Χρ. Κεφαλής: Για το «Συντονισμό Κομμουνιστικών Δυνάμεων»

Με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία

Φιλοξενούμε στη στήλη «Συνεργασίες αναγνωστών, Απόψεις, Αναδημοσιεύσεις» κείμενο που έστειλε ο φίλος του Ξ, μέλος της της Συντακτικής Επιτροπής του περιοδικού «Μαρξιστική Σκέψη» Χρήστος Κεφαλής.

Αναρωτιέστε αν υπάρχει ή όχι η ανθρώπινη φύση; Σας απασχολεί το ερώτημα αν αυτή η φύση χαρακτηρίζει τα υπαρκτά ή τα ανύπαρκτα ανθρώπινα άτομα; Προβληματίζεστε μήπως οι ναζί βασάνιζαν τα θύματά τους από ανθρωπισμό; Έχετε αμφιβολίες αν οι ναζί επιτέθηκαν στην ΕΣΣΔ τον Ιούνη του 1941 ή αν αυτό έγινε το 1943 ή ίσως και το 2043; Νιώθετε μέσα σας μια φαγούρα μήπως τα μεγάλα κενά του Λένιν και του Τρότσκι καταδίκασαν το εγχείρημα του Οκτώβρη; Σας ταλανίζει η σκέψη μήπως η καπιταλιστική κρίση του 2007 ήταν η πρώτη που έφερε απελπισία στον κόσμο ενώ όλες οι προηγούμενες ήταν πηγή χαράς και ελπίδας; Πιστεύετε ειλικρινά ότι με τον πόλεμο στην Ουκρανία ο Πούτιν σοβιετοποιεί το ρωσικό καπιταλισμό; Και έχετε περίπου καταλήξει ότι ο μαρξισμός και το κομμουνιστικό κίνημα είναι μια «παλιά παρέλαση» που πρέπει επιτέλους να την αποχαιρετίσουμε για να ασχοληθούμε με αυτά τα βαρυσήμαντα ερωτήματα;

Αν έχετε τέτοιες αγωνίες τότε υπάρχει ένας πολιτικός χώρος όπου θα μπορούσε να αναζητήσετε απαντήσεις σε όλα όσα σας ταλανίζουν. Λόγος γίνεται για τον «Συντονισμό Δράσης και Διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων» (εφεξής «Συντονισμό Κομμουνιστικών Δυνάμεων»). Εκεί θα έχετε τη δυνατότητα να λύσετε τις απορίες σας ή έστω να συζητήσετε με άλλες αδελφές ψυχές, πραγματικούς φωστήρες του κομμουνισμού, τα αγωνιώδη ερωτήματά σας.

Ο γράφων ομολογεί πρόθυμα ότι είναι ένας παρωχημένος, δογματικός και αποστεωμένος μαρξιστής, που ποτέ δεν είχε τέτοιες δημιουργικές ανησυχίες. Υπάρχουν όμως δυο σοβαροί λόγοι για τους οποίους, θεωρεί, πρέπει να ασχοληθούμε με τον περί ου ο λόγος «Συντονισμό Κομμουνιστικών Δυνάμεων».

Ο πρώτος είναι το ίδιο το όνομα του σχήματος. Όντας δέσμιος ξεπερασμένων αντιλήψεων ο γράφων επιμένει να πιστεύει ότι ο κομμουνισμός είναι κάτι σοβαρό και ότι ένα σχήμα τα μέλη και οι συνιστώσες του οποίου ασχολούνται με ερωτήματα όπως τα παραπάνω, μπορεί να αποκαλείται μόνο ψευδεπίγραφα «κομμουνιστικό». Ο σωστός τίτλος του θα ήταν «Αποσυντονισμός Ψευδοκομμουνιστικών Δυνάμεων» ή κάτι παρόμοιο. Έχει λοιπόν μια σημασία να δούμε αν υπάρχει τίποτα πραγματικά κομμουνιστικό σε αυτό το σχήμα.

Ο δεύτερος και εξίσου σημαντικός είναι ότι το σχήμα περιλαμβάνει δυο ομάδες στις οποίες ανήκουν μερικοί «ρηξικέλευθοι μαρξιστές», στις απόψεις των οποίων για τον πόλεμο στην Ουκρανία αναφερθήκαμε στην πρόσφατη αρθρογραφία μας1. Πρόκειται συγκεκριμένα για την Πολιτική Κίνηση για ένα Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο (εφεξής «Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο») και για το Σύλλογο Γιάνης Κορδάτος2.

Στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε μερικά ντοκουμέντα και κείμενα μελών αυτών ακριβώς των ομάδων. Θα εστιάσουμε ιδιαίτερα στην «Πρόταση Διαλόγου», που κατέθεσε το 2019 το Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο, τιτλοφορούμενη «Ζητήματα στρατηγικής. Για τις επαναστάσεις και τον κομμουνισμό του 21ου αιώνα»3. Είναι στις προθέσεις μας να δείξουμε ότι η θέση τους υπέρ του Πούτιν στον πόλεμο στην Ουκρανία απορρέει από τον ευρύτερο αντιμαρξιστικό, δογματικό χαρακτήρα της θεώρησής τους, τον οποίο επιχειρεί να μεταμφιέσει με την επαναστατική φρασεολογία.

Από αυτή την άποψη, ανεξάρτητα από την παραπέρα πορεία των εξελίξεων στην Ουκρανία, μια «συνεισφορά» του ουκρανικού πολέμου είναι ότι έθεσε στη δοκιμασία της πράξης τις αξιώσεις και τα φόντα των διαφόρων σχημάτων της ελληνικής «επαναστατικής αριστεράς». Μια δοκιμασία στην οποία τα περισσότερα όχι μόνο απέτυχαν να ανταπεξέλθουν, αλλά έδειξαν και δείχνουν το χειρότερο εαυτό τους, τον οποίο είχαν κωδικοποιήσει για χρόνια στις «θεωρητικές» τους κατασκευές. 

Φυσικά, για να εξηγήσουμε αυτή την αποτυχία δεν αρκεί να δείχνουμε τα φαύλα άνθη και τους νοσηρούς καρπούς της. Θα χρειαστεί παραπέρα να πάμε στις ρίζες της τωρινής αποσύνθεσης: το σταλινικό εκφυλισμό, τις εναλλακτικές δυνατότητες που υπήρχαν μετά το 1956, τη διάλυση της ΕΣΣΔ. Η κριτική σχημάτων όπως ο «Συντονισμός Κομμουνιστικών Δυνάμεων» είναι έτσι μόνο ένα εισαγωγικό μέρος του ευρύτερου, επιτακτικά αναγκαίου ξεκαθαρίσματος λογαριασμών με τον ψευδοκομμουνισμό των ημερών μας, με όποιες μορφές και αν παρουσιάζεται.

Περί ανθρώπινης φύσης

Ας περάσουμε, λοιπόν, στην περί ου ο λόγος «Πρόταση διαλόγου». Στη σελ. 3, σε ένα υποκεφάλαιο τιτλοφορούμενο, «Ο άνθρωπος: φυσικό – βιολογικό και ταυτόχρονα κοινωνικό ον, μια αδιαίρετη ψυχοσωματική ολότητα», διαβάζουμε: «Η ανθρώπινη φύση υπάρχει και χαρακτηρίζει τα υπαρκτά, συγκεκριμένα και κοινωνικά άτομα».

Ατυχώς ζούμε σε μια ταξική κοινωνία στην οποία δεν υπάρχει τέτοια γενική ανθρώπινη φύση. Σε αυτή την κοινωνία υπάρχει αστική, μικροαστική και προλεταριακή φύση. Όσοι δε επιδίδονται σε τέτοιες αερολογίες προδίδουν μόνο τη μικροαστική φύση τους, όντας συνήθως ανοητολόγοι διανοούμενοι που προσφέρουν με «μαρξιστικές» σάλτσες ο καθένας την ανοησία του, πρώην κομμουνιστές που τα έχουν θαλασσώσει, κοκ.

Οι φιλοσοφικές προεκτάσεις των υποθέσεων περί ανθρώπινης φύσης είναι εξαιρετικά βαρυσήμαντες.

«Η φύση του ανθρώπου», διαβάζουμε παραπέρα, «είναι το σύνολο των σταθερών, μακροϊστορικά κατά βάση, ανθρωπολογικών ιδιοτήτων αλλά και των δυνατοτήτων που συνιστούν την ολότητά του σε μια δεδομένη ιστορική στιγμή, είναι αυτή η σχέση δυνατότητας και πραγματικότητας… Η ουσία του ανθρώπου είναι το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων και των σχέσεών του με τη φύση, καθώς και των βασικών βιολογικών χαρακτηριστικών του… Επομένως τόσο η ουσία όσο και η φύση του ανθρώπου – με τις διαφορές τους – διαμορφώνονται στο έδαφος της εξελισσόμενης κοινωνικής και φυσικής πραγματικότητας» (σελ. 3).

Αυτό είναι περίπου σαν να λέμε ότι η φύση της πατάτας είναι το σύνολο των σταθερών πατατολογικών ιδιοτήτων και δυνατοτήτων της, οι ρίζες που βγάζει στο χώμα όταν φυτρώνει, κοκ, η ουσία της πατάτας είναι το σύνολο των σχέσεών της με το περιβάλλον, το νερό και τα άλατα που ρουφά, κοκ, και αυτά τα δυο μαζί, με τις διαφορές τους, μας δίνουν την πραγματική πατάτα. Ο καθένας θα δει ότι, στην καλύτερη περίπτωση, αυτά είναι κοινοτοπίες επενδυμένες με μια φανταχτερή γλώσσα για να φαίνονται σπουδαίες. Και η ουσία της υπόθεσης είναι ότι όλη η σοφία των φωστήρων στο «Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο» εξαντλείται σε τέτοιες κοινοτοπίες. Εκεί όπου προσπαθούν να συζητήσουν κάτι ουσιαστικό, που πάει πέρα από τις αερολογίες και συνδέεται με την ταξική πάλη, την ουσιώδη εκτίμηση των κοινωνικών φαινομένων, κ.ά., ανοητολογούν και αποδεικνύουν τη διανοουμενίστικη, μικροαστική φύση τους.

Στη σελ. 1 διαβάζουμε: «Η κρίση [του 2007] εγκαινίασε – για πρώτη φορά στην ιστορία του καπιταλισμού – όχι μια περίοδο προσδοκιών για καλύτερη ζωή, αλλά βεβαιότητας για χειρότερη, ειδικά για τους νέους».

Στην πραγματικότητα, η κρίση του 1929 ήταν πολύ χειρότερη από αυτή την άποψη. Ο καπιταλισμός δεν είχε ακόμη αναπτύξει τους μηχανισμούς παρέμβασης, κρατικούς και υπερεθνικούς οργανισμούς, που έχει σήμερα και γι’ αυτό η κρίση έφερε πολύ μεγαλύτερες καταστροφές και απελπισία, γεγονός που εξηγεί και την πολύ πιο γρήγορη τότε άνοδο του φασισμού. Και φυσικά θα μπορούσε να αναφερθούν πολλές ακόμη τέτοιες κρίσεις στο 19ο αιώνα που είχαν φέρει τεράστια απόγνωση στις λαϊκές μάζες.

Στη σελ. 2 μάς λένε: «Το βέβαιο είναι πως οι ενδογενείς αντινομίες του καπιταλισμού οξύνονται και έχουν ως αποτέλεσμα την απόλυτη υποταγή της ζωντανής εργασίας στη νεκρή (κεφάλαιο)».

Όχι, αυτό δεν είναι καθόλου βέβαιο. Η αστική τάξη προσπαθεί να υποτάξει την εργασία στο κεφάλαιο, αλλά ακριβώς επειδή οξύνονται οι αντινομίες δεν μπορεί να το πετύχει. Αν δέχεσαι ότι υπάρχει αυτή η υποταγή και μάλιστα έχει γίνει απόλυτη, τότε παραδέχεσαι ουσιαστικά την αιωνιότητα του καπιταλισμού, ότι το κεφάλαιο είναι τόσο παντοδύναμο που κάνει την εργατική τάξη ανίκανη ακόμη και να αντισταθεί. 

Σε μια τέτοια περίπτωση, το να λες «εμπρός για τον κομμουνισμό», που λένε σε όλους τους τόνους στην «Πρόταση διαλόγου», αντιφάσκει με την αφετηρία σου. Είναι σαν να λες ότι «Ο νόμος της βαρύτητας είναι ο απόλυτος νόμος της φύσης που κρατά τα πάντα κολλημένα στη γη» και μετά να ρίχνεις το σύνθημα, «Εμπρός για να πετάξουμε». Αν παραδέχεσαι το πρώτο, δεν μπορείς μετά να λες το δεύτερο, είσαι λογικά ασυνεπής.

Ο Μαρξ παρεμπιπτόντως έκανε λόγο για τυπική υποταγή (ή υπαγωγή) της εργασίας στο κεφάλαιο, που βασίζεται στην απόλυτη υπεραξία, και για πραγματική υπαγωγή, που βασίζεται στη σχετική υπεραξία. Τότε το κεφάλαιο γίνεται ενεργός φορέας στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (σε αυτό συνίσταται η πραγματική υπαγωγή), επειδή όμως αυτό δεν ισχύει εσαεί, η υπαγωγή παραμένει πάντα σχετική και αυτό-υπονομεύεται. Άλλο πράγμα, λοιπόν, η πραγματική υπαγωγή του Μαρξ και άλλο η απόλυτη υποταγή των φωστήρων μας.

Στις σελ. 4 και 5 βρίσκουμε μερικές ενδιαφέρουσες προεκτάσεις των αναλύσεων περί ανθρώπινης φύσης: 

«Στην πάλη των τάξεων μετέχουν άτομα ενταγμένα σε κοινωνικές σχέσεις, φορείς ιδεολογιών οι οποίες τα προσδιορίζουν, ενώ ταυτόχρονα τα ίδια είναι οι πυρήνες αυτών των σχέσεων… Στη διαδρομή της ιστορίας ο καθένας αλλάζει στο βαθμό που μεταβάλλεται το σύνολο των σχέσεων των οποίων είναι το κέντρο δράσης».

Όχι, δεν είναι τα άτομα πυρήνες και κέντρο δράσης του συνόλου των σχέσεων. Αυτό είναι μικροαστικός ατομικισμός. Το να λες ότι το άτομο είναι κέντρο δράσης του συνόλου των σχέσεων σημαίνει να περιορίζεσαι μόνο σε καθημερινές σχέσεις και δράσεις. Για παράδειγμα, όταν είμαστε στη στάση του λεωφορείου και σηκώνουμε το χέρι για να σταματήσει, ή όταν οι φωστήρες του «Κομμουνιστικού Σχεδίου» συναντιούνται για κανά καφέ και αναλύουν by the way τις παγκόσμιες εξελίξεις και τα παρόμοια. Στα συγκεκριμένα συμβάντα τα άτομα είναι όντως «κέντρο δράσης», αλλά είναι ασήμαντα συμβάντα, που δεν αλλάζουν τίποτα στην κοινωνία, ούτε και τα ίδια τα άτομα. 

Μόνο μικροαστοί, ιδιαίτερα μικροαστοί διανοούμενοι, που ο ορίζοντάς τους δεν πάει πέρα από τη στενή ατομική ύπαρξή τους, μπορεί να εξάγουν από τον πυρηνικό ρόλο των ατόμων σε τέτοια συμβάντα το συμπέρασμα ότι τα άτομα είναι γενικά ο πυρήνας των κοινωνικών σχέσεων και των ιδεολογιών. Ο μαρξισμός αντίθετα βεβαιώνει ότι σε όλα τα κοινωνικά γεγονότα κάποιας σημασίας, κέντρο δράσης είναι οι τάξεις και ευρύτερα οι λαϊκές μάζες, καθώς και οι οργανώσεις (κυβερνήσεις, κόμματα) που ενεργούν ως φορείς τους. Αυτό επιβεβαιώνεται από όλη την κοινωνική εμπειρία. Και στην Ουκρανία σήμερα βλέπουμε ότι οι άνθρωποι αλλάζουν λόγω της αλλαγής σχέσεων των οποίων δεν είναι ο καθένας ως άτομο κέντρο δράσης· ο πόλεμος που δεν τον εξαπέλυσε ο Ιγκόρ ή ο Ιβάν αλλά μια τάξη, η μονοπωλιακή ολιγαρχία της Ρωσίας και η κυβέρνησή της, έχει δραματικές συνέπειες στη ζωή του Ιγκόρ, του Ιβάν και όλων.

Το να πούμε ότι ναι, αλλά παρ’ όλα αυτά τελικά τα άτομα είναι ο πυρήνας, ο Πούτιν πήρε την απόφαση για τον πόλεμο, κοκ, σημαίνει να μένουμε στο επίπεδο κατανόησης όσων πρότειναν ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία θα μπορούσε να τερματιστεί αν η Καμπάεβα ταξίδευε στη Μόσχα και έπειθε τον Πούτιν να τον σταματήσει. Αυτό είναι το επίπεδο κατανόησης των συντακτών της «Πρότασης διαλόγου για τον κομμουνισμό του 21ου αιώνα». Ακόμη και η Καμπάεβα απάντησε ότι ο Πούτιν περιβάλλεται από ένα μεγάλο κύκλο, ώστε δεν είναι καθόλου σίγουρο αν θα τον συναντούσε ή αν θα επέστρεφε από τη συνάντηση. Έδειξε έτσι ένα ανώτερο επίπεδο μαρξιστικής κατανόησης από τους φωστήρες μας.

Ολοκληρωτικός καπιταλισμός;

Οι του «Σύγχρονου Κομμουνιστικού Σχεδίου» δεν είναι όμως μόνο βαθείς φιλόσοφοι, αλλά και κορυφαίοι οικονομολόγοι. Στην «Πρόταση διαλόγου» βρίσκουμε ένα ρηξικέλευθο κεφάλαιο «Ο καπιταλισμός της εποχής μας» (σελ. 15-24), που αν ισχύουν όσα λέει, ανοίγει πράγματι νέους δρόμους στον αγώνα για τον κομμουνισμό. 

Συγκεκριμένα, σε ένα μέρος τιτλοφορούμενο «Ολοκληρωτικός καπιταλισμός», δηλώνεται ότι ο ιμπεριαλισμός, τον οποίο ο Λένιν ανέλυσε ως ανώτατο και τελευταίο στάδιο του καπιταλισμού, ξεπεράστηκε. Σήμερα έχουμε μπει σε ένα νέο, παραπέρα καπιταλιστικό στάδιο, τον «ολοκληρωτικό καπιταλισμό» που έχει διαδεχτεί τον ιμπεριαλισμό. 

Έξοχα, αλλά πώς τεκμηριώνεται αυτό; Σήμερα, μας λένε, έχουμε «καινούριες… ποιοτικές αλλαγές», όπως ότι «συνθλίβονται οι λειτουργίες που αφορούν την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης (υγεία, παιδεία, ασφάλιση)». Ακόμη «το αστικό κράτος ενισχύει ποιοτικά και ποσοτικά τους μηχανισμούς καταστολής. Ενισχύει τα όπλα της εργοδοτικής βίας. Επιτίθεται στο δικαίωμα στην αντίσταση, στη διαδήλωση, στην απειθαρχία». Έχουμε επίσης μια «νέα αρχιτεκτονική» στο ίδιο το κράτος και ανάμεσα σε αυτό και στους υπερεθνικούς θεσμούς. Εμφανίζεται στο προσκήνιο «το κόμμα-εταιρεία (Μπερλουσκόνι), το κόμμα-κίνημα (Πράσινοι) και το κόμμα ενδιαφερόντων (π.χ. κυνηγών, μπίρας)», κοκ. Ακόμη «οι αγορές και οι δρόμοι εμπορίου ξαναμοιράζονται λυσσωδώς… νέα κράτη συγκροτούνται (κρατογένεση)… γενικεύεται η υπαγωγή της επιστήμης στην καπιταλιστική αγορά… σύγχρονες, υπεραυτόματες… μηχανές», κοκ (σελ. 18). Και αφού παραθέτουν μερικά ακόμη «νέα φαινόμενα», καταλήγουν: «Οι πιο πάνω συνολικές και μετρήσιμες αλλαγές στα θεμελιώδη χαρακτηριστικά, άλλαξαν ποιοτικά τον καπιταλισμό, τον οδήγησαν στο σημερινό στάδιο ανάπτυξης και κρίσης του, στο στάδιο του ολοκληρωτικού καπιταλισμού» (σελ. 19).

Ατυχώς, ούτε ένα από όσα αναφέρουν –ούτε τα κόμματα κυνηγών (ένα κόμμα ψαράδων υπήρχε στον Καναδά από το 1908), ούτε οι εμπορικοί πόλεμοι (που διεξάγονταν ήδη στην Αρχαιότητα ανάμεσα Αθήνα και την Κόρινθο), ούτε η κρατογένεση (που υπήρχε και στην Αρχαία Μεσοποταμία)– δεν είναι νέο και πολύ περισσότερο δεν είναι θεμελιώδες χαρακτηριστικό. Τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά αναφέρονται στη βάση του καπιταλισμού. Και ένα νέο στάδιο μετά τον ιμπεριαλισμό μπορεί να υπάρξει και να οριστεί μόνο αν έχει αλλάξει θεμελιακά η βάση του προηγούμενου σταδίου. 

Ποια ήταν η βάση του καπιταλισμού στα προηγούμενα στάδιά του; Στον κλασικό καπιταλισμό είχαμε τον ελεύθερο ανταγωνισμό, στον ιμπεριαλισμό έχουμε το μονοπώλιο. Σήμερα έχουμε κάτι νέο, μια ποιοτικά νέα βάση πέρα από το μονοπώλιο, που να μπορούμε να πούμε ότι ορίζει ένα νέο στάδιο; 

Απολύτως όχι. Οι ίδιοι οι συντάκτες της «Πρότασης διαλόγου» αναγνωρίζουν ρητά ότι τα θεμέλια της παλιάς βάσης, τα μονοπώλια και η εξαγωγή κεφαλαίων, διατηρούνται και ενισχύονται:

«Η πρωτοκαθεδρία της εξαγωγής κεφαλαίων… απέναντι στα εμπορεύματα αναπτύσσεται ποιοτικά… Η συγκέντρωση… της παραγωγής συνεχίζεται αλλά παίρνει ειδικό χαρακτήρα με τα Πολυεθνικά-Πολυκλαδικά Μονοπώλια να παίζουν πλέον αποφασιστικό ρόλο στην οικονομία και γενικότερη ζωή, να αποκτά νέες διαστάσεις η παγκόσμια εμβέλεια της δράσης τους. Η δυναμική της αύξησής τους εντυπωσιάζει: από 30 το 1939 ανήλθαν το 2008 σε 80 χιλ. με 810 χιλ. θυγατρικές» (σελ. 18).

Συνεπώς το μονοπώλιο, η βάση του προηγούμενου σταδίου, δεν έχει αλλάξει· απεναντίας παραμένει και ενισχύεται. Γι’ αυτό ακριβώς δεν υπάρχει κανένα απολύτως νέο στάδιο.

Παραπέρα, για να έχουμε ένα νέο στάδιο, ή έστω μια νέα φάση του παρόντος σταδίου, πρέπει ο καπιταλισμός να έχει κάποια νέα πράγματα να κάνει, να επεκτείνει τη συσσώρευση σε νέους τομείς, κοκ. Χωρίς αυτό δεν μπορεί να υπάρχει νέο στάδιο.

Τι έκανε ο καπιταλισμός στον 20ό αιώνα; Αυτό που έκανε βασικά ήταν η επέκταση της σχετικής υπεραξίας, ή, που είναι ουσιαστικά το ίδιο πράγμα, η τεχνολογική εντατικοποίηση διαδοχικών τομέων της οικονομίας. Με τον τεϊλορισμό-φορντισμό την εφάρμοσε, ας πούμε, στη βαριά βιομηχανία, με τον κεϊνσιανισμό μεταπολεμικά στην παραγωγή μέσων κατανάλωσης και με το νεοφιλελευθερισμό στις υπηρεσίες. 

Ερώτηση: Υπάρχει σήμερα στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες κάποιος παραπέρα τομέας που να μην έχει εντατικοποιηθεί, ώστε να μπορούμε κάπως βάσιμα να πούμε ότι μετά το μονοπώλιο (και τον ιμπεριαλισμό), έρχεται ο «ολοκληρωτικός καπιταλισμός» που θα κάνει αυτό το παραπέρα, επόμενο βήμα; 

Όχι, δεν υπάρχει πλέον κανένας μη εντατικοποιημένος τομέας· ό,τι ήταν να κάνει ο καπιταλισμός το έκανε. Οι διαδοχικές επεκτάσεις της σχετικής υπεραξίας ήταν μέσα στη λογική του καπιταλισμού, στήριζαν το ποσοστό του κέρδους. Οι αυτοματοποιήσεις και τα παρόμοια που λένε μερικοί είναι έξω από τη λογική του, ρίχνουν το ποσοστό του κέρδους· επομένως δεν μπορούν να ορίσουν ένα νέο καπιταλιστικό στάδιο. Υπάρχουν μόνο περιθώρια να διανυθούν σε καθυστερημένες χώρες (Αφρική, εν μέρει Ασία και Λατινική Αμερική) τα στάδια που έχουν διανύσει οι ανεπτυγμένες, αλλά κανένα νέο στάδιο, κανένα παραπέρα βήμα. Αυτό εξηγεί άλλωστε την αδυναμία των αστικών δυνάμεων να ξεπεράσουν πραγματικά την κρίση, όπως έκαναν προσωρινά με τον κεϊνσιανισμό και το νεοφιλελευθερισμό, την αδυναμία να παρουσιάσουν ένα νέο μοντέλο συσσώρευσης (που αν υπήρχε κάποια παραπέρα δυνατότητα θα είχε παρουσιαστεί και τεθεί σε εφαρμογή), κοκ.

Άρα, νέο καπιταλιστικό στάδιο χωρίς νέα βάση και χωρίς καμιά παραπέρα δυνατότητα που να είναι συμβατή με τον καπιταλισμό, ένα τομέα της παραγωγής όπου ο καπιταλισμός να μπορεί ακόμη να κάνει κάτι ποιοτικά νέο. Αυτό, φίλτατοι, δεν είναι μαρξισμός, είναι πνευματική τροφή για ανόητους και βρέφη.

Ο μαρξισμός είναι μια θεωρία που δίνει προτεραιότητα στην πράξη και επομένως πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: τι πρακτικές συνέπειες έχει η θεωρία περί «ολοκληρωτικού καπιταλισμού»;

Το μόνο που μπορεί να σημαίνει αυτή η «θεωρία» στην πράξη είναι ότι έχουμε μπροστά τουλάχιστον άλλα 50-60 χρόνια καπιταλισμού. Αν το ιμπεριαλιστικό στάδιο κράτησε χοντρικά από το 1900 ως τα 1990, περίπου ως τη διάλυση της ΕΣΣΔ, το νέο στάδιο του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού» θα πάει, ας πούμε, ως το 2080, άντε ως το 2070, αν είναι λίγο μικρότερο. Άρα μένουν ακόμη 50-60 χρόνια καπιταλισμού.

Όχι, δεν υπάρχουν τέτοια περιθώρια. Στα επόμενα 10-20 χρόνια θα κριθούν οι τύχες της ανθρωπότητας, οι τύχες του αγώνα για το σοσιαλισμό. Και για να κριθούν προς όφελος του κινήματος, πρώτος όρος είναι να πετάμε στα σκουπίδια τέτοιες ψεύτικες θεωρίες.

Άλλη παραπέρα συνέπεια. Η θεωρία του ιμπεριαλισμού, του μονοπωλίου, κοκ, δίνει έμφαση στη συγκεντρωμένη δύναμη του κεφαλαίου, για να καμφθεί η οποία, όπως τόνιζε και ο Λένιν, χρειάζεται σταθερότητα στο μαρξισμό, συνεκτικό κόμμα, εργατική πειθαρχία, κοκ. Ο «ολοκληρωτικός καπιταλισμός» στην ουσία παρουσιάζει ότι η δύναμη του κεφαλαίου είναι διάχυτη, διαπερνά τα πάντα χωρίς κέντρο και μπορούμε να την καταπολεμήσουμε κατά το δοκούν τοπικά, χωρίς ανάγκη για οποιοδήποτε δικό μας κέντρο. Αυτά δεν είναι Μαρξ, αλλά Ζίζεκ, μικροαστικές-αναρχικές πλαστογραφίες της πραγματικότητας, ενώ συνδέονται επίσης με τα σχήματα περί «νομάδων» των ανορθολογιστών τύπου Ντελέζ κ.ά.

Έχει ολοκληρωτικά γνωρίσματα ο σύγχρονος καπιταλισμός; Οπωσδήποτε έχει και ο λόγος είναι ότι ολοκλήρωσε όλα όσα μπορούσε να κάνει. Η αρχή του κέρδους επεκτάθηκε σε όλους τους διαθέσιμους τομείς και αυτό ακριβώς, η επέκταση και κυριαρχία που έχει επιτύχει διαπερνώντας ολόκληρη την κοινωνία και η ασφυκτική, πολύπλευρη πίεση που ασκούν οι ολιγαρχίες για να τη διατηρήσουν, είναι το στοιχείο του ολοκληρωτισμού (που εκφράζεται και με την καθολίκευση, την εξώθηση στα όριά τους, δυνατοτήτων του ιμπεριαλιστικού σταδίου όπως η χρηματιστικοποίηση, η ολοκλήρωση, η μαζική χειραγώγηση).

Πρέπει να αναλύουμε αυτά τα γνωρίσματα, να ευρύνουμε τη μαρξιστική θεωρία του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού ώστε να κατανοούμε επιστημονικά την προέλευση, τη σημασία και το βαθμό ανάπτυξής τους; Οπωσδήποτε ναι. 

Συνιστούν αυτά τα γνωρίσματα ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού; Όχι, ούτε κατά διάνοια. Μόνο αντιμαρξιστές ή ανοητολόγοι που περνούν τους εαυτούς τους για μαρξιστές και φέρνουν αστικές μπούρδες στο κίνημα (ή ακόμη και καυχησιολόγοι: ο Μαρξ ανέλυσε τον κλασικό καπιταλισμό, ο Λένιν τον ιμπεριαλισμό αλλά εμείς τους ξεπεράσαμε και βρήκαμε τον «ολοκληρωτικό καπιταλισμό»!) μπορεί να τα θεωρούν νέο στάδιο.

Για να μην αφήσουμε καμιά αμφιβολία πάνω στο θέμα του νέου σταδίου, ας δούμε πώς οι ίδιοι οι συντάκτες της «Πρότασης διαλόγου» ορίζουν την έννοια του σταδίου και ας φανταστούμε παραπέρα, ως κατάδειξη, μια καθαρά φανταστική ιστορία.

«Ως στάδιο», διαβάζουμε στη σελ. 17, «εκλαμβάνεται μια διακριτή περίοδος του καπιταλισμού (αλλά και κάθε κοινωνικού τρόπου παραγωγής) στην οποία αποτυπώνονται μετασχηματισμοί των βασικών θεμελιακών σχέσεων του συστήματος που χωρίς να το ανατρέπουν, διαφοροποιούν όλες σχεδόν τις κεντρικές λειτουργίες του».

Αυτό είναι απολύτως σαφές και σωστό.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι ένα καθαρά υποθετικό μέλος του Κομμουνιστικού Σχεδίου, ο Αλέκος, έχει ανοίξει τη βρύση στη μπανιέρα σπίτι του για να κάνει μπάνιο. Πάνω στην ώρα, ένα άλλο, επίσης υποθετικό μέλος, ο Λεωνίδας, τον παίρνει για να του θυμίσει ότι την επομένη έχουν μια κρίσιμη συνεδρία για τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό και, βγαίνοντας να πάει στο τηλέφωνο, ο Αλέκος ξεχνά τη βρύση ανοικτή. Γυρίζοντας μετά από 5 λεπτά στο μπάνιο βλέπει την μπανιέρα έτοιμη να ξεχειλίσει και φωνάζει στη συμβία του: 

«Τρέξε, συμβία, κάτι πρωτοφανές συμβαίνει εδώ. Μέχρι τώρα όταν έκανα μπάνιο η μπανιέρα ήταν μισογεμάτη αλλά τώρα κοντεύει να ξεχειλίσει. Μπροστά μας έχουμε ένα εντελώς νέο στάδιο, το στάδιο της ολοκληρωτικά γεμάτης μπανιέρας, που ποτέ δεν είχε παρατηρηθεί ως τώρα και αλλάζει άρδην όλα όσα ξέραμε για τις μπανιέρες. Ούτε ο Μαρξ δεν αναφέρει πουθενά αυτό το εκπληκτικό νέο φαινόμενο, πρώτος εγώ το παρατήρησα. Και εξακρίβωσα επίσης ότι συμβαίνει όταν ξεχνάμε τη βρύση ανοικτή. Μόλις τώρα τα λέγαμε με τον Λεωνίδα στο τηλέφωνο για ένα ανάλογο νέο κοινωνικό φαινόμενο, τον ολοκληρωτικό καπιταλισμό, και εξαιτίας αυτού ξέχασα τη βρύση. Κάτι τέτοιο λοιπόν συμβαίνει κι εδώ». 

Τι θα πει για τον Αλέκο η συμβία του; Θα κλείσει τη βρύση και θα πει ότι παραφρόνησε τελευταία.

Ας υποθέσουμε τώρα ότι μια άλλη φορά ο Αλέκος μπαίνει τυχαία στο μπάνιο και βλέπει ότι έχει σπάσει ο μηχανισμός της βρύσης, νερά τινάζονται με δύναμη, έχουν πλημμυρίσει γύρω και φωνάζει: «Τρέξε, συμβία, έσπασε η βρύση, τρέχουν νερά, κάτι πρέπει να κάνουμε». Τότε προφανώς η συμβία δεν θα πει ότι παραφρόνησε, δεν θα αμφιβάλει καν ότι λέει κάτι σωστό, και θα πει, «Πω, πω, τι πάθαμε, να κλείσουμε την παροχή, να φέρουμε τον υδραυλικό» κοκ.

Για να πούμε ότι έχουμε μια νέα κατάσταση, ένα «νέο στάδιο» του καπιταλισμού, πρέπει να συμβεί κάτι δραστικό, μια ποιοτική, ριζική αλλαγή, όπως στο δεύτερο παράδειγμα. Η θεωρία περί ολοκληρωτικού καπιταλισμού όμως είναι μια θεωρία που παρουσιάζει το «γέμισμα της μπανιέρας», που συμβαίνει μηχανικά όταν τρέχει η καπιταλιστική βρύση, σαν ένα νέο στάδιο.

Τώρα, για την μπανιέρα δεν θα βρούμε ούτε ένα λογικό άνθρωπο που να πει ότι η ολοκληρωτικά γεμάτη μπανιέρα είναι ένα νέο στάδιο που αναιρεί ή τροποποιεί ριζικά όλα όσα ξέραμε για τις μπανιέρες. Πλην όμως –μικρή λεπτομέρεια!– τυχαίνει να ζούμε στον καπιταλισμό όπου υπάρχει αυτό που λέμε αστική απολογητική ιδεολογία. Αυτή λοιπόν η αστική απολογητική μεταχειρίζεται έτσι επιδερμικά τα κοινωνικά φαινόμενα, πιάνεται από το άμεσο, αυτό που κτυπά στο μάτι, το αποκόβει, το μυστικοποιεί και με αυτό τον τρόπο, παριστάνοντας ότι φέρνει κάτι το ανώτερο και εντελώς νέο, παραμερίζει το μαρξισμό, παραμερίζει τη μαρξιστική ανάλυση της νομοειδούς κίνησης του καπιταλισμού στη βάση της οποίας πρέπει να ερμηνεύουμε τα νέα φαινόμενα. Τα περί «ολοκληρωτικού καπιταλισμού» είναι τέτοια επιδερμική προσέγγιση, δεν είναι παραπέρα ανάπτυξη, όπως προφασίζεται η «Πρόταση διαλόγου», αλλά άρνηση του Μαρξ και του Λένιν.

Αυτό απαντά και στην αντίρρηση, που θα μπορούσε να φέρουν οι του «Κομμουνιστικού Σχεδίου», ότι δήθεν αναγνωρίζουν και αναπτύσσουν παραπέρα τη θεωρία του ιμπεριαλισμού. «Τα “ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά”», μας λένε, «… του ιμπεριαλιστικού σταδίου όχι μόνο ισχύουν αλλά και αναπτύσσονται ποιοτικά» (σελ. 18).

Το ότι ισχύουν αυτά τα χαρακτηριστικά είναι αναμφισβήτητο και η αναγνώρισή τους δεδομένη για τους μαρξιστές. Αυτοί όμως προσθέτουν κάτι παραπέρα δικό τους αμφισβητούμενο, ένα νέο στάδιο του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού». Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ισχύουν τα παλιά αλλά αν το δικό τους νέο είναι συμβατό με αυτά και με την πραγματικότητα. And the answer is ότι δεν είναι συμβατό και επομένως έχουν μπροστά τους δυο επιλογές: ή αναγνωρίζουν πραγματικά τη θεωρία του ιμπεριαλισμού και τότε πρέπει να πετάξουν στα σκουπίδια τα δικά τους περί «ολοκληρωτικού καπιταλισμού». Ή επιμένουν στις ανοησίες τους και τότε πετούν στην πράξη στα σκουπίδια τη μαρξιστική θεωρία ακόμη και αν παριστάνουν ότι την αναγνωρίζουν. Όπως έχουν τα πράγματα σήμερα η θέση τους είναι εκλεκτικιστική· συνδυάζουν δυο θεωρίες που αντιφάσκουν μεταξύ τους (και τις συνδυάζουν μάλιστα με ετεροβαρή τρόπο, γιατί από τη μαρξιστική ανάλυση παπαγαλίζουν φράσεις, ενώ σε όλα τα ουσιώδη ακολουθούν τη δική τους «προσθήκη»).

Περί μεγαλειωδών και γελοίων εγχειρημάτων

Σε όλη την «Πρόταση διαλόγου» είναι εμφανής η περιφρόνηση των συντακτών της προς το μαρξισμό και την εμπειρία του κομμουνιστικού κινήματος, ιδιαίτερα την Οκτωβριανή Επανάσταση, που τα θεωρούν σαν ένα φορτίο, από το οποίο πρέπει να απαλλαγούν. Δεν έχουν όμως το θάρρος να το πουν ανοικτά και, όπως όλοι οι αναθεωρητές στο παρελθόν, παριστάνουν ότι προσφέρουν μια πιο σύγχρονη, ανεπτυγμένη και βελτιωμένη «κομμουνιστική» θεωρία. Αυτό φαίνεται τελείως καθαρά στο μέρος που συζητούν την εμπειρία του Οκτώβρη. Βάζοντας από πάνω μια φανταχτερή επικεφαλίδα, «Ένα μεγαλειώδες εγχείρημα», μας προσφέρουν ένα τέτοιο σωρό από κακολογίες, διαστρεβλώσεις και ανοησίες, που αναρωτιέται κανείς τι θα έλεγαν αν θεωρούσαν τον Οκτώβρη ένα χάλια εγχείρημα.

Στη συνολική τους εκτίμηση δηλώνουν ότι «[οι Μπολσεβίκοι] επιχείρησαν… να πάρουν, και πήραν, ορισμένα μέτρα σοσιαλιστικού χαρακτήρα και προσανατολισμού. Ανολοκλήρωτα φυσικά, που ουδέποτε κυριάρχησαν» (σελ. 11).

Ουδέποτε κυριάρχησαν, θα προσθέσουμε, γιατί εκεί ήταν μόνο ο Λένιν, ο Τρότσκι, ο Μπουχάριν και ο Ζινόβιεφ. Ενώ αν ήταν οι αστέρες του Σύγχρονου Κομμουνιστικού Σχεδίου θα έδιναν το σοσιαλισμό στο λαό και θα κυριαρχούσε πλήρως. Μπορεί να φανταστεί κανείς μεγαλύτερη αυθάδεια; Εμείς αντίθετα πιστεύουμε ότι και 10 μέρες να ήταν αυτοί οι αστέρες επικεφαλής, η σοβιετική εξουσία θα κατέρρεε άδοξα.

Παρακάτω (σελ. 12) βρίσκουμε μια πιο αναλυτική αποτίμηση. Αφού γίνεται αναφορά στις δυσχέρειες που αντιμετώπιζαν οι Μπολσεβίκοι (καταστροφές παγκοσμίου πολέμου και εμφυλίου, κοκ), συνεχίζουν:

«[Οι Μπολσεβίκοι] απάντησαν… με το πέρασμα (το 1922) στη νέα οικονομική πολιτική και την αναγκαστική εγκατάλειψή της το ’27, το βαθμιαίο πέρασμα στη βίαιη κολεκτιβοποίηση και την εκβιομηχάνιση. Η εκβιομηχάνιση όμως έγινε με όρους ενός ιδιότυπου καπιταλισμού, δίχως τους κλασικούς καπιταλιστές: με την καθιέρωση πολλαπλών κλιμακίων αμοιβών, με την οικειοποίηση μέτρων αστικής διοίκησης στην εργασία… την εξουσία των διευθυντών και των ανώτερων κρατικών στελεχών του σχεδιασμού… Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία τελικά μιας ιστορικά ανέκδοτης και δίχως ιστορική προοπτική εκμεταλλευτικής κοινωνίας».

Κατ’ αρχήν το πέρασμα στη ΝΕΠ δεν έγινε το 1922 που μας λένε αλλά το Μάρτη του 1921 και η κατάργησή της δεν έγινε το 1927 αλλά το 1928-29 (η ρήξη του Στάλιν με τον Μπουχάριν που την επισημοποίησε έγινε το Νοέμβρη του 1929). Η αδυναμία να αναφέρουν σωστά ακόμη και τόσο βασικές ημερομηνίες είναι ενδεικτική της περιφρόνησής τους για τον Οκτώβρη: όλοι αυτοί οι μικροαστοί διανοούμενοι νιώθουν στο στοιχείο τους όταν αερολογούν περί «ανθρώπινης φύσης», ενώ η πραγματική επαναστατική εμπειρία τούς ενοχλεί και ασχολούνται μαζί της μόνο για να βρουν τρόπους να την ξεφορτωθούν.

Κατά δεύτερο λόγο, η εκτίμηση ότι η εγκατάλειψη της ΝΕΠ ήταν «αναγκαστική» προδίδει πάλι τη διανοουμενίστικη και, ειδικότερα, δογματική-καθηγητική θεώρησή τους. Οι μαρξιστές αναγνωρίζουν ότι σε κρίσιμες ιστορικές καμπές υπάρχουν εναλλακτικές δυνατότητες, η επιλογή ανάμεσα στις οποίες καθορίζεται από τις ταξικές δυναμικές. Στην ΕΣΣΔ, η σοσιαλιστική προοπτική, όπως είχε καθοριστεί από τον Λένιν, συνίστατο σε μια βαθμιαία, μερική κολεκτιβοποίηση, που θα διατηρούσε τη συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά· η σταλινική, ολοκληρωτική και βίαιη κολεκτιβοποίηση απέβλεπε αντίθετα όχι στην προώθηση των σοσιαλιστικών μετασχηματισμών αλλά κυρίως στο να εδραιωθούν τα γραφειοκρατικά προνόμια με το σφετερισμό του αγροτικού πλεονάσματος. Αναγνωρίζοντας λοιπόν ως «αναγκαστική» τη βίαιη κολεκτιβοποίηση, απορρίπτουν τις κατευθύνσεις του Λένιν, ώστε να εμφανίσουν αξιωματικά ότι δεν υπήρχε θετική προοπτική και ότι ο γραφειοκρατικός εκφυλισμός της επανάστασης ήταν μοιραίος, απέρρεε από τις αρχικές κατευθύνσεις της.

«Η καθιέρωση πολλαπλών κλιμακίων αμοιβών», μας λένε ακόμη, σήμαινε την επιβολή ενός «ιδιότυπου καπιταλισμού». Είναι άραγε έτσι ή μήπως συμβαίνει κάτι άλλο; Αυτοί μπορεί να το θεωρούν αυτονόητο, εμείς όμως, ως δογματικοί και απαρχαιωμένοι μαρξιστές, θα το συζητήσουμε μέσα από μια αναφορά στους κλασικούς.

Εδώ, λοιπόν, υπήρχε κάποιος Μαρξ, ο οποίος είχε διακρίνει δυο φάσεις της κομμουνιστικής κοινωνίας. Είχε πει δε ότι στην πρώτη, κατώτερη φάση, αυτή που συνήθως αποκαλούμε σοσιαλισμό, ισχύει η αρχή, «Από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του, στον καθένα σύμφωνα με την εργασία του». Σε αυτή τη φάση, πρόσθετε, κυριαρχεί ακόμη ένα «αστικό δίκαιο», που το συνοψίζει αυτή η αρχή, γιατί η νέα κοινωνία έχει μόλις βγει από την παλιά και έχει ακόμη πάνω της έντονα τα σημάδια της4. Από αυτό απορρέει όμως αναγκαία ότι στο σοσιαλισμό θα υπάρχουν κλιμάκια αμοιβών, γιατί οι διάφορες εργασίες διαφέρουν μεταξύ τους σε ένταση, απαιτούμενες ικανότητες, συνθήκες, κοκ, και η αρχή «στον καθένα ανάλογα με την εργασία του» μπορεί να υλοποιηθεί μόνο μετρώντας με κάποιο τρόπο αυτές τις διαφορές. Το ζήτημα στο σοσιαλισμό δεν είναι αν θα υπάρχουν μισθολογικές διαφορές, αλλά τι έκταση θα πάρουν και αν θα διατηρηθεί ο εργατικός έλεγχος, πράγμα εντελώς διαφορετικό.

Επομένως, εδώ δυο τινά μπορεί να ισχύουν. Ή αυτό που λέει η «Πρόταση διαλόγου» είναι σωστό και ο Μαρξ ήταν ένας ανόητος που δεν καταλάβαινε τι είναι σοσιαλισμός. Ή ο Μαρξ έλεγε το σωστό και οι συντάκτες της «Πρότασης διαλόγου» είναι ανόητοι και, σε κάθε περίπτωση, είναι αντιμαρξιστές.

Παραπέρα, υπήρχαν πάλι κάποιοι Μαρξ και Λένιν που έλεγαν ότι η εργατική αυτοδιεύθυνση θα επιτευχθεί στην ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, όταν θα έχει ανατραπεί παγκόσμια ο καπιταλισμός, θα απονεκρωθεί το κράτος, κοκ. Στο σοσιαλισμό όμως το κράτος (η δικτατορία του προλεταριάτου) διατηρείται και μαζί με αυτό διατηρείται και η διεύθυνση ανθρώπων, έστω και αν πρόκειται για μια διεύθυνση διαφορετικού τύπου. Επομένως, και εδώ πάλι ή ο Μαρξ και ο Λένιν ήταν ανόητοι και δεν καταλάβαιναν το ζήτημα, ή οι συντάκτες της «Πρότασης διαλόγου» που απορρίπτουν κάθε στοιχείο διεύθυνσης ανθρώπων στο σοσιαλισμό, είναι πάλι ανόητοι και αντιμαρξιστές.

Τέλος, ο ίδιος αυτός Λένιν είχε πει, σε δεκάδες κείμενά του, ότι στην ΕΣΣΔ δεν υπήρχαν οι όροι του σοσιαλισμού και έπρεπε να προετοιμαστούν μεθοδικά μέσω της ΝΕΠ, αξιοποιώντας στοιχεία των καπιταλιστικών σχέσεων, τους αστούς ειδικούς, κοκ. Αυτές οι κατευθύνσεις εφαρμόστηκαν στη δεκαετία του 1920, όταν έγινε μια τεράστια πολιτιστική επανάσταση, προωθήθηκε μια τοπική αυτοδιοίκηση σοβιετικού τύπου με πλήρη εθνική ισοτιμία, μια άνθιση του μαρξισμού σε διάφορα πεδία, κοκ, που ακόμη και οι στοιχειωδώς σοβαροί αστοί μελετητές τα αναγνωρίζουν σήμερα, γράφουν εκτενείς σχετικές μελέτες, κοκ.

Στην «Πρόταση διαλόγου» όλα αυτά εξοβελίζονται από την εικόνα, δεν αναφέρονται καν. Μπαίνει μια υποκριτική ταμπέλα «Ένα μεγαλειώδες εγχείρημα» και από κάτω τα πετούν όλα στα σκουπίδια, και το μόνο που βλέπουν είναι καπιταλιστική εκμετάλλευση και οι «νέες κυρίαρχες τάξεις».

Τώρα, πού το πάνε με όλα αυτά, τι θέλουν να πουν; Αυτό που θέλουν να πουν, αλλά δεν το λένε καθαρά, προσποιούνται ότι λένε κάτι άλλο, είναι ότι ο δρόμος που ακολουθήθηκε από τον Λένιν και την υπόλοιπη ηγεσία των Μπολσεβίκων ήταν λάθος, αδιέξοδος, και ότι υπήρχε κάποιος άλλος, άμεσος και εύκολος δρόμος για τον κομμουνισμό, ένας δρόμος όπου θα υλοποιούνταν άμεσα η κομμουνιστική αρχή, «στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του». (Το τελευταίο δηλώνεται μάλιστα ρητά στο σχετικό με τον «κομμουνισμό» μέρος της «Πρότασης διαλόγου» ως άμεση προοπτική για το σήμερα: «Για ένα εναλλακτικό κομμουνιστικό σχέδιο. Στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του», σελ. 24). Με αυτό όμως αποδεικνύουν ακριβώς ότι είναι αντιδραστικοί μικροαστοί, που φοβούνται και θέλουν να αποφύγουν τις δυσκολίες του αγώνα για το σοσιαλισμό. Αυτοί οι «σύγχρονοι κομμουνιστές» θα δέχονταν το σοσιαλισμό μόνο σε μια περίπτωση: αν προσφερόταν έτοιμος, χωρίς τις δυσκολίες, σαν ένα κουτί σοκολατάκια, που δεν θα είχες παρά να το ανοίξεις και να τα φας. 

Το «Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιό» τους, είναι ακριβώς η θεωρία του σοσιαλισμού σαν ένα κουτί σοκολατάκια. Να λέμε στην εργατική τάξη ότι «Εμείς έχουμε βρει αυτό το εξαίσιο κουτί και σας το προσφέρουμε, σε μια ποικιλία γεύσεων και αρωμάτων, με όλα τα απεριτίφ». Μετά η εργατική τάξη θα πει, «Ω, μα αυτό το κουτί είναι υπέροχο, πώς δεν το είχαμε βρει μόνοι μας μέχρι τώρα; Μετά χαράς δεχόμαστε το δώρο σας, εσείς είστε πραγματικοί κομμουνιστές, όχι ο Μαρξ και ο Λένιν, που μας δημιούργησαν τόσα προβλήματα». Και έτσι θα έρθει ο σοσιαλισμός.

Όχι, ο σοσιαλισμός δεν θα έρθει έτσι. Ο σοσιαλισμός πρέπει να κάμψει την αντίσταση της παγκόσμιας αστικής τάξης, που έχει στη διάθεσή της τρισεκατομμύρια, εθνικούς κρατικούς μηχανισμούς, διεθνείς οργανισμούς, κ.ά., και προβάλλει και θα προβάλλει λυσσαλέα αντίσταση. Χωρίς θυσίες, πειθαρχία και σωστή μαρξιστική εκτίμηση των καθηκόντων κάθε σταδίου, που δεν είναι ίδια με τα τελικά καθήκοντα του κομμουνισμού, δεν υπάρχει αγώνας για το σοσιαλισμό. Και γι’ αυτό ακριβώς πρέπει να παραμερίσουμε και να εκθέσουμε ως αντιμαρξιστικές και ψευδοκομμουνιστικές θεωρήσεις όπως εκείνες του «Σύγχρονου Κομμουνιστικού Σχεδίου» που παρανοούν πλήρως την πρότερη εμπειρία του κινήματος και τα τωρινά του καθήκοντα.

Στην πράξη τι σημαίνει το δήθεν «κομμουνιστικό σχέδιό» τους, ποια είναι η ουσία του; Σημαίνει να πολεμάμε στο όνομα του τελικού σκοπού τον ιστορικά αναγκαίο δρόμο που οδηγεί στο σκοπό. Αυτό κάνουν σε σχέση με τον Οκτώβρη και αυτό προκύπτει αναγκαία και στο σήμερα. Ουσιαστικά είναι Μπερνστάιν γυρισμένοι μέσα-έξω. Ο Μπερνστάιν έλεγε «Ο σκοπός δεν είναι τίποτα, το κίνημα (ο δρόμος) είναι το παν». Αυτοί λένε, «Ο σκοπός είναι το παν, ο δρόμος δεν είναι τίποτα». Όσοι όμως πολεμούν το δρόμο που οδηγεί στο σκοπό –τον πραγματικό δρόμο, όχι τους φανταστικούς, μεταρρυθμιστικούς δρόμους που επινοούσε ο Μπερνστάιν– πολεμούν και τον ίδιο το σκοπό. Και γι’ αυτό ακριβώς, σε αντίθεση με το μεγαλειώδες εγχείρημα του Οκτώβρη, το δικό τους εγχείρημα είναι γελοίο.

Πολιτικά, οργανωτικά και ιδεολογικά «σχέδια»

Ένα τέτοιο μεγαλειώδες «Κομμουνιστικό Σχέδιο», δεν μπορεί φυσικά να μη βάζει και αντίστοιχα μεγαλεπήβολα πολιτικά, οργανωτικά και ιδεολογικά καθήκοντα. Έτσι, παραλείποντας μερικά άλλα, φτάνουμε στα σχετικά μέρη, «Για ένα εναλλακτικό κομμουνιστικό σχέδιο» και «Για τις επαναστάσεις του 21ου αιώνα». 

Εδώ το πράγμα αποκτά αμέσως ενδιαφέρον: «Όποιος θέλει να είναι “εντάξει” με τον εαυτό του και με τις λαϊκές δυνάμεις στις οποίες απευθύνεται», λένε, «οφείλει να παραδεχτεί ότι η άρνηση της επανάστασης σημαίνει άρνηση του ίδιου του κοινωνικού μετασχηματισμού» (σελ. 27).

Α, όλα κι όλα. Είμαστε επαναστάτες εμείς, κατανοούμε ότι η κοινωνία μπορεί να μετασχηματιστεί  μόνο επαναστατικά και ετοιμαζόμαστε πυρετωδώς για την «επανάσταση».

Και 15 αράδες πιο κάτω διαβάζουμε:

«Αυτό όμως που έχει νόημα και ουσία είναι η οργάνωση του καθημερινού αγώνα ως εάν από αυτόν εξαρτάται το σύνολο του κινήματος».

Ακριβώς έτσι! Ποτέ άρνηση της επανάστασης και λίγο πιο κάτω, η επανάσταση (το σύνολο του κινήματος) είναι ο καθημερινός αγώνας. Μα αυτό ακριβώς είναι πλήρης άρνηση της επανάστασης!

Όχι, φίλτατοι, δεν εξαρτάται από τον καθημερινό αγώνα το σύνολο του κινήματος, ούτε μπορεί να οργανωθεί αυτός ο αγώνας με τρόπο «ως εάν να εξαρτάται» από αυτόν το σύνολο. Ο αγώνας για το σοσιαλισμό εξαρτάται από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα όπως αυτά που συμβαίνουν σήμερα στην Ουκρανία και όσοι λένε πως το σύνολο του κινήματος εξαρτάται ή θα όφειλε να εξαρτάται από το πώς οργανώνουν τον καθημερινό τους αγώνα, δεν θα πάρουν ποτέ σωστή θέση γι’ αυτά τα μεγάλα γεγονότα.

Για να καταλάβουμε όμως τι πραγματικά εννοούν εδώ, πρέπει να έχουμε υπόψη ποιος είναι αυτός ο σπουδαίος «καθημερινός αγώνας» στον οποίο αναφέρονται. 

Το «Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο» είναι ένα καθαρά μικροαστικό-διανοουμενίστικο ρεύμα. Περιλαμβάνει μερικά «κουρασμένα παλικάρια», που δεν αγάπησαν ποτέ την επανάσταση και έπεσαν κάτω από την κούραση, και κάτι μεταπτυχιακούς φοιτητές, που συγχέουν διαρκώς τον αγώνα για το σοσιαλισμό με τον «αγώνα» για την απόκτηση του μεταπτυχιακού τους. Ο αγώνας και των μεν και των δε δεν είναι λοιπόν κάτι άλλο από πόζα, η προσπάθεια να εμφανίζουν τις τρέχουσες δραστηριότητές τους, που δεν έχουν καμιά σημασία για το κίνημα και συμβάλλουν μόνο στην αποσύνθεσή του, σαν πεμπτουσία του επαναστατικού αγώνα.

Η άποψη ότι ο καθημερινός αγώνας πρέπει να αποτελεί την εστία του κινήματος είναι οπορτουνιστική άποψη, αναπαράγει ουσιαστικά τη φόρμουλα των οικονομιστών που καταπολέμησε στον καιρό του ο Λένιν. Βέβαια, οι οικονομιστές είχαν μερικά σοβαρά ελαφρυντικά: αναφέρονταν σε έναν πραγματικό αγώνα, το συνδικαλιστικό αγώνα, ο οποίος στα 1880-90 ήταν πράγματι η εστία του κινήματος στη Ρωσία, καθώς δεν είχαν αναπτυχθεί ακόμη εκεί οι πολιτικοί αγώνες της εργατικής τάξης. Το «Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο» μάς λέει επί της ουσίας, μετά από 150 χρόνια μαρξισμού, ότι ο μαρξισμός τελικά είναι λάθος και πρέπει να επιστρέψουμε στην άποψη του καθημερινού αγώνα.

Παραπέρα, στις σελ. 21-22 έχουμε και μια ανάλυση των ιδεολογικών καθηκόντων, αναφορικά με το μεταμοντερνισμό. Μαθαίνουμε ότι είναι κακός, «αποδέχεται το εφήμερο, το στιγμιαίο, το ασυνεχές» και τον χαρακτηρίζει «η άρνηση της αντικειμενικότητας και ο ακραίος υποκειμενισμός». Πλην όμως, ακολουθεί ένα «ωστόσο»:

«Ωστόσο, η ριζική φιλοσοφική αντιπαράθεση στον πυρήνα της μεταμοντέρνας προβληματικής δεν πρέπει να παραγνωρίζει τις ενίοτε ριζοσπαστικές εκδοχές της μεταμοντέρνας κριτικής στο μηχανιστικό και στείρο ορθολογισμό της αστικής σκέψης στο βαθμό που αυτές δεν είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη της ανθρώπινης πράξης. Η ριζοσπαστική μικροαστική στάση που αντιτίθεται στην αστική αντίληψη της προόδου… μπορεί να αποτελεί αφετηρία γονιμοποιητικών παρεμβάσεων από την πλευρά της προλεταριακής δυναμικής. Έτσι η ιστορική οπτική της εργατικής τάξης μπορεί να βάζει τη σφραγίδα της στην αντικαπιταλιστική κριτική και να υπερβαίνει διαλεκτικά, στη δική της επαναστατική προοπτική, αυτές τις διάσπαρτες κριτικές φωνές που συνωθούνται μέσα στη γενική κατηγορία του μεταμοντερνισμού».

Για να το εκτιμήσουμε καλύτερα όλο αυτό, θα παραθέσουμε ακόμη ένα απόσπασμα από το μέρος που αφιερώνουν στον Οκτώβρη. Αφού κατακεραυνώνουν τον Τρότσκι για την «αντιδημοκρατική» στάση του απέναντι στην «εργατική αντιπολίτευση» (σελ. 8), διαπιστώνουν «τα κενά» στη θεώρηση των Μπολσεβίκων σχετικά με τη «φύση της νέας κοινωνίας», λόγω των οποίων «χωρίστηκαν σε διάφορα ρεύματα»: 

«Οι Μπουχάριν, Τρότσκι και Πρεομπραζένσκι ζητούν άμεσο πέρασμα στον κομμουνισμό με στρατιωτικοποίηση της εργασίας, επίταξη γεωργικών προϊόντων και διανομή τους από το κράτος. Η “πλατφόρμα των 46” (Πρεομπραζένσκι, Οσσίνσκι, Πιατακόφ κ.α.) καταγγέλλει το ’23 την «έλλειψη σχεδιασμού και βοήθειας στη βιομηχανία και την ανεπάρκεια της πιστωτικής πολιτικής» και ταυτόχρονα ότι “η ελεύθερη συζήτηση μέσα στο κόμμα έχει ουσιαστικά εξαφανιστεί, η κοινή γνώμη μέσα στο κόμμα έχει καταπνιγεί…”. Το ’25 – 26  η πλατφόρμα των Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Σοχόλνικοφ και Κρούπσκαγια επιτίθεται στη ΝΕΠ, ζητώντας ταυτόχρονα ελεύθερη συζήτηση και εσωκομματική δημοκρατία. Ο Ζηνόβιεφ καταγγέλλει τη ΝΕΠ ως “κρατικό καπιταλισμό” ενώ ο Μπουχάριν το ’28-29 υπερασπίζεται τη ΝΕΠ και ζητάει ταχεία εκβιομηχάνιση… Τα κενά αυτά πρέπει να καλυφθούν» (σελ. 13).

Η παραπάνω παρουσίαση είναι τελείως διαστεβλωτική και αφοριστική, αλλά ας το παρακάμψουμε και ας τους παραχωρήσουμε τα «κενά». Ο καθένας που θα μελετήσει τη φιλολογία των Μπολσεβίκων θα δει ότι δεν υπήρχαν μόνο κενά. Υπήρχαν επίσης η προβληματική του Λένιν για τη ΝΕΠ, αργότερα επεξεργασίες των Τρότσκι (π.χ. η μπροσούρα του Προς το Σοσιαλισμό ή προς τον Καπιταλισμό) και Μπουχάριν (αντίστοιχα το Ο Δρόμος προς το Σοσιαλισμό και η Συμμαχία με την Αγροτιά). Και ο μαρξισμός δεν σταμάτησε εκεί· κάποιοι Γκράμσι και Λούκατς πρόσθεσαν τα δικά τους στοιχεία, προώθησαν το μαρξισμό σε άλλα πεδία, κοκ. Όλα αυτά, που θα έπρεπε να τα θέσει στο κέντρο της προσοχής ένας μαρξιστής, απουσιάζουν πλήρως από το ντοκουμέντο του «Κομμουνιστικού Σχεδίου», γιατί προφανώς τα θεωρούν ξεπερασμένα και ανίκανα να συνεισφέρουν οτιδήποτε. Και οι μόνοι για τους οποίους έχουν να πουν μια καλή κουβέντα, ότι μπορούν να «γονιμοποιήσουν» την «προλεταριακή δυναμική», είναι οι αριστεροί μεταμοντέρνοι!

Τι είναι ο μεταμοντερισμός; Είναι το κύριο ρεύμα της αντιδραστικής, ανορθολογικής αστικής ιδεολογίας στην τελευταία 50ετία, που παραμέρισε τον μοντερνισμό, τον αναιμικό φιλελευθερισμό που είχε επικρατήσει μετά την ήττα του φασισμού το 1945. Ποιοι είναι οι αριστεροί μεταμοντέρνοι; Είναι ο Ζίζεκ, η Μπούτλερ, ο Μπαντιού και άλλοι. Τι κάνουν αυτοί; Παίρνουν ουσιαστικά αυτό που λένε οι ηγετικοί, ανοικτά αντιδραστικοί και ανορθολογιστές μεταμοντέρνοι, οι διάφοροι Λιοτάρ, Μποντριγιάρ, κ.ά., και το ντύνουν με μια ριζοσπαστική, κινηματική αμφίεση, ενώ ως τέτοιο είναι τελείως συστημικό. Όσοι, λοιπόν, λένε ότι γονιμοποιούν την «προλεταριακή δυναμική» με το ριζοσπαστισμό τους, στην πραγματικότητα νοθεύουν αυτή τη δυναμική με έναν κάλπικο, απατηλό ριζοσπαστισμό και είναι φορείς της αστικής επιρροής στο κίνημα. Επικαλούνται τα «κενά» του μαρξισμού όχι για να τον προωθήσουν παραπέρα αλλά για να τον απορρίψουν, καλύπτοντας τα (πραγματικά και υποτιθέμενα) κενά και το συνολικό κενό που δημιουργούν οι ίδιοι με αστικές απόψεις.

Τα πολιτικά καθήκοντα που θέτουν οι «σύγχρονοι κομμουνιστές» μας είναι όλα εξίσου βαρυσήμαντα, θυμίζοντας σε όχι λίγα σημεία το γνωστό, «Από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα». Ιδού πώς εξηγούν την αναγκαιότητα της «δημοκρατικής λειτουργίας» του κομμουνισμού:

«Η ειδική υφή της σχέσης φαίνεται πως πρέπει να εξασφαλιστεί από ένα τρίτο, καθοριστικό και προσδιοριστικό στοιχείο. Αυτό το εμβόλιμο στοιχείο είναι παρόν-απόν, εκδηλώνεται μέσα στην καθολικότητα του “καθένα” και της ειδικής κομμουνιστικής συνάρθρωσης ικανοτήτων-αναγκών. Το λειτουργικό και κρίσιμο αυτό στοιχείο είναι εκείνο που πρέπει να αντικαταστήσει το χρήμα, το νομικό πρόσωπο, και κάθε άλλο μέτρο της αστικής ταξικής κοινωνίας… Πρέπει να υπάρχει λοιπόν κάποιο είδος θεσμικής συλλογικής υπόστασης που θα διασφαλίζει το κομμουνιστικό αξίωμα. Αυτή η θεσμική συλλογική υπόσταση είναι η συλλογική, δημοκρατική λειτουργία» (σελ. 26).

Όποιος κατάλαβε, κατάλαβε (πράγμα μάλλον δύσκολο, δοθέντος επιπλέον ότι ξεκινούν κατευθείαν από το «τρίτο στοιχείο», χωρίς να μας πουν πριν ποια είναι τα δυο πρώτα)! Και για τα υπόλοιπα, ηχηρές φράσεις για «τα πλατιά όργανα άσκησης της εργατικής πολιτικής», την «αυτοδιακυβέρνηση των εργατών» και το ότι το κύριο, «η γενική πρωτοπορία», είναι «το πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο», που δεν πρέπει να το υποκαθιστά το κόμμα, για να διασφαλιστεί η «δημοκρατική νομιμότητα», «Το μέτωπο τελικά προσανατολίζει το γενικότερο κίνημα», κοκ.  (σελ. 8-9).

Όλα αυτά είναι υποκριτικά και δεν έχουν σχέση με τις δημοκρατικές λειτουργίες στο μαζικό κίνημα. Ο πραγματικός στόχος τους είναι να διασφαλίσουν για τον εαυτό τους το δικαίωμα να διαδίδουν τις μικροαστικές απόψεις τους στο κίνημα, στο όνομα του δημοκρατισμού. Προσπαθούν έτσι να αποτρέψουν από μια εκτίμηση του χαρακτήρα αυτών των απόψεων και με αυτό κατά νου αποδίδουν στο μέτωπο και όχι στο κόμμα την αποστολή να προσανατολίζει, αισθανόμενοι ότι κάθε σοβαρό εργατικό κόμμα θα απέκλειε εξαρχής απόψεις όπως οι δικές τους. 

Για να συνοψίσουμε, ας δούμε μια σύνοψη όλων των παραπάνω από τον εγχώριο «μέντορα» του «ολοκληρωτικού καπιταλισμού», τον κ. Λιοδάκη, σε ένα άρθρο όπου και αυτός αποδίδει «τιμή και δόξα» στο «επαναστατικό εγχείρημα του Οκτώβρη»:

«Είναι ευρύτερα αποδεκτό και έχει επίσης επισημανθεί από τους κλασικούς του Μαρξισμού, ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό μεσολαβεί αναγκαία μια μακρά ιστορική περίοδος βαθιών κοινωνικών μετασχηματισμών… Ωστόσο, αυτό δεν δικαιολογεί κάποιες από τις πολιτικές των μπολσεβίκων πριν και μετά την επανάσταση, αλλά ούτε και τη σταδιολογική διαίρεση του κομμουνισμού, από τον ίδιο τον Λένιν, σε ένα πρώτο σοσιαλιστικό στάδιο και στον καθ’ εαυτό (ή αναπτυγμένο) κομμουνισμό… Δεδομένου ότι η σταδιολόγηση αυτή έχει ορισμένες αρνητικές παρενέργειες, εδώ θα ακολουθήσουμε κάποιους σύγχρονους αναλυτές του Μαρξικού έργου και τον ίδιο τον Μαρξ, θεωρώντας ουσιαστικά συνώνυμους τους όρους σοσιαλισμός και κομμουνισμός… Σε αντίθεση, λοιπόν, με οποιονδήποτε δογματισμό και μια ενδεχόμενα άκριτη αποδοχή της όποιας κομματικής γραμμής, θα πρέπει να υποβάλουμε σε μι αυστηρή και ανελέητη κριτική όλο το παρελθόν, αν πραγματικά θέλουμε να διασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις για ένα επόμενο, νικηφόρο και βιώσιμο, επαναστατικό εγχείρημα»5.

Ακριβώς έτσι! Ο Λένιν διέκρινε αυθαίρετα ανάμεσα σε σοσιαλισμό και κομμουνισμό κι εμείς ακολουθούμε τον Μαρξ!

Να δεχτούμε πρόθυμα ότι ο Μαρξ χρησιμοποιούσε τους όρους «σοσιαλισμός» και «κομμουνισμός» ως συνώνυμα, γενικά για τη μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία. Ο Μαρξ όμως μίλησε ρητά για ένα πρώτο στάδιο αυτής της κοινωνίας, όπου θα ισχύει η αρχή «στον καθένα ανάλογα με την εργασία» του, δηλαδή, σύμφωνα με τον ίδιο, ένα «αστικό δίκαιο», αναγκαίο σε αυτό το στάδιο καθώς η νέα κοινωνία φέρει ακόμη πάνω της τα σημάδια της παλιάς. Γι’ αυτό το στάδιο ο Λένιν καθιέρωσε τον όρο «σοσιαλισμός», τον οποίο ακολουθεί εν γένει ο πολύς κόσμος. Αν όμως αυτό προκαλεί σύγχυση και έχει «αρνητικές παρενέργειες» μπορεί να το ονομάσουμε κάπως αλλιώς, ας πούμε «ντολμαδάκια γιαλαντζί» ή όπως αλλιώς θέλετε.

Αυτό λοιπόν το στάδιο (που αναγνώρισε ο Μαρξ και που ο Λένιν το ονόμασε αυθαίρετα «σοσιαλισμό», αλλά εμείς το ονομάσαμε για χάρη σας «ντολμαδάκια γιαλαντζί»), όπως το προσδιόρισε ο Μαρξ, θα φαινόταν να ταιριάζει μέσες-άκρες με αυτό που ήταν η ΝΕΠ. Εσείς όμως μας λέτε στην αρθρογραφία σας ότι η διαδικασία μετάβασης που αντιπροσώπευε η ΝΕΠ ήταν η πηγή όλων των κακών, ένα βήμα «που κατέληξε να πληρωθεί με αρκετά βήματα προς τα πίσω και τεράστιο κόστος», ότι «ο εκφυλισμός ενυπήρχε ήδη στον ταξικό χαρακτήρα της επανάστασης» και «το μεγαλείο της Οκτωβριανής Επανάστασης κατέληξε τελικά σε μια “νικηφόρα πανωλεθρία”»6. Μετά επινοείτε μια δική σας διαδικασία άμεσης μετάβασης που υπάρχει μόνο μέσα στο κεφάλι σας. Και για να το στηρίξετε αυτό επινοείτε και ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού, τον «ολοκληρωτικό καπιταλισμό» –γιατί με τη συνήθη ανάλυση του ιμπεριαλισμού και την πραγματικότητα γύρω μας η μετάβασή σας είναι καθαρά φαντασιακή– χωρίς όμως να μας λέτε ποια είναι η θεμελιώδης αλλαγή που υπόκειται αυτού του σταδίου (και παρερμηνεύετε επί της ουσίας φαινόμενα που προκύπτουν στο τέλος του ιμπεριαλιστικού σταδίου, ως τελικές συνέπειές του, σαν αρχή και βάση ενός νέου σταδίου). Είναι τόσο βέβαιο ότι με όλα αυτά στρέφεστε μόνο ενάντια στον Λένιν και όχι και ενάντια στον Μαρξ;

Από κει και πέρα, ούτε συζήτηση ότι η αντίληψη του Λένιν έχει «ορισμένες αρνητικές παρενέργειες». Μια από τις πιο αρνητικές είναι ότι σε ένα πραγματικό εργατικό κόμμα απόψεις όπως οι δικές τους θα πρέπει να αποκλείονται εξαρχής. Αυτό μπορεί, βέβαια, να φαίνεται στους Λιοδάκηδες «δογματική και άκριτη κομματική γραμμή». Είναι όμως αναγκαίος όρος του αγώνα για το σοσιαλισμό, για τον επιπλέον λόγο ότι οι απόψεις τους είναι αντιδραστικές – δεν είναι αστικές απόψεις στο στιλ του Σαρτρ ή του Τσάβες, με τις οποίες μπορεί και πρέπει πράγματι να διαλέγεται κανείς.

Αμεσότητα και ιστορική διαδικασία

Στο Ιστορία και Ταξική Συνείδηση ο Λούκατς, πέρα από κάποια λάθη, συνόψισε υποδειγματικά τη διαφορά ανάμεσα στους αστικούς και τους σοσιαλιστικούς τύπους συνείδησης, στην εξής πρόταση: «Η ουσία της αστικής συνείδησης είναι η αμεσότητα· η ουσία της προλεταριακής συνείδησης είναι η μεσολάβηση». 

Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι οι μαρξιστές πρέπει να βλέπουν την εξέλιξη ως μια διαδικασία, μια διαδοχή από ανόμοιες και αντιθετικές, αλλά ταυτόχρονα αλληλένδετες στιγμές, και είναι μαρξιστές μόνο αν στέκουν σε αυτή την οπτική (που είναι η προλεταριακή οπτική γιατί η ίδια η εργασία είναι μια ανομοιογενής διαδικασία). Η αστική συνείδηση αντίθετα στέκει στο άμεσο δεδομένο, που το αποσπά από τη διαδικασία και το μετατρέπει σε απόλυτο. Μια λογική αμεσότητας είναι κατάλληλη μόνο για την υπεράσπιση του καπιταλισμού, γιατί ο καπιταλισμός τελικά είναι το άμεσο, η υφιστάμενη κατάσταση, και τα μέσα υποστήριξής του είναι έτοιμα. Να αγωνιστούμε για το σοσιαλισμό με μια τέτοια λογική είναι αδύνατο, το μόνο που μπορεί να κάνουμε στη βάση της είναι να παρανοούμε τα καθήκοντα του αγώνα για το σοσιαλισμό.

Όλο το πνεύμα στο «Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο» και στην «Πρόταση διαλόγου» που συζητήσαμε είναι στη λογική της αμεσότητας. Η θεωρία τους περί «ολοκληρωτικού καπιταλισμού» παίρνει ακριβώς ένα άμεσο δεδομένο, τα ολοκληρωτικά γνωρίσματα του καπιταλισμού, και αποκόβοντάς το από τη βάση του το αναγορεύει σε ένα νέο στάδιο. Και το «κομμουνιστικό σχέδιό» τους βασίζεται στην κάλπικη υπόθεση ενός άμεσου τρόπου περάσματος στον κομμουνισμό.

Αυτή ακριβώς η λογική της αμεσότητας χαρακτηρίζει και τις αναλύσεις τους για τον πόλεμο στην Ουκρανία, όντας υπαίτια για τις κραυγαλέες ανοησίες τους, που συζητήσαμε σε προηγούμενο άρθρο7. Ένας σωστός προσανατολισμός σε τέτοιες ιστορικές εξελίξεις προϋποθέτει μια σοβαρή μαρξιστική θεώρηση, ενώ η προσέγγισή τους με μια λογική αμεσότητας, με το τρέχον και αυτό που κτυπά στο μάτι, καταλήγει αναπόφευκτα σε παρωδία.

Η πρόσφατη αρθρογραφία του Βατικιώτη για την Ουκρανία είναι διαφωτιστική, στο βαθμό που, όντας η συγκριτικά καλύτερη στο χώρο, περιέχει εδώ κι εκεί κανένα στοιχείο μαρξιστικής ανάλυσης. Ας της ρίξουμε μια ματιά.

Ο Βατικιώτης εκτιμά ότι η κύρια ευθύνη για τον πόλεμο στην Ουκρανία βαραίνει τις ΗΠΑ και την Ουκρανία. Έχοντας επιβληθεί από ένα αμερικανόπνευστο πραξικόπημα, το καθεστώς του Κιέβου στηρίζεται σε νεοφασιστικές δυνάμεις και χρησιμοποιείται από τις ΗΠΑ σαν μαριονέτα, στα σχέδιά τους για επέκταση σε βάρος της Ρωσίας, διεύρυνση του ΝΑΤΟ, κοκ. «Η επίθεση προετοιμάστηκε από τους ίδιους τους Ουκρανούς και το ΝΑΤΟ!»8

Το ουκρανικό καθεστώς δεν είναι νεοφασιστικό, αλλά ας δεχτούμε εδώ ότι είναι όντως τέτοιο και από κοινού με το ΝΑΤΟ οδήγησαν σκόπιμα τη Ρωσία στο σημείο να μην έχει άλλη επιλογή από το να κηρύξει τον πόλεμο στην Ουκρανία. Το ερώτημα είναι: ταιριάζει αυτή η εικόνα με τα γεγονότα;

Ο καθένας θα δει ότι δεν ταιριάζει. Αν το ΝΑΤΟ και η Ουκρανία είχαν συνειδητά εξωθήσει τη Ρωσία να επιτεθεί, το ΝΑΤΟ θα φρόντιζε να στείλει στην Ουκρανία πριν την επίθεση, ας πούμε στο κρίσιμο τελευταίο δίμηνο, επαρκή οπλισμό για να τα βγάλει πέρα. Αυτό θα το απαιτούσε προφανώς και η ίδια η Ουκρανία. Ωστόσο, η βοήθεια που έστειλαν οι Δυτικοί σε αυτό το διάστημα ήταν πενιχρή. Η Βρετανία έστειλε στα μέσα Γενάρη 2000 αντιαρματικούς πυραύλους και 30 εκπαιδευτές (που αποχώρησαν 10 μέρες πριν το ξέσπασμα του πολέμου) και πέραν τούτου ουδέν9. Η ουσιαστική στρατιωτική δυτική βοήθεια, ύψους πολλών δις δολαρίων, δόθηκε μετά το ξέσπασμα του πολέμου. Ο Βατικιώτης μάς ζητά να πιστέψουμε ότι το ΝΑΤΟ και η Ουκρανία εξώθησαν τη Ρωσία στον πόλεμο, αλλά δεν είχαν επίγνωση ότι θα ξεσπάσει πόλεμος ή δεν τους πέρασε από το μυαλό ότι ενόψει του επικείμενου πολέμου θα έπρεπε να εξοπλίσουν επαρκώς από τα πριν την Ουκρανία. Αυτό είναι ανοησία, δεν είναι σοβαρή ανάλυση. Και είναι ακριβώς το είδος «ανάλυσης» που στέκει στο άμεσο, πιάνει επιλεκτικά ένα στοιχείο της κατάστασης (εδώ τα σχέδια διεύρυνσης του ΝΑΤΟ) και αδυνατεί να δει το όλο.

Αν τώρα ο αναλυτής μας ήθελε να δει το όλο, θα έπρεπε να συζητήσει την αντιπαράθεση, το συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στον αμερικανικονατοϊκό και το ρωσικό ιμπεριαλισμό. Και αν το έκανε, θα διαπίστωνε ότι σε οικονομικό επίπεδο η υπεροχή του αμερικανονατοϊκού ιμπεριαλισμού είναι συντριπτική· παρά το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο η Ρωσία δεν μετρά ιδιαίτερα στην παγκόσμια οικονομία. Σε στρατιωτικό επίπεδο όμως, λόγω των όπλων που διαθέτει η Ρωσία από τη σοβιετική εποχή, πυρηνικών και άλλων, η κατάσταση είναι λιγότερο άνιση.

Από αυτό το συσχετισμό απορρέει και η τακτική των δυο ιμπεριαλισμών. Στη διεθνή σκακιέρα, αν και η Ρωσία είχε μερικές επιτυχίες σε Συρία, Λιβύη, κοκ, οι αμερικανονατοϊκοί, εκμεταλλευόμενοι τη συνολική τους υπεροχή, παίρνουν συνήθως αυτό που θέλουν. Αυτό περίμεναν να συμβεί και στην Ουκρανία, όπου μέχρι πριν τον πόλεμο βολιδοσκοπούσαν το έδαφος για την ένταξή της στο ΝΑΤΟ, περιμένοντας το πολύ μια κάπως ευρύτερη τοπική σύγκρουση στο Ντονμπάς (στην οποία ανταποκρινόταν η βοήθειά τους στην Ουκρανία) αλλά όχι γενικό πόλεμο (εξ ου και η σύγχυσή τους τις πρώτες μέρες του πολέμου). Η Ρωσία, από τη μεριά της, προσπάθησε με τον πόλεμο να μεταθέσει τη σύγκρουση στο πεδίο όπου ο συσχετισμός δυνάμεων είναι ευνοϊκότερος γι’ αυτήν, ελπίζοντας (λαθεμένα όπως αποδείχτηκε) σε μια νίκη που θα την ενίσχυε οικονομικά και «γεωπολιτικά». Ούτε, βέβαια, «εξαναγκάστηκε» στον πόλεμο· τα τελευταία χρόνια συγκέντρωνε μεθοδικά αποθέματα και τον προετοίμαζε για την κατάλληλη στιγμή. Από αυτό όμως απορρέει ότι και ο ρωσικός ιμπεριαλισμός είναι εξίσου επιθετικός με τον αμερικάνικο και πιο επιρρεπής στην εξαπόλυση πολέμων. Συνεπώς, οι Βατικιώτης, Αναγνωστάκης και σία έχουν άδικο όταν αποδίδουν στη Ρωσία ευγενή κίνητρα διαφύλαξης της παγκόσμιας ειρήνης, προστασίας των πληθυσμών του Ντονμπάς και τα παρόμοια.

Ο Βατικιώτης ανακάλυψε όμως και την οικονομική αιτία του πολέμου. Θα βρεθεί στον πόλεμο ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία για το φυσικό αέριο. Τα τελευταία χρόνια οι ΗΠΑ προώθησαν μια νέα τεχνολογία υγροποίησης του φυσικού αερίου που επιτρέπει τη μεταφορά του χωρίς αγωγούς, γεγονός που τους επέτρεψε να γίνουν βασικός εξαγωγέας του υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), ενώ μέχρι πριν λίγα χρόνια ήταν σχεδόν ανύπαρκτες. Τις ενοχλεί όμως ο ρωσικός ανταγωνισμός και προκάλεσαν τον πόλεμο, ώστε να αποκλειστεί από την αγορά η Ρωσία και να κυριαρχήσουν παγκόσμια. «Αποδεικνύεται δηλαδή γιατί η εισβολή της Ρωσίας έπρεπε να εφευρεθεί… Αν γινόταν δε, θα ήταν θείο δώρο για τον Μπάιντεν και την βιομηχανία φυσικού αερίου των ΗΠΑ!»10

Θα μπορούσε και εδώ να ρωτήσουμε: Αφού η ρωσική εισβολή ήταν θείο δώρο για τον Μπάιντεν, γιατί η Ρωσία έπρεπε να εξαπολύσει γενικευμένο πόλεμο και να μην κάνει, ας πούμε, μια μικρότερη επιχείρηση στο Ντονμπάς, που και θα έδειχνε έμπρακτα την ετοιμότητά της να αντιδράσει στην επέκταση του ΝΑΤΟ και δεν θα προκαλούσε τόσο ισχυρές κυρώσεις; Αυτό υποβάλλει την υποψία ότι ο Πούτιν επέλεξε το γενικευμένο πόλεμο κυρίως από κάποια εσωτερική αναγκαιότητα, για να κρύψει και να αναβάλει την κρίση του καθεστώτος του, και όχι τόσο επειδή εξαναγκάστηκε από το ΝΑΤΟ. Θα το παρακάμψουμε όμως και θα δεχτούμε ότι η αρθρογραφία του Βατικιώτη παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον και, στο βαθμό που φωτίζει τους εμπορικούς πολέμους, μερικά στοιχεία μαρξιστικής ανάλυσης.

Δυστυχώς, ο Βατικιώτης φαίνεται να νομίζει ότι μια τέτοια οικονομική ανάλυση εξαντλεί το ζήτημα της εκτίμησης του πολέμου, ότι κάνοντάς την εκπληρώνει πλήρως τις απαιτήσεις του μαρξισμού, ενώ στην πραγματικότητα εκπληρώνει μόνο ένα μικρό μέρος, και μάλιστα, εφόσον περιορίζεται σε αυτό, εντελώς στρεβλά και μονόπλευρα. 

Ο μαρξισμός απαιτεί πολύ περισσότερα από αυτό το είδος της στενής οικονομικής ανάλυσης. Απαιτεί ακόμη μια ανάλυση της αλληλεπίδρασης του οικονομικού με το πολιτικό, των σχέσεων ανάμεσα στις τάξεις και, εφόσον πρόκειται για μια σύγκρουση που εμπλέκει ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, μια εκτίμηση του χαρακτήρα, της ιδιομορφίας του κάθε ιμπεριαλισμού. Αυτά στη γενική τους μορφή μπορεί να ηχούν κάπως αφηρημένα και περιττά και ίσως να φαίνεται ότι μια οικονομική ανάλυση σαν αυτή που ξέρει να κάνει ο Βατικιώτης είναι πιο αποδοτική, ξεκάθαρη και επί τούτου. Αλλά αλίμονο, δεν είναι έτσι.

Για να το δούμε συγκεκριμένα, στο πρώτο άρθρο μας για την Ουκρανία χαρακτηρίσαμε το καθεστώς του Πούτιν σαν «ιμπεριαλιστικό βοναπαρτισμό»11 με λεπενικά χαρακτηριστικά. Σε αυτό το χαρακτηρισμό εμπλέκεται μια πληθώρα από οικονομικές, ταξικές και πολιτικές όψεις, που παρμένες στο σύνολό τους μας δίνουν το χαρακτήρα, την ιστορικά διαμορφωμένη δομή του ρωσικού ιμπεριαλισμού.

Ο Λένιν έλεγε ότι η πολιτική είναι συμπυκνωμένη οικονομία και όταν ορίζουμε ένα καθεστώς σαν «ιμπεριαλιστικό βοναπαρτισμό» αυτό δεν είναι διόλου ένας στενά πολιτικός ορισμός αλλά περιλαμβάνει όλο το οικονομικό υπόβαθρο που το παρήγαγε και το στηρίζει. Για παράδειγμα, η ρωσική ολιγαρχία προέκυψε από τη λεηλασία της κρατικής ιδιοκτησίας μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, δίνοντας γένεση σε έναν αρπακτικό καπιταλισμό με περιθωριακή θέση στις διεθνείς αγορές, που ποτέ δεν απέκτησε έστω και κατά προσέγγιση τις ισχυρές βάσεις και ένα λειτουργικό εποικοδόμημα αντίστοιχο του Δυτικού. Αυτό έκανε δυνατή και αναγκαία τη βοναπαρτιστική δικτατορία του Πούτιν, ως ένα εποικοδόμημα προσαρμοσμένο στο να εξισορροπεί τους Ρώσους ολιγάρχες. Στην πορεία, μετά από μια αρχική φάση ασυδοσίας των ολιγαρχών (στη δεκαετία του 1990) η κεντρική εξουσία ενισχύθηκε μέσα από μια συμμαχία με τους ισχυρότερους ολιγάρχες, και αφού εθνικοποίησε κάποιους τομείς, έβαλε τις βάσεις και διασφάλισε τα αναγκαία μέσα για την άσκηση μιας επιθετικής ιμπεριαλιστικής πολιτικής, σε Συρία, Λιβύη και σήμερα στην Ουκρανία. Τα «λεπενικά χαρακτηριστικά» υποδηλώνουν τον επιθετικά αντιδραστικό χαρακτήρα του καθεστώτος, το γεγονός ότι, μη όντας ποτέ ικανό να διασφαλίσει μια κάπως ομαλή καπιταλιστική ανάπτυξη, έφερνε και φέρνει αναγκαία στο προσκήνιο την ακροδεξιά αστική πτέρυγα, που ο δυτικός καπιταλισμός δεν τη χρειάζεται ακόμη στον ίδιο βαθμό, για να διαιωνίζει την κυριαρχία του.

Η ανάλυση του Βατικιώτη για το φυσικό αέριο αξιώνει πολλά, αλλά κάνει ελάχιστα, ακριβώς γιατί πιάνει ένα μόνο οικονομικό γεγονός, και μάλιστα επιμέρους, ενώ η πορεία που μόλις περιγράψαμε περιλαμβάνει εκατοντάδες και χιλιάδες τέτοια γεγονότα σε χρονικό βάθος δεκαετιών, που ήταν επιπλέον συγκροτητικά για το ρωσικό καπιταλισμό. «Κομμουνιστικά σχέδια» χωρίς μια τέτοια ανάλυση, εστιασμένα σε ερωτήματα όπως το αν υπάρχει η ανθρώπινη φύση ή αν υπάρχει στον κομμουνισμό ένα «τρίτο, εμβόλιμο στοιχείο» που «είναι παρόν-απόν» και «εκδηλώνεται μέσα στην καθολικότητα του “καθένα”», είναι καθαρές σαχλαμάρες και απάτη.

Στα έργα των κλασικών του μαρξισμού, του Λένιν, του Τρότσκι, της Λούξεμπουργκ, θα βρούμε αναρίθμητες αναλύσεις που φωτίζουν τη διασύνδεση της οικονομίας με την πολιτική. Για αναλυτές όπως ο Βατικιώτης αυτή η μαρξιστική παράδοση είναι σαν να μην υπάρχει· βάζοντας «Λένιν Βατικιώτης» στην εύρεση στο Google βρίσκουμε ένα άρθρο του, που δεν αναφέρεται μάλιστα στον ηγέτη του Οκτώβρη αλλά στον Λενίν Μορένο, έναν πολιτικό του Ισημερινού. Όλη η ιστορία του κινήματος όμως δείχνει ότι δεν μπορούμε να αγνοούμε τη μαρξιστική παράδοση χωρίς συνέπειες: η ακατανοησία, η εγκατάλειψη της ταξικής άποψης, η εξάρτηση από τις αστικές θεωρίες της μόδας, είναι μερικές από αυτές.

Ας δώσουμε ένα ακόμη παράδειγμα, για να καταδείξουμε την ταξική διάσταση. Συζητώντας την αρθρογραφία του Δ. Καλτσώνη κριτικάραμε την εκτίμησή του του καθεστώτος Άσαντ ως «αντιιμπεριαλιστικού» και φορέα ενός «δίκαιου εθνικού πολέμου» ενάντια στις ΗΠΑ12. Ο Βατικιώτης επίσης, λίγο πιο ντροπαλά, παίρνει μια παρόμοια θέση. Σε μια πλειάδα άρθρα του, αναρτημένα σε ένα ισχυρά φιλο-Άσαντ σάιτ, στο οποίο υμνείται η ευγένεια της οικογένειας Άσαντ, παρουσιάζει την οικεία και από την Ουκρανία εικόνα: από τη μια μεριά έχουμε όλους τους κακούς, τους Αμερικάνους και τους μισθοφόρους τους τζιχαντιστές (όπως στην Ουκρανία τους νεοναζί), τους Τούρκους, κοκ, και από την άλλη τον Άσαντ, που συνεκδοχικά είναι ο καλός13.

Η μικρή λεπτομέρεια που αγνοούν και οι δύο σχολιαστές είναι το γεγονός ότι στο πλευρό του Άσαντ έχουν σταθεί από το 2011 όλοι οι νεοναζί της Ευρώπης. Εκτός από τον Γκρίφιν, που αναφέραμε στο άρθρο για την Ουκρανία, ο επικεφαλής της Κου Κλουξ Κλαν Ντέιβιντ Ντιουκ, η Χρυσή Αυγή και όλα τα ευρωπαϊκά νεοναζιστικά κόμματα έχουν στηρίξει μαχητικά τον Άσαντ, με επισκέψεις και αποστολές στη Συρία, στρατολόγηση μαχητών, κοκ. Στο σάιτ του Ντιουκ μαθαίνουμε πώς το 2018 επισκέφτηκε τη Συρία και μίλησε σε μια συγκέντρωση 50.000 οπαδών του καθεστώτος, εξαίροντας τους αγώνες των υποστηρικτών του «εναντίον του σιωνισμού» υπό τον Άσαντ14. Αυτά θέτουν ένα εύλογο ερώτημα: αν ο Άσαντ είναι τέτοιος «αντιιμπεριαλιστής» και «εθνικός ηγέτης» γιατί τον στηρίζουν όλοι οι Ευρωπαίοι νεοναζί και οι Ντιουκ;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα απαιτεί μια ανάλυση των ταξικών βάσεων της εξέλιξης με την αναγωγή σε αυτές της στάσης του κάθε πολιτικού χώρου· εδώ του ρόλου του Άσαντ σαν κυματοθραύστη των αραβικών επαναστάσεων που έδωσε στην ακροδεξιά αντίδραση χρόνο για να προωθήσει τις θέσεις της στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη, αποτρέποντας μια προοδευτική στροφή στην περιοχή. Οι Βατικιώτης και Καλτσώνης, είναι της γνώμης ότι μπορούμε να χαρακτηρίζουμε το καθεστώς του Άσαντ «αντιιμπεριαλιστικό» και να το στηρίζουμε, χωρίς να απαντήσουμε στο ερώτημα γιατί το στηρίζουν οι νεοναζί. Τα επιχειρήματά τους, όπως ότι η Συρία είναι μια μικρή χώρα και γι’ αυτό κάνει ένα δίκαιο αγώνα ενάντια στις ΗΠΑ, είναι και εδώ εντελώς επιδερμικά και προσκολλημένα στην αμεσότητα. Έτσι όμως ντροπιάζουν το λενινισμό (ο Καλτσώνης που τον επικαλείται) ή ξεπέφτουν σε μια εξωταξική, γεωπολιτική θεώρηση (ο Βατικιώτης). Σε κάθε περίπτωση, αποδεικνύουν ότι ενώ στα θέματα του επιστημονικού πεδίου τους μπορεί εδώ κι εκεί να συνεισφέρουν κάποια μαρξιστικά στοιχεία, στην ταξική τους συγκρότηση είναι αστοιχείωτοι. 

Ένα μεγάλο μέρος της αρθρογραφίας του Βατικιώτη αναλώνεται σε τέτοια ανάξια λόγου γεωπολιτικά φληναφήματα. Ο ίδιος, όπως και ο Καλτσώνης, μπορεί να κάνουν μια δήθεν σοβαροφανή αρθρογραφία για τον πόλεμο στην Ουκρανία, στην πράξη όμως λειτουργούν σαν προκάλυμμα για τις ασυναρτησίες των Χονδροκούκηδων που αλωνίζουν στις ομάδες τους και παρουσιάζουν τον Πούτιν σαν «αντιφασίστα αγωνιστή». Στο Kommon επίσης βρίσκουμε τέτοια υμνητικά άρθρα όπως του Π. Καλυβιώτη, όπου εξαίρεται ως «αντιφασιστικός» ο πόλεμος του Πούτιν:

«Αυτό που δεν κατανοεί η Δύση», διαβάζουμε, «είναι ότι ο ρωσικός καπιταλισμός, σε αντίθεση με τον άναρχο δυτικό, είναι “κεντροποιημένος”, σοβιετικού τύπου, και τον αναγκάζουν να “σοβιετοποιείται” ακόμα πιο πολύ με ένα πανίσχυρο κράτος που δυναμώνει περισσότερο, έχει πόρους και πλεονάσματα που του επιτρέπουν να ασκεί και φιλολαϊκή  πολιτική και μάλιστα σε μια κοινωνία που πια συσπειρώνεται κατά βάση σε “πατριωτικά πρότυπα” και ιστορικά αντιφασιστικά συνθήματα μέχρι και κόκκινες σημαίες με σφυροδρέπανα, γύρω από τους “ιδιοκτήτες της χώρας”, τους κληρονόμους της παλιάς διευθύνουσας τάξης της Σοβιετικής εποχής, εκμεταλλευτικής πάντα τάξης και τότε και τώρα. Μαθαίνω, μιας και μιλήσαμε για περεταίρω “σοβιετοποίηση” του ρωσικού μοντέλου, ότι αυτή την περίοδο γίνονται εντατικές κινήσεις στο παρασκήνιο, με τελεσίγραφα και συγκεκριμένες διορίες, από πλευράς Ρωσικής Προεδρίας προς τους λεγόμενους “ολιγάρχες” να μεταφέρουν τα πάντα (κεφάλαια και business) στη Ρωσία»15.

Φυσικά, ο Καλυβιώτης δεν βλέπει, όπως και ο Λιοδάκης, τίποτα σοσιαλιστικό στην ιστορία της ΕΣΣΔ, μόνο εκμεταλλευτικές τάξεις και τα παρόμοια. Όσοι είναι στον ίδιο χώρο με τέτοιους σχολιαστές που παρουσιάζουν τον πόλεμο του Πούτιν στην Ουκρανία ως μια «αντιφασιστική σοβιετοποίηση» του ρωσικού καπιταλισμού, αποδεικνύουν και μόνο με αυτό ότι έχουν απαρνηθεί πλήρως το κομμουνιστικό κίνημα.

Όποιος ανακατεύεται με τα πίτουρα, τον τρώνε οι κότες, λέει ο λαός. Οι Βατικιώτης, Καλτσώνης, κ.ά., φαντασιώνονται σήμερα ότι κατατροπώνουν τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, ενώ στην πραγματική ζωή –ακριβώς γιατί δεν διαχωρίστηκαν ποτέ, με μαρξιστικό τρόπο, από τα σταλινικά πίτουρα–τους καταπίνουν οι κότες των χώρων τους.

Περί παλαιών παρελάσεων

Σε πολλά σημεία επισημάναμε ότι οι κομμουνιστικές αξιώσεις του Κομμουνιστικού Σχεδίου είναι ψεύτικες και υποκριτικές, καθώς στην πράξη σε κάθε βήμα αρνούνται και δυσφημούν τις βάσεις και τις παραδόσεις του κομμουνιστικού κινήματος παριστάνοντας ότι τις βελτιώνουν και τις εκσυγχρονίζουν. Καμιά φορά όμως κατ’ εξαίρεση φανερώνουν το πραγματικό πρόσωπό τους. Διαφωτιστικό από αυτή την άποψη είναι το άρθρο του κ. Σκαμνάκη «Αποχαιρετώντας την παλιά παρέλαση». Το άρθρο αυτό συνόψισε αφτιασίδωτα την από μέρους τους πλήρη απάρνηση του κομμουνισμού16.

Ποια είναι η παλιά παρέλαση που αποχαιρετά ο Σκαμνάκης; Είναι ο Μαρξ, ο Λένιν, η Κομμούνα, ο Οκτώβρης και όλη η ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος. Και πώς το δικαιολογεί ότι πρέπει να την πετάξουμε στα σκουπίδια; Λέει: «Ο σοσιαλισμός δεν θα είναι ο παλιός με διορθώσεις. Αλλά και ποιος αριβώς (sic!) είναι ο παλιός; Η Κίνα; Ο Τσαουσέσκου; Η Σοβιετική Ένωση του 18; του 22; του 25; του 56; του 64;… χρειάζεται να ξανασκεφτούμε… και γιατί επαναστάσεις νίκησαν, και γιατί επαναστάσεις δεν νίκησαν και γιατί οι επαναστάσεις ηττήθηκαν στο τέλος, ακόμα κι εκείνες που νίκησαν, οπότε δεν φτάνει να διαπιστώνουμε το γεγονός, αλλά να ανακαλύψουμε τι ήταν στραβό. Γιατί δεν μπορεί, κάτι ήταν στραβό, όχι κάτι στράβωσε… Ας την αποχαιρετίσουμε επί τέλους την παρέλαση».

Με απλά λόγια, τι μας λέει ο Σκαμνάκης; Δεν μπορούμε να ξέρουμε πού στράβωσε το πράγμα και γι’ αυτό τα πετάμε όλα – αυτό λέει. Δεν αποχαιρετά μόνο το μετά το 1917 αλλά και το πριν, λέει κάτι ήταν στραβό εξαρχής και τα αποχαιρετά όλα. Αν ας πούμε το 1917 ήταν κάτι στραβό, γιατί να μην ήταν και το 1871, όταν ο Μαρξ υποστήριξε την Κομμούνα και η ίδια η Κομμούνα; Γιατί να μην ήταν στραβό και το Κομμουνιστικό Μανιφέστο το 1848;

Τώρα, στα λεγόμενα του κ. Σκαμνάκη υπάρχει μια μικρή ασυνέπεια. Αν ήταν συνεπής με ό,τι λέει, ότι δεν ξέρουμε αν το πράγμα στράβωσε το 18, το 22, κοκ, ούτε τι ήταν στραβό, τότε θα έπρεπε να πει ότι δεν αποκλείεται να στράβωσε και στον ίδιο τον Σκαμνάκη. Αυτός όμως λέει, «Δεν ξέρουμε πού και τι ήταν στραβό, το μόνο που ξέρουμε είναι ότι αποκλείεται να ήταν ο Σκαμνάκης». Ο Σκαμνάκης είναι πολύ μετριόφρων στο να ξέρει πού στράβωσε το πράγμα (αυτό το αφήνει φλου), αλλά δεν είναι καθόλου μετριόφρων στο να ξέρει ότι δεν στράβωσε στον Σκαμνάκη (αυτό το περνά για αυτονόητο).

Δεν είναι έτσι, φίλτατοι. Δεν αποκλείεται διόλου το στραβό να ήταν στον Σκαμνάκη, στον Βατικιώτη, στον Καλτσώνη, στον Κεφαλή. Κανείς δεν είναι υπεράνω ευθυνών και τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Αυτονόητα τα θεωρούν μόνο όσοι απέτυχαν στη ζωή τους να σταθούν σαν κομμουνιστές και ηδονίζονται σήμερα να οδηγούν στην ίδια αποτυχία όσους άλλους μπορούν για να αυτοδικαιώνονται.

Πώς απαντούν οι μαρξιστές στους «αποχαιρετισμούς» του Σκαμνάκη; Ο μόνος τρόπος είναι να προσδιορίσουμε επακριβώς πού στράβωσε το πράγμα. Ότι ο σταλινισμός ήταν υπαίτιος για την ήττα και από την ιστορία της ΕΣΣΔ πετάμε ό,τι συνδέεται με το σταλινισμό και κρατάμε τα υπόλοιπα. Αυτή την απάντηση όμως οι Καλτσώνης, Βατικιώτης, κ.ά., αρνήθηκαν επίμονα να τη δώσουν επί δεκαετίες. Εκεί βρίσκεται η αιτία της σημερινής χρεοκοπίας τους.

Ο Σκαμνάκης πρόσφερε άθελά του μια υπηρεσία γιατί συνόψισε σε μια φόρμουλα αυτό που κάνουν στην πράξη όλοι οι άλλοι με μια ποικιλία τρόπων χωρίς να έχουν την ειλικρίνεια να το παραδεχτούν και να το πουν.

Ποια λοιπόν είναι η «νέα παρέλαση»;

Τέλος πάντων, εδώ μας λένε ότι η «παλιά παρέλαση» είναι χάλια και πρέπει να πεταχτεί, αλλά μέχρι τώρα στα «Σύγχρονα Κομμουνιστικά Σχέδιά» τους δεν βρήκαμε καμιά «νέα παρέλαση» της προκοπής. Ας ρίξουμε μια ματιά και στους φωστήρες της άλλης ομάδας, του Συλλόγου Γιάνης Κορδάτος. Ποιος ξέρει, μπορεί εκεί να έχουμε τίποτα καλύτερες νέες παρελάσεις με κομμουνιστικό συντονισμό, ωραίο βήμα, παράστημα και εμβατήρια, που να μας αποζημιώσουν με το παραπάνω για την εγκατάλειψη της παλιάς.

Για το λόγο αυτό θα ξεφυλλίσουμε λίγο το πρόσφατο βιβλίο Ναζισμός. Τα αίτια γέννησης και γιγάντωσής του (εκδ. ΚΨΜ, Αθήνα 2020). Στο συγκεκριμένο βιβλίο ενεπλάκησαν δυο μέλη του Κορδάτου, ο Β. Λιόσης ως συγγραφέας και ο Μ. Χονδροκούκης ως διορθωτής. Πριν προχωρήσουμε, και έχοντας συζητήσει ήδη την περί Ουκρανίας αρθρογραφία του Χονδροκούκη, θα σημειώσουμε μόνο ότι και ο Λιόσης επιχειρηματολογεί στο ίδιο πνεύμα, διαπιστώνοντας στο σάιτ του Κορδάτου κάτω από μια τεράστια φωτό του Πούτιν, ότι «Ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι ένας ακόμη σταθμός μακαρθισμού»17.

Ατυχώς και εδώ δεν θα βρούμε τίποτα καλύτερο. Ο Λιόσης έγραψε ένα βιβλίο όπου εμφάνισε τον Τρότσκι και τον Γκράμσι σαν αδαείς που δεν ήξεραν τι είναι φασισμός –«ο Τρότσκι δεν είχε μια ενιαία άποψη» και ο Γκράμσι συνεισέφερε μια «απόπειρα ορισμού… [με] προβλήματα» (σελ. 385-386)– έβαλε στο κέντρο τον εαυτό του ως το βαθύτερο γνώστη του θέματος και συνεχιστή του Δημητρόφ18 – και ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Το αποτέλεσμα ήταν μια γελοιοποίηση του συνόλου των θεμάτων με τα οποία καταπιάστηκε: φασισμός, ολοκληρωτισμός, ολοκαύτωμα, το ζήτημα των ιδεολογικών προδρόμων του ναζισμού, υπέστησαν στα χέρια του μια χωρίς προηγούμενο αντιμαρξιστική κακοποίηση.

Ακόμη και τα πιο στοιχειώδη πράγματα, που αναφέρονται σωστά σε όλα τα βιβλία –εκατοντάδες πασίγνωστα ιστορικά γεγονότα, ονόματα στοχαστών και πολιτικών, από μαρξιστές ως ηγετικούς ναζί, αστούς παράγοντες και βιομηχάνους, αλλά και πόλεων, τοποθεσιών, κοκ– δίνονται στο βιβλίο του Λιόση λαθεμένα (προς δόξα ασφαλώς όχι μόνο της δικής του αξιοσύνης, αλλά και εκείνης του Χονδροκούκη ως επιμελητή). Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά: 

Στη σελ. 35 του βιβλίου διαβάζουμε ότι «η Γαλλία… υποχρεωνόταν έπειτα από τον πόλεμο του 1890 να καταβάλει αποζημίωση στη Γερμανία 200 εκ. λιρών» (αλλά ο Γαλλοπρωσικός Πόλεμος έλαβε χώρα το 1870).

Στην ίδια σελίδα γίνεται αναφορά στην «Τριπλή Συμμαχία στην οποία συμμετείχαν η Γερμανία, η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η Βουλγαρία και η Αυστροουγγαρία». Η Τριπλή Συμμαχία όμως ήταν ανάμεσα σε Γερμανία, Ιταλία και Αυστροουγγαρία· αυτό που αναφέρεται είναι η Τετραπλή Συμμαχία, η οποία σχηματίστηκε αργότερα.

Στη σελ. 230 διαβάζουμε ότι «Το 1932 ο Χίτλερ διορίστηκε στη θέση του καγκελαρίου το 1932 [sic!]». Και τα βρέφη όμως ξέρουν ότι ο Χίτλερ έγινε καγκελάριος στις 30 Ιανουαρίου 1933. 

Στη σελ. 204 βεβαιώνεται: «Στο διάγγελμά του ο Χίτλερ κατά την επίθεση ενάντια στη Σοβιετική Ένωση τον Ιούνιο του 1943 περιέγραφε μια κατάσταση βάσει της οποίας οι “Εβραιομπολσεβίκοι προσπαθούσαν να καταστρέψουν τη Γερμανία…”». 

Συνάγεται ότι κατά τον Λιόση η ναζιστική Γερμανία επιτέθηκε στην ΕΣΣΔ τον Ιούνη του 1943! Είναι όμως παγκοίνως γνωστό ότι η αυτό έγινε τον Ιούνη του 1941. Το δε διάγγελμα του Χίτλερ με τις αναφερόμενες αιτιάσεις, έγινε στις 22 Ιούνη 194119, δεν υπάρχει κανένα ανάλογο διάγγελμά του στα 1943.

Στη σελ. 104 o Ούγγρος μαρξιστής Γκέοργκ Λούκατς αναφέρεται ως «Lukatcs» (αντί Lukacs). Στη σελ. 386 o Ιταλός μαρξιστής Γκράμσι αναφέρεται ως «Gramsi» (αντί Gramsci).

Στις σελ. 31 και 466 ο γνωστός Αυστριακός οικονομολόγος, θεωρητικός της Β΄ Διεθνούς Ρούντολφ Χίλφερντινγκ αναφέρεται ως «Hilferding H.» (αντί R.) ενώ στη σελ. 50 ο επίσης πασίγνωστος Κέινς ως «Keyns» (αντί Keynes). 

Στη σελ. 99 διαβάζουμε για τον Friedrich Nitse (αντί Nietzsche), τον Γουόλτερ Νταρέ (αντί Βάλτερ) και τον Γκόντφριντ Χέρντερ (αντί Γκότφριντ). Στη σελ. 110 ο φυλετιστής θεωρητικός Ludwig Gumplowicz αναφέρεται ως Goublovits. Στη σελ. 111 ο Wilhelm Schallmayer, Γερμανός ευγονιστής, αναφέρεται ως Selmager. Στην ίδια σελίδα, ο Alfred Ploetz, ένας άλλος ευγονιστής, αναφέρεται ως Alferd Plats. Ακόμη και ηγετικά στελέχη των ναζί αναφέρονται λαθεμένα, π.χ. Γκέριγκ (σελ. 175, αντί Γκέρινγκ), Χάντριχ (σελ. 331, αντί Χάιντριχ). Ο θεωρητικός των ναζί Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ αναφέρεται ως Άλφερντ (σελ. 154) και Ρόζενπεργκ (σελ. 157). 

Στη σελ. 59 ο μεγαλοβιομήχανος Κρουπ αναφέρεται ως Κρουπς (όπως και στην 184), ενώ ο Χούγκενμπεργκ, επικεφαλής του Γερμανικού Εθνικού Λαϊκού Κόμματος, αναφέρεται ως Χούγκενπεργκ (στη σελ. 230 αναφέρεται και ως Χούγκεμπεργκ). Στη σελ. 88 ο στρατηγός Σλάιχερ, ο τελευταίος καγκελάριος πριν τον Χίτλερ, αναφέρεται ως Σλέιχερ. Ακόμη και ο Μπίσμαρκ αναφέρεται στη σελ. 126 ως Bismark (αντί Bismarck), η δε δυναστεία των Hohenzollern ως Hoenzollern (σελ. 125).

Στις σελ. 120, 280, κ.ά. η ναζιστική αεροπορία αναφέρεται ως Λουτβάφε (αντί Λουφτβάφε). Στη σελ. 178 το ναζιστικό στρατόπεδο εξόντωσης του Φλόσενμπεργκ αναφέρεται ως Φλόνσεμπυργκ, ενώ το Μαουτχάουζεν ως Ματχάουζεν. Στη σελ. 322 γίνεται αναφορά στο Σαξχενάουζεν (αντί Ζάξενχαουζεν).

Ανάλογα ισχύουν και για τις μεταφράσεις του Λιόση.

Σε εκτενές παράθεμά του από άρθρο του Γκέμπελς (σελ. 208) διαβάζουμε: «Αν η ταραχή του εχθρού μάς εξαπατήσει να παραδοθούμε» (μεταφράζει το agitation ως ταραχή, ο Γκέμπελς όμως αναφέρεται στην προπαγάνδα του εχθρού). Επίσης το «slowing his advance» αποδίδεται ως «δείχνοντας το πλεονέκτημά του» αντί «επιβραδύνοντας την προέλασή του» (σελ. 207, ο Γκέμπελς λέει ότι η αντίσταση των ναζί επιβράδυνε την προέλαση του εχθρού)20.

Σε άλλο παράθεμα από ομιλία του Γκέμπελς για την προπαγάνδα, ο Λιόσης μεταφράζει το «means to an end» ως «μέσον προς το τέλος», ενώ ο Γκέμπελς λέει ότι η προπαγάνδα είναι μέσο προς ένα σκοπό (σελ. 195). Στη φράση «[Propaganda] is not supposed to be lovely or theoretically correct» (σελ. 196), «Η προπαγάνδα δεν υποτίθεται να είναι ευχάριστη…», παραλείπει το «δεν», αποδίδοντας έτσι το αντίθετο νόημα, ότι «[Η προπαγάνδα] είναι προορισμένη να είναι ευχάριστη…»21

Υπάρχουν στο βιβλίο κυριολεκτικά αρκετές ακόμη εκατοντάδες ορθογραφικά, συντακτικά και άλλα τέτοια παρόμοια λάθη. Για να μη μακρηγορούμε όμως τα προσπερνάμε και περνάμε σε 1-2 δείγματα της αναλυτικής βαθύτητας του Λιόση.

Στη σελ. 320 διαβάζουμε ότι χαρακτηριστικά του φορντικού μοντέλου ήταν «η μείωση του εργατικού δυναμικού και του αναγκαίου χρόνου εργασίας καθώς και η μείωση του πρόσθετου χρόνου εργασίας». 

Κάθε μαρξιστής γνωρίζει ότι ο Μαρξ χώρισε το χρόνο εργασίας του εργάτη σε δυο μέρη, αναγκαίο, στον οποίο προσθέτει την αξία της εργατικής δύναμης, και πρόσθετο, στον οποίο παράγει την υπεραξία που καρπώνεται ο καπιταλιστής. Ο αναγκαίος χρόνος μειώνεται όταν αυξάνει η παραγωγικότητα της εργασίας, καθώς ο εργάτης παράγει τα μέσα συντήρησής του σε λιγότερο χρόνο. Ο φορντισμός, με τις γραμμές συναρμολόγησης, πολλαπλασίασε την παραγωγικότητα, μειώνοντας δραματικά τον αναγκαίο χρόνο. Πώς αυτό μπορεί να μείωσε και τον πρόσθετο χρόνο, είναι ένα μυστήριο· απεναντίας, αυτό που συνέβηκε ήταν μια δραματική αύξηση του πρόσθετου χρόνου εργασίας. Αν ο φορντισμός μείωνε τον πρόσθετο χρόνο, θα μείωνε την εκμετάλλευση, κάνοντας το ακριβώς αντίθετο από αυτό για το οποίο τον εισήγαγαν οι καπιταλιστές. Αν ήταν έτσι οι ίδιοι οι καπιταλιστές θα το είχαν διαπιστώσει προ πολλού και θα του εναντιώνονταν ως απειλή για τα συμφέροντά τους.

Στην αμέσως επόμενη σελ. 321 ο Λιόσης συζητά τους βασανισμούς των Εβραίων που διέταζαν οι ναζί. Παραθέτει μια ρήση του Στανγκλ, διοικητή της Τρεμπλίνκα, που στο ερώτημα «τι νόημα είχαν οι ταπεινώσεις, οι βαναυσότητες… [αφού] θα τους εκτελούσατε όλους» απαντά: «Για να επηρεάσουμε εκείνους οι οποίοι θα εκτελούσαν τις πράξεις. Για να καταστεί δυνατό να πράξουν ό,τι έπρατταν». Και την ερμηνεύει με τον εξής τρόπο: «Μ’ άλλα λόγια ο εκτελεστής εκτελούσε για λόγους ανθρωπισμού το θύμα. Ο θάνατος λύτρωνε τον κρατούμενο από τις κακουχίες και τις ταπεινώσεις. Έτσι… η βία δεν είναι πια παράλογη και αποκτά μια λογική συνέπεια». 

Κατά τον Λιόση, λοιπόν, ο λόγος που οι ναζί διέταζαν τους Γερμανούς στρατιώτες να βασανίζουν τους Εβραίους ήταν για να αφυπνίσουν τον ανθρωπισμό τους! Να τους κάνουν να πουν κάποια στιγμή ότι, «Ρε γαμώτο, πολύ τον βασανίσαμε αυτόν τον Εβραίο. Καιρός να τον ρίξουμε στα αέρια να μην υποφέρει άλλο».

Αν αυτό είναι «λογική συνέπεια», τότε όλοι εμείς οι κοινοί θνητοί πρέπει επειγόντως να φορέσουμε ζουρλομανδύα. Ούτε ένας ναζί διοικητής δεν υπάρχει περίπτωση να είχε ποτέ τέτοια «ανθρωπιστικά» κίνητρα στους βασανισμούς που διέταζε. Ο πραγματικός λόγος που έδιναν αυτές τις διαταγές στους στρατιώτες ήταν βέβαια για να τους αποκτηνώνουν, να τους εθίζουν στην κτηνωδία. Αυτό λέει ο Στανγκλ. Αν κάποιος απλά εκτελεί έναν άνθρωπο και στις υπόλοιπες στιγμές είναι νορμάλ, σίγουρα θα έχει τύψεις, ενδοιασμούς, ίσως και τάσεις ανυπακοής. Ο εθισμός στην κτηνωδία, με τη διαρκή άσκηση της πιο θηριώδους βίας, ήταν το μέσο για να εξαλειφθούν όλα αυτά. Στην πράξη ο Λιόσης αθωώνει τους ναζί, αναγνωρίζοντάς τους ανθρωπιστικά κίνητρα στα φρικαλέα εγκλήματά τους…

Θα μπορούσε να συνεχίσουμε επί μακρόν, αλλά αυτά αρκούν για να προβούμε σε ορισμένες διαπιστώσεις και να θέσουμε κάποια βασικά ερωτήματα.

Οι Σκαμνάκηδες μας λένε ότι υπήρχε «κάτι στραβό» στην «παλιά παρέλαση» και γι’ αυτό πρέπει να απορριφθεί όλη. Εδώ όμως το βιβλίο του Λιόση είναι όλο στραβό και μάλιστα θεόστραβο· πιο θεόστραβο πεθαίνεις. Αν, λοιπόν, μια φορά απορρίπτουν την «παλιά παρέλαση» γιατί είχε «κάτι στραβό», θα έπρεπε να απορρίπτουν χίλιες φορές τις σαχλαμάρες του Λιόση.

Ας μας πουν, λοιπόν: Διαχωρίζουν τη θέση τους από αυτές τις σαχλαμάρες; Και πώς δεν το έκαναν μέχρι τώρα; Είναι επειδή δεν τις είχαν προσέξει; Όχι, βέβαια. Ο πραγματικός λόγος είναι ότι ξέρουν μέσα τους ότι και οι ίδιοι λένε παρόμοιες σαχλαμάρες, ώστε το να σιωπούν για τον Λιόση είναι ένας όρος και για τη δική τους αυτοδικαίωση.

Ο Λιόσης δεν είναι μια εξαίρεση, αλλά εντελώς τυπικός στην παρέλαση του «Συντονισμού Κομμουνιστικών Δυνάμεων», απηχεί πιστά το ψευδοκομμουνιστικό πνεύμα της. Ο Σκαμνάκης μάς λέει ότι κάτι ήταν στραβό στην παλιά παρέλαση και πρέπει να την αποχαιρετίσουμε· ο Λιοδάκης πετά στα σκουπίδια τις απόψεις του Λένιν για το σοσιαλισμό· οι συντάκτες της «Πρότασης διαλόγου» πετούν την προβληματική του Λένιν για τη σοσιαλιστική μετάβαση και όλη την παραπέρα ανάπτυξη του μαρξισμού· ο Λιόσης πετά και χλευάζει τις αναλύσεις των Τρότσκι και Γκράμσι για το φασισμό. Όλα αυτά είναι παραλλαγές του ίδιου πράγματος με μόνη διαφορά ότι ενώ του Λιόση είναι τρίχες κατσαρές, των άλλων είναι χτενισμένες και περιποιημένες.

Θα μπορούσε άραγε να γίνουν ανεκτές οι ανοησίες του Λιόση και των υπόλοιπων με το επιχείρημα ότι πρόκειται για ακτιβιστές του κινήματος, που θέλουν να συνεισφέρουν στον αγώνα για το σοσιαλισμό;

Ένα τέτοιο επιχείρημα υποθέτει σιωπηρά ότι ο αγώνας για το σοσιαλισμό μπορεί να διεξαχθεί αποτελεσματικά με οτιδήποτε, ακόμη και με σαχλαμάρες. Αυτό όμως δεν αληθεύει. Οργανώσεις όπως ο «Συντονισμός Κομμουνιστικών Δυνάμεων», ντοκουμέντα όπως η «Πρόταση διαλόγου» του «Κομμουνιστικού Σχέδιου» και βιβλία όπως αυτό του Λιόση μπορούν μόνο να αποσυνθέτουν και να καταστρέφουν αυτό τον αγώνα, που έχει απέναντί του έναν πανίσχυρο εχθρό, την παγκόσμια αστική τάξη. Γι’ αυτό ακριβώς είναι αναγκαία η επίμονη μαρξιστική κριτική και αποκάλυψή τους ως ψευδο-κομμουνιστών.

Συμπερασματικά

Κάθε στοχαστής, φιλόσοφος, επιστήμονας και καλλιτέχνης –όπως και ευρύτερα κάθε ρεύμα, κόμμα, κ.ά.– που έχει κάποια αξία έχει πάντα κάτι θετικό να πει. Μπορεί να ασκεί κριτική στο παλιό, φέρνει όμως και κάτι νέο το οποίο αποτελεί προϊόν σοβαρής έρευνας και μόχθου, συνδέεται αδιάλειπτα με επιτεύγματα άλλων στο παρελθόν και επιβεβαιώνεται, εν μέρει ή πλήρως, από την παραπέρα πρόοδο.

Ο Αϊνστάιν με την ειδική και τη γενική θεωρία του της σχετικότητας έφερε μια επανάσταση στις φυσικές επιστήμες. Αυτή η επανάσταση όμως προετοιμάστηκε από την προηγούμενη ανάπτυξη, είχε προδρόμους όπως ο Μάξγουελ, ο Λανζεβέν και άλλοι. Και ο ίδιος ο Αϊνστάιν αναγνώρισε το χρέος του σε αυτούς τους προκατόχους.

Φανταστείτε τώρα ότι ο Αϊνστάιν παρουσίαζε τη θεωρία του της σχετικότητας με την ακόλουθη εισαγωγή: «Όλοι οι φυσικοί επιστήμονες μέχρι τώρα ήταν ένα τίποτα κι εγώ είμαι το παν. Ο Νεύτων, ποιος Νεύτων; Σιγά, ένας άσχετος ήταν που δεν ήξερε τι του γινόταν. Ο Μάξγουελ; Κι αυτός απέτυχε, απόδειξη ότι δεν βρήκε τις δικές μου εξισώσεις. Και όλοι εσείς οι άλλοι είστε ψευτο-επιστήμονες, το εγχείρημά σας ήταν μεγαλειώδες αλλά τελικά απέτυχε και πρέπει να το αποχαιρετίσουμε γιατί είχε εξαρχής κάτι στραβό. Εγώ και μόνο εγώ δεν έχω τίποτα στραβό και γι’ αυτό οι επόμενες γενιές θα θυμούνται μόνο εμένα».

Αν ο Αϊνστάιν είχε πει κάτι τέτοιο, προφανώς δεν θα ήταν ο Αϊνστάιν και δεν θα είχε ανακαλύψει τίποτα σημαντικό στη ζωή του. Αυτό όμως είναι ατόφιο το πνεύμα του «Σύγχρονου Κομμουνιστικού Σχεδίου» και του «Κορδάτου», με το οποίο αντιμετωπίζουν τους επιφανείς μαρξιστές του παρελθόντος και τη σοσιαλιστική εμπειρία. Όλοι αυτοί είναι νέοι Αϊνστάιν, έχουν ξεπεράσει παρασάγγες τον Μαρξ και τον Λένιν, βρίσκοντας όλα τα λάθη τους. Μόνο που, αλίμονο, αν ρίξουμε μια ματιά στο «νέο» που κομίζουν, αποδεικνύεται ότι είναι τελείως παλιό και δεν έχουν τίποτα θετικό να πουν, απλά ανοητολογούν.

Φυσικά, αυτού του είδους οι επαρμένες προσεγγίσεις δεν έχουν τίποτα κοινό με το μαρξισμό. Στην εποχή μας αποτελούν σήμα κατατεθέν της αντιδραστικής αστικής ιδεολογίας· αρκεί να ρίξει μια ματιά κανείς στους διάφορους αστούς αποδομητές και ανορθολογιστές για να βρει πλήθος τέτοια παραδείγματα. Τα ρεύματα και οι δημοσιολόγοι που αναλύσαμε ανήκουν στην ίδια κατηγορία, απηχώντας μέσα στο κίνημα αστικές και μικροαστικές λογικές.

Είναι σαφές ότι, στο βαθμό που οι οργανώσεις αυτές συνυπάρχουν σε ένα σχήμα που αυτοαποκαλείται «Συντονισμός Κομμουνιστών Δυνάμεων» συμμερίζονται την ευθύνη όχι μόνο για τις δικές τους ανοησίες αλλά και για εκείνες των άλλων ομάδων, που είναι άλλωστε εντελώς παρεμφερείς. Η θεωρία τους είναι αντιμαρξιστική και ψευδο-κομμουνιστική. Και η πολιτική που εξάγουν από αυτή, στο ζήτημα του πολέμου της Ουκρανίας και σε πολλά άλλα, είναι τυχοδιωκτική, μια συρραφή από επαναστατικές φράσεις,  προορισμένες να σκεπάζουν τα σαθρά θεμέλιά τους.

Ποιο είναι το κοινό σημείο, ο κοινός παρανομαστής των παραπάνω οργανώσεων; Είναι η αποτυχία και η άρνηση να οριοθετηθούν απέναντι στο σταλινισμό, εκφρασμένη με δυο φαινομενικά αντίθετους αλλά στην πραγματικότητα αλληλένδετους, συμπληρωματικούς τρόπους: είτε με τη συγκάλυψη της νόθευσης της προοπτικής του Οκτώβρη που αντιπροσώπευε ο σταλινισμός (Καλτσώνης, Λιόσης, κοκ), είτε με την απόρριψη όλης της εμπειρίας της ΕΣΣΔ στο όνομα μιας απατηλής κριτικής (Σκαμνάκης, Αναγνωστάκης, κοκ). Το αποτέλεσμα είναι να γαντζώνονται από το σάπιο, το ξεπερασμένο στην ιστορία του κινήματος και, στην προσπάθειά τους να βάλουν τον εαυτό τους στο κέντρο, να ξεπέφτουν σε αντιδραστικές χυδαιότητες πετώντας στα σκουπίδια τις επαναστατικές παραδόσεις.

Η ανασύνταξη του κομμουνιστικού κινήματος μπορεί να γίνει μόνο ενάντια σε αυτά τα σχήματα, που κυριαρχούν σήμερα στη λεγόμενη «κομμουνιστική» ή «ριζοσπαστική αριστερά» της χώρας μας. Και αυτό δεν αφορά μόνο τις ομάδες που συζητήσαμε αλλά και την ηγεσία του ΚΚΕ, το ΝΑΡ (για το οποίο ισχύει πλήρως στο σύνολό της η κριτική μας στο «Κομμουνιστικό Σχέδιο», που αποσπάστηκε άλλωστε από αυτό και έχουν ταυτόσημες θέσεις)22, την ομάδα Λαφαζάνη, τη Λαϊκή Ενότητα, κ.ά. Είναι ένας δύσκολος δρόμος, αλλά είναι και ο μόνος πραγματικός, ο μόνος που μπορεί, στην επερχόμενη εποχή πολέμων, κρίσεων και αναστατώσεων, να οδηγήσει στον ιστορικό σκοπό.

Υ.Γ.: Κορδάτος; Ποιος Κορδάτος;

Είχε ολοκληρωθεί το παρόν άρθρο όταν μια κοσμοϊστρορική εξέλιξη ήρθε να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα του κομμουνιστικού μας κινήματος. Ο Σύλλογος Γιάνης Κορδάτος διασπάστηκε σε δυο περίπου ισοδύναμα μέρη, της τάξεως των δέκα ατόμων έκαστο, αφού, σύμφωνα με σχόλια στο Διαδίκτυο, το σύνολο των μελών του αγγίζει τα 20. Η μια ομάδα αποχώρησε λέγοντας ότι είναι η πλειοψηφία αλλά λόγω «δημοκρατικής ευαισθησίας» παραδίδει στη μειοψηφία (σπάνιο πράγμα αυτό). Πριν όμως το κάνει ανάρτησε στο σάιτ του Κορδάτου το κείμενο που ακολουθεί, σύμφωνα με το οποίο ο Σύλλογος Γιάνης Κορδάτος δεν θα υφίσταται πλέον: 

«Αγαπητοί φίλοι αναγνώστες και συναγωνιστές. 

Σας ενημερώνουμε πως ο σύλλογος Γ. ΚΟΡΔΑΤΟΣ και η ιστοσελίδα του σταμάτησαν πρακτικά τη λειτουργία τους μετά την αποχώρηση της πλειοψηφίας των ενεργών μελών του συλλόγου καθώς και της πλειοψηφίας του Διοικητικού του Συμβουλίου και των ιδρυτικών μελών του. 

Στην απόφαση αυτή οδηγηθήκαμε εξαιτίας των ανήθικων, και αντικαταστατικών πρακτικών μιας ισχνής μειοψηφίας η οποία δεν έχει κανένα δικαίωμα να καπηλεύεται το όνομα του συλλόγου. 

Ωστόσο από δημοκρατική ευαισθησία και μόνο, τις επόμενες ημέρες θα παραδοθεί το ταμείο με διαδικασίες νόμιμες, και το site. 

Θα συνεχίσουμε να διαδίδουμε την αλήθεια μέσα από άλλες ενημερωτικές σελίδες. 

Καλή αντάμωση στους δρόμους του αγώνα».

Μετά, βέβαια, που ανέλαβαν οι άλλοι κατέβασαν το ως άνω κείμενο και έβαλαν μια δική τους ανακοίνωση, την οποία θα σχολιάσουμε παρακάτω. Εισαγωγικά, να σημειώσουμε ότι αυτοί που αποχώρησαν ήταν υπέρ των «ίσων αποστάσεων» από Ρωσία και Δυτικούς, ενώ εκείνοι που έμειναν, όπως δείχνει αυτή η δεύτερη αυτή ανακοίνωση, είναι με τη Ρωσία. Το ωραίο της υπόθεσης είναι ότι στην ανακοίνωση η διάσπαση του Κορδάτου παρουσιάζεται σαν μια κορυφαία εκδήλωση της ρήξης στο κομμουνιστικό κίνημα με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία, που θα επανορθωθεί χάρη στις πρωτοβουλίες εκείνων που έμειναν στον Κορδάτο:

«Ο πόλεμος της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας – ως αντιπροσώπου του αμερικανοΝατοϊκού άξονα – ανέδειξε με τον πιο εμφατικό τρόπο το στρατηγικό αδιέξοδο του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, εντείνοντας την ιδεολογική και πολιτική αμηχανία… Η κρίση αυτή δεν θα μπορούσε να μην εκδηλωθεί και μέσα στον Σύλλογό μας, η οποία, δυστυχώς, κατέληξε και σε αποχωρήσεις συντρόφων που σταθήκαμε μαζί όλο το προηγούμενο διάστημα… Μια δυστυχώς ανυπόγραφη ανακοίνωση ορισμένων συντρόφων που διαφωνούν με τις θέσεις του συλλόγου και αποχώρησαν, κινούμενοι σε μια λογική ίσων αποστάσεων, ανέβηκε προσωρινά στην ιστοσελίδα, με ευθύνη του προηγούμενου διαχειριστή της και έξω από κάθε συλλογική διαδικασία…

Ο Σύλλογός μας, με βάση τις αποφάσεις του, στο επόμενο διάστημα θα λάβει πρωτοβουλίες για την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος, θέτοντας στο επίκεντρο τη σημερινή κρίση και εμμένοντας στην προ των αποχωρήσεων πλειοψηφική ανακοίνωσή του, η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει:

“Σε κάθε περίπτωση, η νίκη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, και η προοπτική του σοσιαλισμού, περνά αναγκαστικά μέσα από την ήττα της στρατηγικής του ευρωατλαντικού ιμπεριαλισμού, ο οποίος ηγεμονεύει σήμερα στον κόσμο, και ειδικότερα στην Ευρώπη και την ίδια τη χώρα μας, η οποία βρίσκεται υπό στενή εξάρτηση από αυτόν”»23.

Το είδος των σχεδιαζόμενων «πρωτοβουλιών» για την ανασυγκρότηση του κομμουνιστικού κινήματος γίνεται έκδηλο από το βαρυσήμαντο επιχείρημα που φέρνουν οι της πλειοψηφίας υπέρ της στήριξης της Ρωσίας, επικαλούμενοι το γεγονός ότι η Κούβα πήρε το μέρος της: «Γιατί», ρωτούν, «σε χώρες που έχουν υποστεί βαρύτατα τον Ιμπεριαλισμό – όπως η Κούβα – οι κομμουνιστές δεν καταδικάζουν τις ενέργειες της Ρωσίας και δεν επιβάλλουν κυρώσεις;»24

Είναι πραγματικά εντυπωσιακό να θέτει κανείς το ερώτημα γιατί η Κούβα δεν επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία! Αν αυτό ήταν δυνατό, τότε να καλέσουμε και την Ελλάδα να επιβάλει κυρώσεις στις ΗΠΑ ή την Ουγκάντα να επιβάλει κυρώσεις στην Κίνα! Οι κορυφαίοι «αντιιμπεριαλιστές κομμουνιστές» του Κορδάτου δεν κατανοούν ότι για να επιβάλεις κυρώσεις σε μια χώρα πρέπει να έχεις και τη δύναμη να το κάνεις!

Πέρα από την ανοησία του πράγματος, και ο τελευταίος ανόητος θα δει ότι η Κούβα ήταν υποχρεωμένη να κρατήσει ευνοϊκή στάση απέναντι στη Ρωσία, επειδή παίρνει μια ισχνή βοήθεια από τη Ρωσία. Αυτή η ισχνή βοήθεια δεν οφείλεται βέβαια σε καμιά αγάπη του καθεστώτος Πούτιν για τη χώρα του Φιντέλ και του Τσε, αλλά στο ότι η ύπαρξή της αποτελεί ένα πρόβλημα για τον Αμερικανό ανταγωνιστή του. Είναι όμως κρίσιμη για την κουβανική κυβέρνηση, επειδή της επιτρέπει να επιβιώνει σε αυτή τη δεινή περίοδο, και είναι σαφές ότι δεν μπορούσε να διακινδυνεύσει μια καταδίκη της Ρωσίας. Όσοι φέρνουν, λοιπόν, τέτοια επιχειρήματα, «Α, η Κούβα δεν καταδίκασε τη Ρωσία και άρα η Ρωσία δεν είναι ιμπεριαλιστική», αποδεικνύουν και μόνο με αυτό ότι είναι εντελώς ανόητοι.

Αφήνοντας στην άκρη τα ανεκδιήγητα «ξεκατινιάσματα» μεταξύ των δυο κλικών του Κορδάτου, θα μας επιτραπεί να τους ξαναπούμε ότι κανείς τους δεν εκπροσωπεί το κομμουνιστικό κίνημα και μάλιστα δεν ανήκουν καν σε αυτό. Και οι μεν και οι δε είναι ψευδοκομμουνιστές σαχλαμάρες, γιατί το να είσαι για χρόνια σε ένα σχηματισμό οι συνιστώσες του οποίου καλούν «να αποχαιρετίσουμε την παλιά παρέλαση» και σε μια ομάδα που ανέχεται τέτοια γελοία πονήματα όπως το βιβλίο του Λιόση, σημαίνει ακριβώς να είσαι σαχλαμάρας. Βέβαια, μια τέτοια στάση μπορεί ενίοτε να οφείλεται και σε παρανόηση, αυταπάτες και ανεπαρκή αίσθηση των υποχρεώσεων ενός κομμουνιστή, απέναντι στην υπόθεση του κινήματος και τον εαυτό του. Αν, λοιπόν, υπάρχει έστω και ένα τέτοιο άτομο στις δυο ομάδες, ο μόνος τρόπος να το δείξει είναι να παραδεχτεί τη λαθεμένη πορεία του και να καταδικάσει και τις δυο ομάδες, αποχωρώντας από το συγκεκριμένο χώρο.


Σημειώσεις

1. Βλέπε Χρ. Κεφαλής, «Για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τα καθήκοντα της Αριστεράς» και «Και πάλι για τον πόλεμο στην Ουκρανία», στο σάιτ του Ξεκινήματος.

2. Να σημειωθεί ότι στον «Συντονισμό Κομμουνιστικών Δυνάμεων» συμμετέχουν μια σειρά ακόμη ομάδες: Αναμέτρηση, ΑΡΑΝ, Κίνηση Κομμουνιστών Εργατικός Αγώνας και Παρέμβαση. Οι ομάδες αυτές δεν θα μας απασχολήσουν στο παρόν άρθρο. Βλέπε https://kommounistikos-syntonismos.gr/%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%bf%ce%b9-%ce%b5%ce%af%ce%bc%ce%b1%cf%83%cf%84%ce%b5/.

3. Βλέπε «Πολιτική Κίνηση για ένα Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο, Για τις Επαναστάσεις και τον Κομμουνισμό του 21ου Αιώνα, Ζητήματα Στρατηγικής, πρόταση διαλόγου», https://www.kommon.gr/politiki/sygxrono-kommounistiko-sxedio/item/2771-k-sxedio-zhthmata-stratigikis.

4. Βλέπε την ανάλυση του Μαρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, στα Selected Works, Progress Publishers, Μόσχα 1977, τόμ. 3, σελ. 17-19.

5. Γ. Λιοδάκης, «Το επαναστατικό εγχείρημα του Οκτώβρη και η “Νέα Οικονομική Πολιτική”», Ουτοπία, τεύχ. 122, σελ. 82, 81. Για τα περί ολοκληρωτικού καπιταλισμού πονήματα του ίδιου, βλέπε Γ. Λιοδάκης, Totalitarian Capitalism and Beyond, Routledge 2010. Ο Λιοδάκης υποστηρίζει ότι ο «ολοκληρωτικός καπιταλισμός» ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1970, υπάγει όμως αυθαίρετα σε αυτή την έννοια και τον ιμπεριαλισμό. 

6. Στο ίδιο, σελ. 91.

7. Βλέπε Χρ. Κεφαλής, «Και πάλι για τον πόλεμο στην Ουκρανία», https://xekinima.org/chr-kefalis-kai-pali-gia-ton-polemo-stin-oykrania/.

8. Λ. Βατικιώτης, «Ουκρανία και ΝΑΤΟ εμπρηστές της ειρήνης», https://www.kommon.gr/paremvaseis/item/5342-oukrania-kai-nato-empristes-tis-eirinis-tou-leonida-vatikioti.

9. Βλέπε π.χ. ανάρτηση στο σάιτ του ρωσικού πρακτορείου ΤΑΣΣ, «UK to send more lethal weapons to Ukraine in coming days, says PM», https://tass.com/world/1409057?utm_source=google.com&utm_medium=organic&utm_campaign=google.com&utm_referrer=google.com.

10. Λ. Βατικιώτης, «Οι εξαγωγές αμερικανικού φυσικού αερίου πυροδότησαν την κρίση στην Ουκρανία», https://dimosiografia.com/oi-exagoges-amerikanikou-fysikou-aeriou-pyrodotisan-tin-krisi-stin-oukrania/.

11. Χρ. Κεφαλής, «Για τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και τα καθήκοντα της Αριστεράς», https://xekinima.org/chr-kefalis-gia-ti-rosiki-eisvoli-stin-oykrania-kai-ta-kathikonta-tis-aristeras/.

12. Βλέπε Χρ. Κεφαλής, «Και πάλι για τον πόλεμο στην Ουκρανία», https://xekinima.org/chr-kefalis-kai-pali-gia-ton-polemo-stin-oykrania/.

13. Βλέπε στη σελίδα του σάιτ Ελεύθερη Λαική Αντιστασιακή Συσπείρωση για τη Συρία https://eleutheriellada.wordpress.com/tag/%cf%83%cf%85%cf%81%ce%af%ce%b1/.

14. Βλέπε «BNP leader Nick Griffin visits Syria», https://www.theguardian.com/politics/2013/jun/11/bnp-nick-griffin-syria-assad και «Dr Duke Speaks for Peace to 50,000 Syrians in Damascus!», https://davidduke.com/dr-duke-speaks-for-peace-to-50000-syrians-in-damascus/. Για την υποστήριξη των Ευρωπαίων νεοναζί στον Άσαντ, βλέπε Χρ. Κεφαλής, «Οι νεοναζί, ο Άσαντ και η Ίσκρα», https://xekinima.org/x-kefalis-o-asant-oi-neonazi-kai-i-iskra/.

15. Π. Καλυβιώτης, «Η γκάφα του αιώνα για τη Δύση (;)», https://www.kommon.gr/politiki/item/5404-i-gafa-tou-aiona-gia-ti-dysi-tou-p-kalyvioti.

16. «Αποχαιρετώντας την παλιά παρέλαση», https://www.kommon.gr/politismos/item/2623-apoxairetontas-tin-palia-parelasi-tou-thanasi-skamnaki.

17. Β. Λιόσης, «Αντιρωσισμός = νεομακαρθισμός», https://www.kordatos.org/antirwsismos/.

18. Για μια κριτική της σε σταλινικό πνεύμα κακοποίησης των μαρξιστικών αναλύσεων του ναζισμού από τον Λιόση, βλ. Χρ. Κεφαλής, «Για το περί φασισμού πόνημα του Βασίλη Λιόση», http://www.toposbooks.gr/contents/photos/presskit/%CE%9C%CE%91%CE%A1%CE%9E%CE%99%CE%A3%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%97_%CE%A3%CE%9A%CE%95%CE%A8%CE%97_%CE%A4%CE%95%CE%A5%CE%A7%CE%9F%CE%A3_33.pdf.

19. «The Führer to the German People: 22 June 1941», https://research.calvin.edu/german-propaganda-archive/hitler4.htm. 

20. Βλέπε σχετικά Γ. Γκέμπελς, «Resistance at Any Price», https://research.calvin.edu/german-propaganda-archive/goeb48.htm.

21. Βλέπε Γ. Γκέμπελς, «Knowledge and Propaganda», https://research.calvin.edu/german-propaganda-archive/goeb54.htm. 

22. Το ΝΑΡ πήρε επίσης μια ντροπαλά φιλορωσική θέση για τον πόλεμο στην Ουκρανία, καταδικάζοντας γενικόλογα τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και εκθειάζοντας κατά τα άλλα τις ΛΔ του Ντονέτσκ. Στη θεωρία του συμμερίζεται πλήρως το σχήμα περί «ολοκληρωτικού καπιταλισμού», διατυπωμένο ήδη στις Θέσεις της Συντονιστικής Επιτροπής του ΝΑΡ για το Πανελλαδικό Σώμα “για την σύγχρονη Καπιταλιστική Κοινωνία” (Αθήνα, Ιούνης ’97). «Βασικός πυλώνας της αντίληψής του ΝΑΡ για την κομμουνιστική επαναθεμελίωση», λένε οι ίδιοι, «είναι η ανάλυσή του για το πέρασμα του καπιταλισμού σε ένα νέο στάδιο, αυτό του ολοκληρωτικού καπιταλισμού» (Γιάννης Ευστ., «“Ιμπεριαλισμός” ή “Ολοκληρωτικός Καπιταλισμός”; Μια κριτική προσέγγιση της μπροσούρας του Λένιν», narnet.gr). Από την άλλη μεριά, η πλήρης απάρνηση του Οκτώβρη γενικά και της λενινιστικής θεωρίας της μετάβασης ειδικότερα εκφράστηκε από τους δημοσιολόγους του ΝΑΡ (Μαυροειδής, Ρούσης, Μηνακάκης, κ.ά.), από μια ανάλογη με το Κομμουνιστικό Σχέδιο άμεση ψευδο-κομμουνιστική προοπτική και με τις ίδιες προσποιητά επαινετικές αναφορές, στο αφιέρωμα των Τετραδίων Μαρξισμού στα 100 χρόνια του Οκτώβρη. Για το τελευταίο, βλέπε Χρ. Κεφαλής, «Για το αφιέρωμα των Τετραδίων Μαρξισμού στην Οκτωβριανή Επανάσταση», Μαρξιστική Σκέψη, τόμ. 25, σελ. 229-262.

23. «Ανακ/ση Δ.Σ. Συλ/γου Μαρξ. Σκέψης “Γ. Κορδάτος” για την κρίση στο κομμουνιστικό κίνημα και τον Σύλλογό μας», https://www.kordatos.org/anak-si-d-s-syl-gou-marks-skepsis-g-kordatos-gia-tin-krisi-sto-kommounistiko-kinima-kai-ton-syllogo-mas/.

24. Στο ίδιο.

7,127ΥποστηρικτέςΚάντε Like
593ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,113ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
394ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής