όχι, το επαναστατικό κόμμα πρέπει κάθε φορά να προσανατολίζει τον εαυτό του ανεξάρτητα στις εσωτερικές και τις εξωτερικές συνθήκες, καταλήγοντας σε αποφάσεις που ανταποκρίνονται με τον καλύτερο τρόπο στα συμφέροντα του προλεταριάτου. Αυτός ο κανόνας ισχύει τόσο σε περίοδο πολέμου όσο και σε περίοδο ειρήνης»[15].

Το αποφασιστικό σημείο εδώ δεν είναι μόνο η αναγνώριση –αδιανόητη και για τους σύγχρονους υπεραριστερούς– ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι κομμουνιστές πρέπει να υποστηρίζουν μέτρα της αστικής κυβέρνησης, αλλά και η αλληλένδετη πρόταση ότι σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να βάζουν τη δική τους ταξική σφραγίδα. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Και πώς θα μπορούσε να εκφραστεί στη στάση απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών; Σημαίνει ότι σε αντίθεση με την αστική τάξη, που ακόμη και όταν προωθεί μια κατ’ αρχήν αποδεκτή λύση για ένα δημοκρατικό ζήτημα το κάνει με μεσοβέζικο, ασυνεπή τρόπο, οι κομμουνιστές πρέπει να υποστηρίζουν τη συνεπή αστικοδημοκρατική λύση του.

Τα δημοκρατικά ζητήματα στην ιμπεριαλιστική εποχή ποτέ δεν παρουσιάζονται μεμονωμένα, αποκομμένα το ένα από το άλλο. Απεναντίας, ακριβώς λόγω της γενικής αντιδραστικότητας της αστικής τάξης εμπλέκονται μεταξύ τους, ώστε η συνεπής λύση ενός από αυτά να απαιτεί τη διευθέτηση ενός συνόλου πτυχών, αλληλένδετων προβλημάτων, κοκ.

Για να δώσουμε ένα συγκεκριμένο παράδειγμα, το Απαρτχάιντ στη Νότια Αφρική ήταν άρρηκτα συνυφασμένο με ένα άλλο θεμελιώδες ζήτημα, το ζήτημα της γης. Στη χώρα αυτή, το καθεστώς του Απαρτχάιντ αποστέρησε τους μαύρους συστηματικά από τη γη τους, με συνέπεια στα τέλη του 20ού αιώνα περί τους 60.000 λευκούς, το 5% του λευκού πληθυσμού, να κατέχουν το 87% του συνόλου της καλλιεργήσιμης γης[16]. Η κατάργηση του Απαρτχάιντ από τη λευκή πλειοψηφία άφησε τελείως ανεπίλυτο το ζήτημα της γης, και γι’ αυτό ήταν μια κουτσή κατάργηση. Ένα κομμουνιστικό κόμμα, λοιπόν, θα έπρεπε να τονίσει τη σύνδεση ανάμεσα στα δυο ζητήματα, απαιτώντας τη διανομή της γης στους άκληρους μαύρους αγρότες και φτάνοντας ακόμη και στην καταψήφιση της κατάργησης του Απαρτχάιντ, αν δεν συνοδευόταν από μια στοιχειωδώς ικανοποιητική αντιμετώπιση του ζητήματος της γης. Μια τέτοια στάση θα φαινόταν ίσως αντιδημοφιλής αρχικά αλλά θα δικαιωνόταν από την ιστορία, βοηθώντας να αποκτήσουν οι κομμουνιστές την εμπιστοσύνη του μαύρου πληθυσμού, ως οι συνεπείς υπερασπιστές των συμφερόντων του.

Με τη Συμφωνία των Πρεσπών υπάρχει κάποιο τέτοιο αλληλένδετο ζήτημα; Υπάρχει και αυτό που έρχεται άμεσα στο μυαλό είναι το ζήτημα των περιουσιών.

Από τη στιγμή που το ελληνικό κράτος αναγνώρισε ότι υπάρχει μια χώρα που ο πληθυσμός της αισθάνεται και προσδιορίζεται εθνικά ως Μακεδόνες (με τη σύγχρονη έννοια και όχι με εκείνη του Μεγαλέξανδρου), αυτό εμπεριέχει έμμεσα την αναγνώριση ότι και στην ελληνική επικράτεια υπήρχαν, και ενδεχόμενα υπάρχουν ακόμη περιορισμένα, πολίτες με την ίδια εθνική συνείδηση που κατά καιρούς κυνηγήθηκαν από το επίσημο ελληνικό κράτος. Τόσο κατά το Μεσοπόλεμο όσο και στη διάρκεια του εμφυλίου ως αντάρτες του ΔΣΕ, αρκετοί τέτοιοι πολίτες αναγκάστηκαν να φύγουν από την Ελλάδα, εγκαταλείποντας τις περιουσίες τους. Από την άλλη μεριά υπήρξαν πιθανώς και περιπτώσεις Ελλήνων που εξαναγκάστηκαν να αποχωρήσουν από την περιοχή των Σκοπίων στα πλαίσια των ανταλλαγών πληθυσμών στη δεκαετία 1920 και αργότερα.

Η Συμφωνία των Πρεσπών πάσχει κυρίως κατά το ότι δεν αναγνωρίζει και δεν αντιμετωπίζει, στη βάση της αμοιβαιότητας, αυτά τα προβλήματα. Οι «αλυτρωτικές» βλέψεις και οι νοσταλγίες για τις «χαμένες πατρίδες» κατά κανόνα έχουν τη βάση τους στις άδικες απώλειες και τις στερήσεις που έχουν υποστεί ολόκληροι πληθυσμοί από μια βίαιη μετεγκατάσταση. Για να μπει τέρμα σε αυτές τις βλέψεις θα έπρεπε να υπάρχει μια αναγνώριση και πρόνοια για τη λύση του ζητήματος των περιουσιών, όπως υπήρχε π.χ. ακόμη και στο Σχέδιο Ανάν πρόβλεψη για το θέμα των περιουσιών των Ελληνοκυπρίων που εξαναγκάστηκαν να φύγουν από τις κατεχόμενες περιοχές μετά τον Αττίλα.

Μπαίνει το ερώτημα: Το γεγονός ότι δεν υπάρχει αυτή η πρόνοια είναι επαρκής λόγος για να καταψηφίσουν οι κομμουνιστές τη Συμφωνία των Πρεσπών, όπως θα ήταν π.χ. η μη λύση του ζητήματος της γης με την κατάργηση του Απαρτχάιντ; Κατά τη γνώμη μας δεν είναι. Η λύση του ζητήματος της γης στη Νότια Αφρική ήταν και παραμένει ένα πανεθνικό ζήτημα, που αφορά το 90% του λαού της. Το θέμα των περιουσιών με τη Συμφωνία των Πρεσπών αντίθετα, όποια σημασία και αν έχει, αφορά μια μικρή μειοψηφία του λαού και στις δυο χώρες. Όπως και αν έχει, αναλυτές όπως οι Γ. Τόλιος, Δ. Καλτσώνης, κ.ά., αν ήθελαν όντως να συμβάλλουν στο μαρξιστικό προσανατολισμό σχετικά με τη συμφωνία, θα έπρεπε να αξιοποιήσουν τις εμβριθείς οικονομικές, νομικές, κ.ά. γνώσεις τους για να φωτίσουν τις πτυχές αυτού του θέματος. Κάτι τέτοιο απουσιάζει δυστυχώς παντελώς από τα άρθρα τους.

Μια κρίσιμη επισήμανση του Τρότσκι αφορά στην ανάγκη να διατηρούν οι κομμουνιστές τη δική τους ανεξάρτητη ταξική (δηλαδή μαρξιστική) οπτική, κατά την αποτίμηση ζητημάτων που αφορούν σε ενδοαστικές συγκρούσεις, πολέμους, κοκ. Κάτι τέτοιο δεν είναι πάντα εύκολο και είναι επίσης ένα σημείο στο οποίο πάσχουν καθοριστικά οι αναλύσεις που κριτικάραμε. Για να δώσουμε ένα ακόμη παράδειγμα, θα σταθούμε εδώ σε μια εκτίμηση του Λ. Βατικιώτη, ενός σχολιαστή επίσης από το χώρο του «Συντονισμού», σχετικά με τις Πρέσπες. «Η υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών…», γράφει, «μπορεί να λύνει επιτέλους το ζήτημα της ονομασίας της γειτονικής χώρας, αποτελεί ωστόσο παραγγελία των ΗΠΑ και πλήγμα στη Ρωσία. Βλάπτει επομένως την ειρήνη»[17].

Να επισημάνουμε κατ’ αρχήν ότι ο Βατικιώτης εγκαταλείπει εδώ τη μαρξιστική ταξική οπτική στην εκτίμηση της Συμφωνίας, πτυχές της οποίας προσπαθήσαμε να σκιαγραφήσουμε στο παρόν, και περνά στην άποψη των γεωπολιτικών σχέσεων. Το κύριο θέμα όμως είναι ότι ο ισχυρισμός του παραμένει έωλος, χωρίς καμιά προσπάθεια να τον υποστηρίξει, ενώ η βασική του υπόθεση παρανοεί τη φύση του ιμπεριαλισμού.

Ο Βατικιώτης φαίνεται να θεωρεί ότι η ειρήνη στην ιμπεριαλιστική εποχή διασφαλίζεται όταν οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις έχουν όλες λόγο και επιρροή σε μια δοσμένη περιοχή. Αν η Ρωσία διατηρούσε μια επιρροή στα Βαλκάνια θα ήταν ευχαριστημένη, τώρα δυσαρεστήθηκε και αυτό θα αυξήσει την επιθετικότητά της – να τι βεβαιώνει στην παραπάνω λακωνική πρόταση.

Η ιστορική εμπειρία διαψεύδει αυτό τον τύπο «ανάλυσης» των διεθνών ιμπεριαλιστικών σχέσεων. Δείχνει ότι η ιμπεριαλιστική ειρήνη εξασφαλίζεται σχετικά όταν μια ιμπεριαλιστική δύναμη αποκτά εμφανή πρωτοκαθεδρία σε μια περιοχή, ενώ οι ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις οξύνονται και η ειρήνη διαταράσσεται όταν μια συγκεκριμένη περιοχή διεκδικείται από πολλές δυνάμεις ή όταν μια προηγούμενη μοιρασιά έχει πάψει πλέον να ανταποκρίνεται στον πραγματικό συσχετισμό δύναμης, που έχει ενδιάμεσα αλλάξει. Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε γιατί πρέπει να συμβαίνει αυτό. Στον ιμπεριαλισμό η μόνη μέθοδος για το χωρισμό των σφαιρών επιρροής, το μοίρασμα της λείας, κοκ, είναι οι πραγματικές σχέσεις δύναμης και οι σχέσεις αυτές πρέπει να δοκιμαστούν στην πράξη πριν γίνουν οποιεσδήποτε συμφωνίες. Όταν λοιπόν μια περιοχή, χώρα, κοκ, διεκδικείται από πολλούς, χωρίς κανείς να έχει αποφασιστική επιρροή, τότε αναπόφευκτα εντείνονται οι κάθε λογής ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί, φτάνοντας ακόμη και σε ανοικτές πολεμικές συρράξεις.

Αρκετά παραδείγματα θα μας πείσουν γι’ αυτό.

Όσο η Τουρκία στεκόταν σταθερά στο νατοϊκό πλαίσιο δεν υπήρχε ακόμη κάποιος εμφανής ανταγωνισμός ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία για επιρροή σε αυτή τη χώρα. Από τη στιγμή όμως που η Τουρκία πήρε τους ρωσικούς S-400, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ΗΠΑ, που επιθυμούν να ακυρώσουν αυτό το βήμα, και τη Ρωσία, που επιθυμεί να το ευρύνει, εντάθηκε δέκα και εκατό φορές σε σχέση με πριν.

Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, ο ενδοϊμπεριαλιστικός αγώνας για επιρροή σε μια σειρά χώρες όπως το Ιράκ, η Συρία και η Λιβύη, με βοναπαρτιστικά καθεστώτα που είχαν προκύψει από τον εκφυλισμό του προηγούμενου αντιιμπεριαλισμού των τοπικών αστικών τάξεων, εντάθηκε στο έπακρο. Ο αγώνας αυτός ξέσπασε με τεράστια τραχύτητα ακριβώς σε διαφιλονικούμενες χώρες, και όχι σε χώρες που βρίσκονταν σταθερά, εδώ και δεκαετίες, στην αμερικάνικη σφαίρα επιρροής, όπως η Ιορδανία, η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος. Οι Αμερικάνοι με τις επεμβάσεις τους κέρδισαν τον έλεγχο του Ιράκ. Στη Συρία, από την άλλη, ο Άσαντ, με την αμέριστη βοήθεια της Ρωσίας και της Κίνας, μπόρεσε να πνίξει στο αίμα την εξέγερση του συριακού λαού και η χώρα περιήλθε στον έλεγχο της Ρωσίας. Μια περίπου ισοπαλία ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία διαμορφώθηκε στη Λιβύη. Μόνο αφού μετρήθηκαν στην πράξη οι σχέσεις δύναμης, διαμορφώθηκε μια ισορροπία που τείνει να κατασταλάξει στα αποτελέσματα που αναφέραμε και που μπορεί να γίνει η βάση για μια προσωρινή «ιμπεριαλιστική ειρήνη».

Η συμφωνία των Πρεσπών αποτελεί μέρος αυτής της αποσαφήνισης των συσχετισμών δύναμης στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και των Βαλκανίων (που περιλαμβάνει και τοπικά μπλοκ, όπως αυτό ανάμεσα σε Ελλάδα, Ισραήλ και Αίγυπτο). Δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι θα προκαλέσει μια ισχυρή αντίδραση της Ρωσίας εδώ ή σε κάποια άλλη περιοχή, που διαφορετικά θα αποφεύγονταν. Η Ρωσία πήρε (και παίρνει) αυτά που μπορούσε στη Συρία και τη Λιβύη, κρατώντας και μια επιρροή σε άλλες βαλκανικές χώρες, οι Αμερικάνοι και η ΕΕ πήραν τα υπόλοιπα, και αποκρυσταλλώνεται βαθμιαία μια νέα κατάσταση. Πραγματικά, με τις Πρέσπες η Ρωσία αρκέστηκε σε μερικές χλιαρές διαμαρτυρίες, που καμιά σχέση δεν έχουν με τη στάση της όταν πρόκειται για την Ουκρανία ή τη Λευκορωσία.

Ο ισχυρισμός του Βατικιώτη είναι έτσι έωλος, δεν υποστηρίζεται από τα γεγονότα. Και το πρόβλημα δεν έγκειται στο ότι πρόβαλε το συγκεκριμένο ισχυρισμό –τουλάχιστον αυτό θα μπορούσε να δείχνει μια τάση να εκτιμηθούν οι πραγματικές συνέπειες της συμφωνίας– αλλά στην έλλειψη εμβάθυνσης, στην αμέλεια να επιχειρηθεί έστω και μια στοιχειώδης θεμελίωσή του.

Συμπερασματικά

Ο Τρότσκι είχε συγκρίνει μια φορά τη σταλινική πολιτική στην Κίνα με τη συμπεριφορά ενός βάρδου των ρωσικών λαϊκών μύθων, που τραγουδά στους γάμους νεκρικούς ύμνους και στις κηδείες γαμήλια τραγούδια. Και στις δυο περιπτώσεις τις τρώει και ησυχάζει[18].

Τα περισσότερα επιχειρήματα ενάντια στη Συμφωνία των Πρεσπών που συζητήσαμε στα προηγούμενα μέρη πάνε πολύ πιο πέρα από τα κατορθώματα του λαϊκού αυτού βάρδου. Μοιάζουν με την περίπτωση μερικών πιστών, θεοσεβών Χριστιανών που τραγουδούν τη Μεγάλη Παρασκευή στον Επιτάφιο το Χριστός Ανέστη και την επομένη πάνε στην Ανάσταση και ψάλλουν το Η Ζωή εν Τάφω. Οι Χριστιανοί μας είναι βέβαια ακλόνητα πιστοί, τόσο ώστε ακόμη και ο Άγιος Νεκτάριος, την ιστορία του οποίου παρακολουθήσαμε πρόσφατα στις κινηματογραφικές αίθουσες, να ωχριά μπροστά τους. Ακόμη όμως και ο τελευταίος νοήμων Χριστιανός θα καταλάβαινε ότι ένα τρομερό μπάχαλο βασιλεύει μέσα στο γεμάτο πίστη μυαλό τους…

Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι, βέβαια, ένα θέμα συγκριτικά μέσης ιστορικής σημασίας. Είναι όμως ένα θέμα που η σωστή λήψη θέσης απαιτεί στοιχειώδη ιστορικό ρεαλισμό και επαφή με την πραγματικότητα –αυτό που η Ρόζα Λούξεμπουργκ αποκαλούσε επαναστατική ρεαλπολιτίκ– και η θεμελίωσή της μια διαλεκτική μαρξιστική προσέγγιση.

Οι λίγες ομάδες στον κομμουνιστικό χώρο που πήραν θέση υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών δικαιώνονται σε αυτή τη θέση τους από την ίδιες τις εξελίξεις μετά την υπογραφή της. Και δικαιώνονται ακόμη περισσότερο από τα επιχειρήματα των «κομμουνιστών» πολέμιων της Συμφωνίας, που βιάζουν ωμά όχι μόνο τη μαρξιστική θεώρηση αλλά και την κοινή λογική.

Ένα εύλογο ερώτημα που τίθεται εδώ είναι: Γιατί άραγε οι πολέμιοι της Συμφωνίας στο χώρο του «Συντονισμού» και της ΛΑΕ προσπερνούν τελείως τις θέσεις των κλασικών για τη στάση των κομμουνιστών απέναντι στα καταπιεζόμενα μικρά έθνη. Μπορούν αυτές οι θέσεις να συμβιβαστούν με οποιοδήποτε τρόπο με τις εκτιμήσεις που λανσάρει η ελληνική αστική τάξη, ότι η Ελλάδα κινδυνεύει από τον «αλυτρωτισμό των Σκοπίων», μιας αδύναμης, εθνοτικά ασταθούς και διχασμένης χώρας το πολύ ενάμιση εκατομμυρίου κατοίκων; Είναι άραγε επειδή αγνοούν τις θέσεις των κλασικών; Ή μήπως τις παρανοούν επειδή είναι τόσο σύνθετες που μόνο μια διάνοια επιπέδου Αϊνστάιν και άνω θα μπορούσε να τις συλλάβει;

Όχι, οι θέσεις αυτές είναι αρκετά στοιχειώδεις και όσοι έχουν διαβάσει Μαρξ ή Λένιν τις γνωρίζουν καλά. Η πραγματική αιτία θα βρεθεί στο γεγονός ότι οι ομάδες του «Συντονισμού», το Αριστερό Ρεύμα, κ.ά., οι οποίες προέρχονται από το χώρο ΚΚΕ, δεν βρήκαν ποτέ μετά τη διαγραφή ή αποχώρησή τους από το ΚΚΕ, τη δύναμη να εκπληρώσουν την ιστορικά αναγκαία ρήξη με το σταλινισμό. Έμειναν έτσι δέσμιες μιας δογματικής, μηχανικής λογικής, η οποία στην περίπτωση της ΛΑΕ εκφυλίστηκε σε μια ταύτιση με τον αστικό εθνικισμό, ενώ στις ομάδες του «Συντονισμού», σε διανοουμενίστικα σχήματα χωρίς ουσιαστική επαφή με την πραγματικότητα. Σήμερα οι ομάδες αυτές και οι λογικές τους έχουν ιστορικά χρεοκοπήσει. Αν κάποιοι σε αυτές φιλοδοξούν να συνεισφέρουν πραγματικά στην υπόθεση του κινήματος, θα πρέπει να βρουν τη δύναμη να τις εγκαταλείψουν και να απαλλαγούν από το βαρύ φορτίο τους.

Στις συζητήσεις μας ως τώρα δεν αναφερθήκαμε στη στάση μερικών ομάδων του τροτσκιστικού χώρου, όπως η ΔΕΑ, η ΟΚΔΕ, η ΟΚΔΕ-Σπάρτακος, η Κομμουνιστική Τάση, το ΣΕΚ, κ.ά. Οι ομάδες αυτές έχουν γενικά διεθνιστικές παραδόσεις και στις θέσεις τους για τη Συμφωνία των Πρεσπών καταπολεμούν τα αφηγήματα του ελληνικού εθνικισμού, εκτιμώντας σωστά ότι στην αντιπαράθεση περί Μακεδονικού ο σοβινισμός και ο επεκτατισμός βρίσκεται κυρίως στη μεριά της ελληνικής αστικής τάξης, στις επίμονες αξιώσεις της καθορισμού του ονόματος της γειτονικής χώρας, με αποκλεισμό μάλιστα του όρου Μακεδονία, κοκ. Ωστόσο, υποκύπτοντας στην πεπατημένη, πήραν είτε αρνητική είτε ασαφή στάση απέναντι στη Συμφωνία.

Ο Λένιν, συζητώντας το ζήτημα των συμβιβασμών τόνιζε ότι στις μελλοντικές μάχες οι κομμουνιστές θα βρεθούν πολλές φορές αντιμέτωποι με «εξαιρετικά δύσκολες και πολύπλοκες περιπτώσεις», όπου δεν θα είναι εύκολο να αποφανθούν αν πρόκειται για ένα δικαιολογημένο συμβιβασμό ή όχι[19]. Αλλά γι’ αυτό ακριβώς είναι αναγκαίο να λαμβάνεται μια σωστή, μελετημένη θέση στις τυπικές, σαφείς περιπτώσεις, ώστε να δημιουργείται η κουλτούρα και οι όροι για τη σωστή αντιμετώπιση των πιο σύνθετων θεμάτων και τη συγκρότηση ενός πραγματικού κομμουνιστικού κόμματος. Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι η κλασική περίπτωση μιας κατ’ αρχήν αποδεκτής αστικής λύσης ενός εθνικού ζητήματος, ακριβώς όπως η συμφωνία Ισραήλ-Παλαιστινίων που επεδίωξαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ήταν μια κλασική περίπτωση μη αποδεκτής λύσης (τόσο που και ο Αραφάτ αρνήθηκε να την υπογράψει).

Αυτός είναι ο λόγος που οι ομάδες αυτές καλούνται σήμερα να επανεξετάσουν τη θέση τους, στο συγκεκριμένο ζήτημα και ευρύτερα στην εκτίμηση του αμυντικού χαρακτήρα του τωρινού σταδίου και των αναγκαίων τακτικών του.



[1] Βλέπε Χρ. Κεφαλής, «Η Συμφωνία των Πρεσπών και η ελληνική Αριστερά», 11.02.2019. Για τη θέση του Ξεκινήματος, βλέπε «Ελλάδα – Βόρεια Μακεδονία: κοινός αγώνας των δυο λαών ενάντια στους εθνικισμούς». Για τη θέση της μειοψηφίας της ΟΚΔΕ Σπάρτακος, «Για τη “συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ”», Τεταρτοδιεθνιστική Προγραμματική Τάση της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος.
[2] «Ξέφυγε εντελώς ο Ερντογάν: Εύχεται η Γαλλία να “ξεφορτωθεί” γρήγορα τον Μακρόν αλλιώς… “τα κίτρινα γιλέκα θα γίνουν κόκκινα”».
[3] «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗΣ ΣΤΙΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΙΣ».
[4] Δ. Καλτσώνης, «Μακεδονικό : Το προβληματικό άρθρο 2 της Συμφωνίας των Πρεσπών».
[5] Γ. Τόλιος, «Πατριωτικό – εθνικό – διεθνιστικό και συμφωνία των Πρεσπών».
[6] Στο ίδιο.
[7] Στο ίδιο.
[8] Κ. Μάρκου, «Μακεδονικό: Εκβιαστική και έωλη συμφωνία νατοϊκής αποσταθεροποίησης στα Βαλκάνια, του Κώστα Μάρκου».
[9] Λένιν, «Ο Αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού», στα Άπαντα, εκδ. ΣΕ, τόμ. 41, σελ. 61.

[10] Στο ίδιο, σελ. 59-61.

[11] Ως μια «υπόδειξη», ας εξετάσουμε το ακόλουθο επιχείρημα: «Ο Λένιν είχε άδικο να υποστηρίζει μια τόσο ληστρική συνθήκη όπως η Συνθήκη των Βερσαλλιών στο όνομα του δυσμενούς συσχετισμού δυνάμεων. Αν αυτό γίνει δεκτό, οι σοσιαλσοβινιστές και ο Κάουτσκι θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την υποστήριξή τους στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο επικαλούμενοι το δυσμενή συσχετισμό».
Ο Λένιν είχε εξηγήσει πολλές φορές ότι ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος ήταν ένα ενοποιητικό γεγονός που εξάλειφε τις επιμέρους διαφορές ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, όπως η διαφορά ανάμεσα στη μοναρχία και τη δημοκρατία. Ο πόλεμος για όσο διαρκούσε έθετε σε καθαρή μορφή το δίλημμα: ιμπεριαλιστική σφαγή ή αγώνας για τη σοσιαλιστική επανάσταση, με τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο. Πριν τον παγκόσμιο πόλεμο όμως, και μετά το πέρας του, δεν υπήρχε μια ανάλογη ενοποίηση και οι ιμπεριαλιστικές και άλλες ενδοαστικές αντιθέσεις είχαν πραγματική σημασία.
Σήμερα επίσης δεν υπάρχει ένας γενικός ενοποιητικός παράγοντας, που να διαγράφει τις επιμέρους αντιθέσεις. Γι’ αυτό οι αντιθέσεις ανάμεσα στις διάφορες αστικές πτέρυγες, οι συσχετισμοί, κοκ, πρέπει να υπολογίζονται σε μια μαρξιστική πολιτική. Όσοι καταδικάζουν αξιωματικά τη Συμφωνία των Πρεσπών, ενεργούν «ως εάν» να υπάρχει ήδη ένας παράγοντας που θέτει άμεσα το ερώτημα σοσιαλισμός ή καπιταλιστική βαρβαρότητα σε «καθαρή μορφή», ο παράγοντας αυτός όμως υπάρχει τώρα μόνο στη φαντασία τους.
[12] Χ. Μάθιους, «Ο Κάστρο ζει και πολεμά ακόμη στα βουνά», στη Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 28, σελ. 53-54.
[13] Λένιν, «The Right of Nations to Self-Determination. 6. NORWAY’S SECESSION FROM SWEDEN».
[14] Το συγκεκριμένο επιχείρημα δεν είναι καθόλου φανταστικό ή εξωπραγματικό. Για να δώσουμε ένα σύγχρονο παράδειγμα, στη Συρία οι Αμερικάνοι, για να πολεμήσουν τον ISIS και να έχουν ένα αντίβαρο στη ρωσική υπεροχή, αναγκάστηκαν να δώσουν όπλα στους Κούρδους, το δημοκρατικό στοιχείο της περιοχής. Αυτό αντικειμενικά, άσχετα από τα κίνητρα των Αμερικάνων, ήταν μια θετική ενέργεια, που επέτρεψε μέχρι τώρα στους Κούρδους να μην έχουν την τύχη όλων των άλλων ομάδων που σφαγίασε το συριακό καθεστώς. Οι κομμουνιστές, παρά τη ριζική εναντίωσή τους στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, θα έπρεπε να υποστηρίξουν το συγκεκριμένο μέτρο, καλώντας τους Κούρδους να πάρουν τα όπλα, αλλά και προειδοποιώντας ότι οι Αμερικάνοι θα τους πουλήσουν σε πρώτη ευκαιρία, όπως και έγινε επί Τραμπ.
[15] Λ. Τρότσκι, «Μάθετε να σκέφτεστε. Μια φιλική υπόδειξη σε ορισμένους υπεραριστερούς».
[16] Βλέπε Σ. Μόγιο, «The Land Question and the Peasantry in Southern Africa», σελ. 152.
[17] Λ. Βατικιώτης, «Λίγες και αβέβαιες οι υποσχέσεις Τσίπρα από τη Θεσσαλονίκη». 
[18] Λ. Τρότσκι, Η Διαρκής Επανάσταση, εκδ. Αλλαγή, Αθήνα 1982, σελ. 23.
[19] Λένιν, Άπαντα, τ. 41, σελ. 52. Στα πρόσφατα χρόνια το Σχέδιο Ανάν αντιπροσωπεύει την πιο κλασική τέτοια περίπτωση όπου είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποφανθείς αν οι προοπτικές θα ήταν καλύτερες αν είχε εγκριθεί ή όπως διαγράφονται τώρα.

Ακολουθήστε το «Ξ» στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία άρθρα μας.

Μπορείτε επίσης να βρείτε αναρτήσεις, φωτογραφίες, γραφικά, βίντεο και ηχητικά μας σε facebook, twitter, instagram, youtube, spotify.

Ενισχύστε οικονομικά το xekinima.org

διαβάστε επίσης:

7,147ΥποστηρικτέςΚάντε Like
647ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,109ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
410ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Πρόσφατα άρθρα