Η χρεοκοπία της Silicon Valley Bank: προάγγελος της κατάρρευσης του τραπεζικού τομέα;

Η χρεοκοπία της Silicon Valley Bank (SVB) στις ΗΠΑ προκάλεσε κύματα σοκ στις αγορές, τις κυβερνήσεις και άλλους θεσμούς του καπιταλιστικού συστήματος. Οι οικονομικοί αναλυτές προσπαθούν να καταλάβουν τις ομοιότητες και τις διαφορές από τη χρηματοπιστωτική κρίση του ’07-’08-’09, να μετρήσουν τους κινδύνους της μετάδοσης και να βρουν τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνήσεις και οι Κεντρικές Τράπεζες θα αντιμετωπίσουν παρόμοιες κρίσεις.

Ας δούμε τι ακριβώς συνέβη και πώς μπορεί αυτό το γεγονός να επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία.

Τα γεγονότα

Υπάρχει καλύτερη στιγμή για να σκεφτεί κανείς να ιδρύσει μια τράπεζα από ένα παιχνίδι πόκερ; Η SVB στην επίσημη ιστοσελίδα της κοινοποιεί αυτό το ερώτημα με περηφάνεια! Πιθανότατα φαντάζονται τους εαυτούς τους να παίζουν ένα παιχνίδι πόκερ στο οποίο η τράπεζα κερδίζει πάντα…

Η SVB ήταν μία από τις 20 μεγαλύτερες τράπεζες στις ΗΠΑ (η 16η μεγαλύτερη) με ενεργητικό άνω των 200 δισ. δολαρίων (188 δισ. ευρώ). Η κατάρρευσή της ήταν η μεγαλύτερη χρεοκοπία τράπεζας μετά την κρίση του 2008 και η δεύτερη μεγαλύτερη στην ιστορία των ΗΠΑ. 

Υπήρχαν δύο παράγοντες που οδήγησαν σε αυτή τη χρεοκοπία. 

Ο πρώτος είναι ότι η SVB είχε μεγάλη εμπλοκή στον κλάδο της τεχνολογίας. Ο τομέας της τεχνολογίας γνώρισε τεράστια άνοδο τις τελευταίες δεκαετίες – ειδικά κατά τη διάρκεια της πανδημίας είδε τα έσοδά του να εκτοξεύονται στα ύψη, εκμεταλλευόμενη τη νέα κατάσταση με τα λοκντάουν. Όταν οι οικονομίες άνοιξαν και πάλι και τα πράγματα επανήλθαν σταδιακά σε σχετικά φυσιολογικά επίπεδα, οι εταιρείες τεχνολογίας βρέθηκαν να έχουν μειωμένα έσοδα (συγκριτικά με πριν) και χρειάζονταν χρήματα. Αυτό οδήγησε σε συρρίκνωση των ταμειακών διαθεσίμων της SVB και αύξησε τις απαιτήσεις για ρευστότητα. 

Το δεύτερο, σε συνδυασμό φυσικά με το πρώτο, ήταν οι αυξήσεις των επιτοκίων της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, της FED. Οι τράπεζες δεν θέλουν να κρατούν χρήματα στα ταμεία τους. Τα χρήματα που παίρνουν από τις καταθέσεις των πελατών τους επενδύονται σε ομόλογα και μετοχές, ώστε να αποδίδουν κέρδη για τους τραπεζίτες. Πολλές τράπεζες, ανάμεσά τους και η SVB, έχουν επενδύσει σε μεγάλο βαθμό σε κρατικά ομόλογα, τα οποία μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ασφαλής επένδυση. Όταν τα επιτόκια ήταν λίγο-πολύ σταθερά και κοντά στο μηδέν, τα κρατικά ομόλογα μπορούσαν να διαπραγματεύονται (να αγοράζονται και να πωλούνται) ακόμη και πριν από τη λήξη τους κοντά στην ονομαστική τους αξία. 

Έτσι, οι τράπεζες που είχαν ομόλογα στα χαρτοφυλάκιά τους, όταν χρειάζονταν μετρητά, μπορούσαν να τα ρευστοποιήσουν χωρίς σημαντικές απώλειες. Οι επενδύσεις σε κρατικά ομόλογα λειτουργούσαν ως ένας τρόπος να συσσωρεύουν χρήματα και ταυτόχρονα να έχουν τη δυνατότητα να τα μετατρέπουν ξανά σε μετρητά όποτε τα χρειάζονταν. Αυτό άλλαξε με τις επιθετικές αυξήσεις των επιτοκίων της FED. Όταν εκδίδονται νέα ομόλογα με αποδόσεις κοντά στο επιτόκιο της FED (π.χ. γύρω στο 3%-4% ανάλογα με την ημερομηνία λήξης τους), κανείς στην αγορά δεν θέλει να αγοράσει άλλα ομόλογα που έχουν αποδόσεις μικρότερες του 1%. Αυτό σήμαινε ότι η SVB, έχοντας ανάγκη ρευστότητας, αναγκάστηκε να αναλάβει ζημίες (να πουλήσει ομόλογα κάτω από την ονομαστική τους αξία) προκειμένου να απαλλαγεί από τα ομόλογα που είχε στα χέρια της. 

Οι πληροφορίες σχετικά με τα προβλήματα ρευστότητας της SVB διαδόθηκαν πολύ γρήγορα στο Twitter και αλλού, κάτι που οδήγησε σε ένα κλασικό «bank run» (μαζική ανάληψη μετρητών από τις τράπεζες), μόνο που αυτή τη φορά ήταν διαδικτυακό. 

Εταιρείες και ιδιώτες ζήτησαν, μαζικά, να μεταφέρουν τα χρήματά τους σε μεγαλύτερες τράπεζες. Αυτό οδήγησε στην κατάρρευση της SVB, καθώς όλες οι τράπεζες διατηρούν μόνο ένα μικρό μέρος των χρημάτων των πελατών τους σε μετρητά και επενδύουν όλα τα υπόλοιπα προκειμένου να αποκομίσουν κέρδη.

Οι αγορές και οι επιχειρήσεις σε αυτό το σημείο πανικοβλήθηκαν, καθώς υπήρχαν φόβοι ότι θα έχαναν τα ταμειακά τους αποθέματα, γεγονός που θα είχε στη συνέχεια επιπτώσεις σε ολόκληρη τη βιομηχανία εταιρειών τεχνολογίας με αθετήσεις πληρωμών και κλεισίματα. Σχεδόν οι μισές από τις αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας και βιοεπιστημών που χρηματοδοτούνταν με επιχειρηματικά κεφάλαια είχαν ως τράπεζα την SVB.

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ παρενέβη και ανέλαβε στην πραγματικότητα την SVB, θέτοντάς την υπό την εποπτεία της Ομοσπονδιακής Εταιρείας Ασφάλισης Καταθέσεων (FDIC). Η FDIC είναι μια κυβερνητική εταιρεία που παρέχει ασφάλιση καταθέσεων στις τράπεζες. Εγγυήθηκε να αποζημιώσει όλους τους πελάτες της SVB, ακόμη και αν οι καταθέσεις τους ξεπερνούσαν το όριο των 250.000 δολαρίων, το οποίο είναι εγγυημένο για όλους τους ιδιώτες. Στην πραγματικότητα, πάνω από το 90% των πελατών της SVB δεν ήταν ιδιώτες, αλλά εταιρείες, που είχαν σημαντικά μεγαλύτερες καταθέσεις από το όριο των 250.000 δολαρίων.

Μία διάσωση κατ’ όνομα

Ξανά και ξανά, βλέπουμε ότι οι τράπεζες και οι μεγάλοι καπιταλιστές καταφεύγουν στο κράτος για να τους σώσει από τις δυνάμεις της αγοράς που με τόσο πάθος επαινούν. Όταν τα κέρδη τους αυξάνονται, δεν θέλουν ούτε καν να ακούσουν για κρατική παρέμβαση στις επιχειρήσεις τους. Αλλά όταν ακολουθούν απώλειες, φωνάζουν «σας παρακαλούμε σώστε μας»!

Την Κυριακή 12 Μαρτίου, πέντε χιλιάδες (5.000) διευθύνοντες σύμβουλοι υπέγραψαν μια έκκληση προς την κυβέρνηση των ΗΠΑ να παρέμβει και να σώσει την SVB. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι αναλυτές του συστήματος, κεϋνσιανοί ή νεοφιλελεύθεροι, ζητούσαν εναγωνίως κρατική παρέμβαση το συντομότερο δυνατό. 

Και αυτό πράγματι συνέβη, καθώς τόσο οι ασφαλισμένες όσο και οι ανασφάλιστες καταθέσεις πρόκειται να επιστραφούν. Στο εσωτερικό των στρατηγείων του συστήματος υπάρχει η σύμπνοια ότι πρέπει να υπάρξει παρέμβαση του κράτους και να γίνει ό,τι χρειάζεται για να αποφευχθούν οι μεγάλες χρεοκοπίες, προκειμένου να μην επαναληφθεί το λάθος που έκαναν στο κραχ του ’29 και στην αρχική φάση της κρίσης του ’08-’09.

Αυτό που προκαλεί εντύπωση και οργή στα πλατιά στρώματα είναι ότι οι τράπεζες παίρνουν βοήθεια όταν χρεοκοπούν, αλλά όταν τα νοικοκυριά της εργατικής τάξης αντιμετωπίζουν οικονομική κατάρρευση, κανείς δεν δίνει δεκάρα γι’ αυτό. Όταν καταστρέφονται δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές, όταν οι παραγωγικές μονάδες μεταφέρονται σε άλλες χώρες, όταν η αύξηση του κόστους ζωής και ο πληθωρισμός καταστρέφουν τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, όταν ολόκληρες περιοχές του κόσμου είναι αντιμέτωπες με την πείνα, τότε οι καπιταλιστές λένε «δεν υπάρχουν λεφτόδεντρα». Λοιπόν, φαίνεται ότι για τις τράπεζες υπάρχουν μερικά.

Η αμερικανική κυβέρνηση και τα κυρίαρχα μέσα μαζικής ενημέρωσης είναι επίσης πολύ προσεκτικοί στο να μην χρησιμοποιήσουν τη λέξη «διάσωση». Ο Μπάιντεν, η Γέλεν (Υπουργός Οικονομικών) και ο Πάουελ (Πρόεδρος FED) επιμένουν ότι δεν πρόκειται για διάσωση, παρόλο που μοιάζει πολύ με διάσωση. Ο λόγος για τη στάση αυτή είναι ότι οι διασώσεις τραπεζών κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης του 2008-9 ήταν πολύ αντιδημοφιλείς και δικαίως θεωρήθηκαν από τον λαό ως επιβράβευση όσων ευθύνονται για την κρίση.

Αλλά, όπως το έθεσε ο Amiyatosh Purnanandam, ένας οικονομολόγος στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν που μελετά τις διασώσεις τραπεζών, 

«Αν μοιάζει με πάπια, τότε μάλλον είναι πάπια. Αυτό είναι ένα κανονικό σχέδιο διάσωσης, απλά και καθαρά».

Οι υποστηρικτές της «μη διάσωσης» λένε ότι η FDIC, παρόλο που είναι κρατικός οργανισμός, δεν χρησιμοποιεί δημόσιο χρήμα αλλά τα ασφάλιστρα των τραπεζών-μελών της. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν ορισμένοι αναλυτές, οι τράπεζες θα μετακυλήσουν το κόστος στους πελάτες τους. 

Και πάλι, οι εργαζόμενοι και οι φτωχοί θα πληρώσουν το τίμημα για τη διάσωση των πλουσίων.

Επιτήρηση;

Τα τραπεζικά ατυχήματα και οι χρεοκοπίες δεν είναι κάτι καινούργιο για τον καπιταλισμό, ιδίως στις ΗΠΑ. Κάθε φορά που το σύστημά τους αποτυγχάνει, ξεκινάει μια συζήτηση για το «πώς θα αποφύγουμε να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο». Ο Μπάιντεν, στην ομιλία του σχετικά με την κατάρρευση της SVB, είπε: 

«Είμαι σταθερά προσηλωμένος στο να καταστήσω τους υπεύθυνους για αυτό το χάος πλήρως υπόλογους και να συνεχίσουμε τις προσπάθειές μας για την ενίσχυση της εποπτείας και της ρύθμισης των μεγαλύτερων τραπεζών, ώστε να μην βρεθούμε ξανά σε αυτή τη θέση».

Το απόλυτο χάος στο οποίο περιήλθε το χρηματοπιστωτικό και τραπεζικό σύστημα στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του κραχ του 1929, οδήγησε τελικά σε κάποια ρύθμιση του τραπεζικού τομέα που έμοιαζε με ζούγκλα, μέχρι τότε. 

Ο νόμος Glass-Steagall, που υπέγραψε ο Φράνκλιν Ρούσβελτ στο πλαίσιο των πολιτικών του New Deal, διαχώρισε την επενδυτική τραπεζική από τις τράπεζες λιανικής, προκειμένου να ελέγξει τις άγριες κερδοσκοπικές δραστηριότητες των τραπεζιτών. Αυτό φυσικά δεν σήμαινε ότι οι τράπεζες σταμάτησαν να τζογάρουν. Αλλά αναγκάστηκαν να ανεχθούν ορισμένους περιορισμούς. 

Οι τραπεζίτες πέτυχαν να καταργήσουν τελικά αυτόν τον νόμο το 1999, επί κυβέρνησης Κλίντον. 

Ο Κλίντον υπέγραψε έναν νέο νόμο που αντικατέστησε τον νόμο Glass-Steagall, ο οποίος ανέφερε ότι: 

«Η άρση των φραγμών στον ανταγωνισμό θα ενισχύσει τη σταθερότητα του συστήματος χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών μας». 

Από τη στιγμή αυτής της δήλωσης, χρειάστηκε λιγότερο από μια δεκαετία, κατά τη διάρκεια της οποίας ο τζόγος στα χρηματιστήρια έγινε ακόμη πιο έντονος, για να οδηγηθεί η παγκόσμια οικονομία στην κρίση του ’08-’09. 

Στη συνέχεια, ο Ομπάμα επέβαλε τον νόμο Dodd-Frank για τη μεταρρύθμιση της Wall Street και την προστασία των καταναλωτών το 2010, ως έναν τρόπο να περιοριστούν ορισμένες από τις «υπερβολές» των αρπακτικών των τραπεζών. Αλλά και πάλι, μετά από λίγα χρόνια, ο Τραμπ πήρε πίσω ορισμένα από τα μέτρα που εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο αυτού του νόμου. Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα είναι ότι στον αρχικό νόμο Dodd-Frank, οι τράπεζες με ενεργητικό άνω των 50 δισ. δολαρίων υποχρεώθηκαν να κάνουν τακτικά τεστ αντοχής (stress tests) και να παίρνουν και άλλα μέτρα ασφαλείας. Ο Τραμπ αύξησε αυτό το όριο στα 250 δισ. δολάρια. Προηγουμένως, ο διευθύνων σύμβουλος της SVB Γκρεγκ Μπέκερ, μαζί με άλλους διευθύνοντες συμβούλους (CEOs), άσκησε πιέσεις στην κυβέρνηση Τραμπ να χαλαρώσει τους περιορισμούς που είχε θέσει ο Ομπάμα, με αποτέλεσμα η SVB (με ενεργητικό λίγο πάνω από τα 200 δισ. δολάρια) και άλλες τράπεζες να εξαιρεθούν από αυτά τα τεστ…

Έτσι, το ερώτημα δεν είναι αν μπορούν να υπάρξουν ρυθμιστικά μέτρα. Το ζήτημα είναι ότι οι τραπεζίτες βρίσκουν πάντα τρόπους να τα ξεπερνούν, μέχρι να καταφέρουν πραγματικά να τα καταργήσουν. Είναι η λογική του καπιταλισμού, η επείγουσα και συνεχής ώθηση προς όλο και περισσότερα κέρδη, που καταστρέφει κάθε προσπάθεια να μπει φρένο στην «αλόγιστη κερδοσκοπία».

«Έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός»

Μαζί με την κατάρρευση της SVB, είχαμε τη χρεοκοπία δύο άλλων αμερικανικών τραπεζών, της Signature και της Silvergate. Ακόμα, βρίσκεται σε εξέλιξη η κρίση της Credit Suisse, μιας από τις μεγαλύτερες τράπεζες της Ελβετίας και του κόσμου. 

Την ώρα που γράφεται αυτό το άρθρο, η Εθνική Τράπεζα της Ελβετίας ανακοίνωσε ότι θα ενισχύσει με 50 δισ. δολάρια στην Credit Suisse προκειμένου να σταματήσει την επικείμενη χρεοκοπία. Η Credit Suisse είναι βυθισμένη σε διάφορα σκάνδαλα και αυτό, σε συνδυασμό με την ακραία «νευρικότητα» των αγορών την έχει βάλει στο μάτι του κυκλώνα. Μένει να δούμε αν η παρέμβαση της Εθνικής Τράπεζας της Ελβετίας θα είναι αρκετή για να βάλει φρένο σε αυτή την ελεύθερη πτώση. Σε κάθε περίπτωση, η τραπεζική κρίση είναι δεδομένο ότι θα εξελιχθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο τους επόμενους μήνες.

Αυτές οι χρεοκοπίες ή τα προβλήματα διαφόρων τραπεζών δεν συνδέονται άμεσα μεταξύ τους, όπως συνέβαινε στην κρίση του ’08-’09. Έχουν όμως έναν κοινό παρονομαστή. Είναι το αλλαγμένο τοπίο των υψηλών επιτοκίων που συμπιέζει τα κέρδη και πιέζει τις υπερχρεωμένες τράπεζες, τις εταιρείες και τα κυρίαρχα κράτη. Η ευρύτερη εικόνα είναι ότι η εποχή του «φθηνού χρήματος» έχει τελειώσει προς το παρόν. Η εποχή κατά την οποία οι τράπεζες μπορούσαν να παίρνουν επανειλημμένα και εύκολα νέα δάνεια για να χρηματοδοτούν τα παλιά έχει τελειώσει. Όσοι έχουν υψηλά χρέη και μειωμένα έσοδα θα αντιμετωπίζουν την προοπτική της χρεοκοπίας. Οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες, στην προσπάθειά τους να περιορίσουν τον πληθωρισμό, προκαλούν τριγμούς στην οικονομία, με τη μορφή απολύσεων και κλεισίματος επιχειρήσεων από τη μία πλευρά και χρεοκοπίας από την άλλη.

Σύμφωνα με τον τρόπο λειτουργίας του καπιταλισμού, ο πληθωρισμός θα μειωθεί μόνο με τη δημιουργία ύφεσης, δηλαδή, ωθώντας τις επιχειρήσεις να καταρρεύσουν και είτε να κλείσουν είτε να προχωρήσουν σε απολύσεις, να αυξήσουν την ανεργία και να μειώσουν τους πραγματικούς μισθούς. 

Η μόνη απάντηση σε αυτό είναι να περάσουν οι τραπεζικοί και χρηματοπιστωτικοί τομείς σε δημόσια ιδιοκτησία, δηλαδή να εθνικοποιηθούν, χωρίς αποζημίωση των μεγαλομετόχων τους, υπό τον δημοκρατικό έλεγχο και τη διαχείριση της κοινωνίας – από τους ίδιους τους εργαζόμενους στις τράπεζες μαζί με εκπροσώπους άλλων τμημάτων της εργατικής τάξης και των κοινωνικών κινημάτων. Οι τράπεζες έχουν τόσο μεγάλη δύναμη πάνω στην οικονομία, που αυτή δεν πρέπει να αφήνεται σε μια χούφτα ατόμων που ενδιαφέρονται μόνο για τα κέρδη και τον πλούτο τους.

Ο τεράστιος πλούτος των τραπεζών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων θα πρέπει να τεθεί στην υπηρεσία της εργατικής τάξης, των φτωχών και των καταπιεσμένων.

Ο Ρέι Ντάλιο, ιδρυτής της Bridgewater Associates δήλωσε:

«Με βάση την κατανόησή μου για αυτή τη δυναμική και για το τι συμβαίνει τώρα, αυτή η χρεοκοπία της τράπεζας είναι ένα “καναρίνι στο ανθρακωρυχείο”*, ένα δυναμικό πρώιμο σημάδι που θα έχει αντίκτυπο στον κόσμο των επιχειρήσεων και πολύ πέρα από αυτόν».

Η SVB μπορεί να μην είναι μια «συστημική τράπεζα» για να συμπαρασύρει μαζί της όλο τον τραπεζικό τομέα. Αλλά σίγουρα έβαλε τις χρεοκοπίες τραπεζών ξανά στην ημερήσια διάταξη. Οι εργαζόμενοι και οι απλοί άνθρωποι θα είναι και πάλι αυτοί που θα πληρώσουν για τις αποτυχίες του συστήματος, αργά ή γρήγορα. «Έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός» σύμφωνα με τα λόγια του Μπάιντεν. Πράγματι, και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, πρέπει να καταβάλουμε όλες μας τις προσπάθειες για την ανατροπή του.

ΥΓ: Μιλώντας για το πώς ο ιδιωτικός τομέας και οι δυνάμεις της αγοράς είναι αμοιβαία επωφελείς για όλους, απλά να σημειωθεί ότι ο διευθύνων σύμβουλος της SVB πούλησε μετοχές της εταιρείας του αξίας 3,6 εκατομμυρίων δολαρίων, λίγες ημέρες πριν από την πτώχευση της τράπεζας…


* Τα καναρίνια χρησιμοποιούνταν στις στοές των ορυχείων για να προειδοποιήσουν τους ανθρακωρύχους όποτε υπήρχε διαρροή τοξικών αερίων – η έκφραση χρησιμοποιείται στα οικονομικά για να παρομοιάσει μια ανάλογη κατάσταση

Ακολουθήστε το «Ξ» στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία άρθρα μας.

Μπορείτε επίσης να βρείτε αναρτήσεις, φωτογραφίες, γραφικά, βίντεο και ηχητικά μας σε facebook, twitter, instagram, youtube, spotify.

Ενισχύστε οικονομικά το xekinima.org

διαβάστε επίσης:

7,237ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,008ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,118ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
424ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Επίκαιρες θεματικές

Πρόσφατα άρθρα