Ανέστης Ταρπάγκος: Από την αντιμνημονιακή ψήφο στην σοσιαλιστική πολιτική επιλογή

Ανέστης Ταρπάγκος
Θεσσαλονίκη – Δεκέμβριος 2013

Ολόκληρη η επόμενη περίοδος σημαδεύεται από την διεξαγωγή εκλογικών αναμετρήσεων, στα σίγουρα σε μερικούς μήνες των ευρωεκλογών και των αυτοδιοικητικών εκλογών, και από ό,τι φαίνεται από την διεξαγωγή των εθνικών κοινοβουλευτικών εκλογών, όπου το επίδικο ζήτημα πλέον είναι ο σχηματισμός αριστερής ριζοσπαστικής διακυβέρνησης. Η διαφαινόμενη εκλογική πρωτοκαθεδρία του ΣΥΡΙΖΑ, όπως προκύπτει από όλες τις τελευταίες σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, είναι αυτή που θέτει αντικειμενικά το ζήτημα της ανάληψης της πολιτικής διακυβέρνησης από τις αριστερές δυνάμεις. Και σ’ αυτό ακριβώς το επίπεδο τίθεται το θέμα του χαρακτήρα της ψήφου που διεκδικεί η Ριζοσπαστική Αριστερά στην προοπτική των εθνικών βουλευτικών εκλογών.

Για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, άλλος ήταν ο χαρακτήρας της ψήφου που διεκδικήσαμε από τον κόσμο των εργαζομένων, της νεολαίας και των ανέργων στη διπλή εκλογική αναμέτρηση του Μαίου – Ιουνίου 2012, και διαφορετική η φυσιογνωμία της στην επερχόμενη εθνική κοινοβουλευτική αναμέτρηση. Στην πρώτη περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ ως περιορισμένης πολιτικής εμβέλειας σχηματισμός της ριζοσπαστικής και αντινεοφιλελεύθερης πολιτικής, διεκδίκησε την αντιμνημονιακή εκλογική προτίμηση, στη βάση των συσσωρευμένων οξύτατων συνεπειών της καπιταλιστικής κρίσης και της κυβερνητικής πολιτικής των αλλεπάλληλων μνημονίων. Επρόκειτο για ψήφο αντιπολιτευτικού χαρακτήρα, προϊόν των ευρύτατων λαϊκών πανεθνικών απεργιακών κινητοποιήσεων της πρώτης μνημονιακής διετίας (2010 – 12), όπου οι κύριες μεταβολές που σημειώθηκε ήταν αφενός η προς τα «αριστερά» μετατόπιση σημαντικών δυνάμεων της εργατικής βάσης της σοσιαλδημοκρατίας, και αφετέρου η μετατόπιση του μισού πολιτικού δυναμικού της υπόλοιπης Αριστεράς προς την κάλπη του ΣΥΡΙΖΑ.

Και βέβαια καθοριστικός ήταν ο ρόλος της πολιτικής γραμμής που προβάλαμε για την ανάδειξη της δυνατότητας σχηματισμού κυβέρνησης της Αριστεράς ως προϋπόθεσης για την αντιμετώπιση του επερχόμενου κοινωνικού ολοκαυτώματος και της οικονομικής καταστροφής. Αυτή ακριβώς η κυβερνητική προοπτική, που αποτέλεσε και το κίνητρο της ευρείας εκλογικής μας επιδοκιμασίας, και που σήμερα αρχίζει πλέον να φαίνεται εφικτή, που υπερβαίνει την ιστορική καθήλωση του αριστερού και κομμουνιστικού μας κινήματος στο πεδίο μιας μακροχρόνιας αντιπολίτευσης, είναι εκείνη που σήμερα επιβάλλει τον μετασχηματισμό της ίδιας της αντίληψης για την ψήφο στη Ριζοσπαστική Αριστερά.

Μ’ αυτά τα επιχειρήματα δεν εννοούμε ότι ο αντιμνημονιακός – αντινεοφιλελεύθερος προσανατολισμός, που συσπείρωσε πολιτικά πληβειακές λαϊκές δυνάμεις, θα πρέπει να τεθεί στο περιθώριο, και να αντικατασταθεί από τον «λόγο περί του κομμουνισμού», όπως συμβαίνει με άλλες δυνάμεις του ελληνικού αριστερού κινήματος, έξω και πέρα από τους υπάρχοντες ταξικούς και πολιτικούς συσχετισμούς και τα συγκεκριμένα υλικά πεδία των κοινωνικών ανταγωνισμών. Απεναντίας χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε την μέχρι τώρα αντιπολιτευτική μας στάση (αντι-νεοφιλελεύθερη, αντι-μνημονιακή) που ήταν η «άρνηση» (αποτροπή των ιδιωτικοποιήσεων, ματαίωση της μείωσης μισθών και συντάξεων, κατάργηση των ισχυρών φορολογικών επιβαρύνσεων κλπ.), με την «θέση» των προταγμάτων μιας ριζοσπαστικής οικονομικής, κοινωνικής και παραγωγικής αναδιοργάνωσης.

Έτσι προσεγγίζουμε στην καρδιά του σύγχρονου κοινωνικού ζητήματος που επιτάσσει ρηξικέλευθες απαντήσεις και τομές. Η κατάργηση των μνημονίων και των εφαρμοστικών τους νόμων, συνεπάγεται την αποκατάσταση των μισθών των ΣΣΕ (εθνικής και κλαδικών) που έχουν καταργηθεί. – Την ισχυρή φορολόγηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου, τουλάχιστον του τομέα που εμφανίζει σημαντικά κέρδη μέσα στην κρίση («να πληρώσουν οι πλούσιοι»). – Την καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής των ασφαλιστικών υποχρεώσεων των επιχειρήσεων και της εκτεταμένης «μαύρης» αγοράς εργασίας κλπ. Το σύνολο αυτών των άμεσων μέτρων μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, που αποτελεί και την κύρια προσδοκία των λαϊκών τάξεων που έχουν επενδύσει πολιτικά στον ΣΥΡΙΖΑ, επιφέρει εκ των πραγμάτων μια πολυσήμαντη αποκατάσταση του εργατικού κόστους και του κοινωνικού μισθού στα προηγούμενα ιστορικά επίπεδα. Αυτή είναι η υλική πραγμάτωση του αντι-νεοφιλελευθερισμού, της αντι-μνημονιακής πολιτικής, που έχουμε προβάλλει στο προσκήνιο.

Μια τέτοια αύξηση του εργατικού κόστους και του κοινωνικού μισθού, επόμενο είναι ότι θα περιορίσει σημαντικά την καπιταλιστική κερδοφορία, και θα προσαυξήσει τα ζημιογόνα αποτελέσματα των επιχειρήσεων του εταιρικού τομέα της οικονομίας. Στην τελευταία πενταετία της κρίσης υπερσυσσώρευσης, η οικονομική συμπεριφορά της επιχειρηματικής εργοδοσίας ήταν εντελώς αρνητική σε οποιαδήποτε επενδυτική κίνηση, εξ αιτίας της αρνητικής αποδοτικότητας του κεφαλαίου και της επικράτησης των ζημιών έναντι των κερδών ( Όλες οι εκθέσεις, αναλύσεις και στατιστικές του ΙΟΒΕ των τελευταίων χρόνων αυτό ακριβώς καταδεικνύουν). Κι’ αυτό μάλιστα όταν τα μέτρα των μνημονιακών πολιτικών έχουν επιφέρει μείωση της αμοιβής της μισθωτής εργασίας κατά 40% και μείωση του ΑΕΠ κατά 25%.

Άρα στην περίπτωση εφαρμογής της αντιμνημονιακής αριστερής πολιτικής, τα φαινόμενα αυτά θα ενταθούν και η κρίση υπερσυσσώρευσης θα βαθύνει περαιτέρω. Σ’ αυτή την περίπτωση μόνον μια κοινωνική και οικονομική αναδιοργάνωση της χώρας, που τοποθετείται στον αντίποδα της κυρίαρχης αστικής πολιτικής, στο έδαφος δηλαδή της «ιστορικής επικαιρότητας» του σοσιαλισμού, μπορεί να εγγυηθεί την οικονομική ανάπτυξη με γενναία μέτρα κοινωνικής ισότητας. Να γιατί η αντιμνημονιακή ψήφος της οποίας έχουμε γίνει αποδέκτες οδηγεί στον γόνιμο μετασχηματισμό της σε σοσιαλιστική ψήφο, αν θέλει να έχει την αναγκαία αποτελεσματικότητά της.

Βέβαια βασική επιχειρηματολογία της κυρίαρχης αντίληψης στα πλαίσια του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι απαιτείται η μονοδιάστατη επικέντρωση στην αντιμνημονιακή ψήφο, γιατί διαφορετικά ο μετασχηματισμός της σε σοσιαλιστική πολιτική επιλογή θα αποψίλωνε και θα αποδυνάμωνε το εκλογικό του ακροατήριο. Κι’ αυτό γιατί πάνω στο αριστερό κίνημα, στο ελληνικό και διεθνές επίπεδο, βαριά πέφτει η σκιά της ιστορικής χρεοκοπίας των βασικών εγχειρημάτων σοσιαλιστικής μετάβασης στον 20ο αιώνα. Άλλωστε, από την άλλη πλευρά η κυρίαρχη αυτή πολιτική αντίληψη εστιάζεται κυρίως σε μέτρα που τοποθετούνται στην περιφέρεια της πλειοψηφικής καπιταλιστικής οικονομίας, υιοθετώντας μάλιστα για μια καινούρια φορά την πολιτική των «σταδίων».

Σε μια πρώτη φάση αντιμετώπιση των ακραίων φαινομένων της ανθρωπιστικής κρίσης, σε μια δεύτερη περίοδο «παραγωγική ανασυγκρότηση» (χωρίς καμία παρέμβαση στην ίδια τη δομή των αστικών σχέσεων παραγωγής), σε ένα τρίτο στάδιο ανάδειξη μορφών «αλληλέγγυας» και «αυτοδιαχειριστικής» οικονομίας (δίχως να θίγονται οι υπάρχουσες μορφές οργάνωσης και λειτουργίας των ιδιωτικών επιχειρήσεων). Έτσι ο σοσιαλισμός μετατίθεται για μια καινούρια φορά στα βάθη του ιστορικού ορίζοντα, και στην ενδιάμεση περίοδο τη θέση του παίρνει μια μορφή καθεστώτος «ενδιάμεσου τύπου», μια και οι ιστορικές μορφές των εγχειρημάτων σοσιαλιστικού μετασχηματισμού δεν οδηγήθηκαν σε σταθερά επιτυχή αποτελέσματα. Μαζί με τα απόνερα πετιέται και το μωρό…

Μπορεί τα ιστορικά αριστερά εγχειρήματα να μην κατόρθωσαν να ανατρέψουν και να μετασχηματίσουν το καπιταλιστικό οικονομικό σύστημα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ίδια η επιδίωξη του σοσιαλισμού μπορεί εξ αυτού του λόγου να μετατίθεται στο «υπερπέραν». Το ότι το υπόδειγμα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» κατέρρευσε δίνοντας τη θέση του στον άκρατο νεοφιλελευθερισμό, το ότι ο ευρωκομμουνισμός δεν κατόρθωσε να δώσει πειστικές και αποτελεσματικές απαντήσεις στην Ευρώπη, το ότι τα σοσιαλιστικά εργατικά κόμματα μετατράπηκαν σε σοσιαλδημοκρατικά για να καταλήξουν στο τέλος σε εμπροσθοφυλακή της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης επέλασης, αυτό δεν σημαίνει ότι η αναγκαιότητα του σοσιαλισμού μπορεί να εξαφανίζεται από το προσκήνιο της πολιτικής της Αριστεράς, και μάλιστα της ριζοσπαστικής της εκδοχής.

Άλλωστε έχουν δοθεί επαρκείς απαντήσεις για τους λόγους της αποτυχίας των αριστερών κοινωνικών εγχειρημάτων: Μορφές κρατικού καπιταλισμού, κατάπνιξης της εργατικής δημοκρατίας, ταξικών διαχωρισμών στη μία περίπτωση (ανατολικά κοινωνικά καθεστώτα). – Διολίσθηση σε θέσεις «ιστορικών συμβιβασμών» με τις αστικές δυνάμεις και απαρχή αποδοχής των νεοφιλελεύθερων δογμάτων στην άλλη περίπτωση (Κομμουνιστικά Κόμματα Ιταλίας, Γαλλίας, Ισπανίας). – Παράδοση στις αναγκαιότητες των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και της ανταγωνιστικής αγοράς (ελληνική, γερμανική, γαλλική σοσιαλδημοκρατία). Το αν η μηχανή ενός αυτοκινήτου «χτυπάει» και το οδηγεί στην ακινητοποίηση, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί το αυτοκίνητο ως αναγκαίο μέσο μεταφοράς. Το αν μια τεχνική εταιρία κατασκευάζει το οδόστρωμα ενός δρόμου με πλημμελείς στρώσεις θραυστού υλικού και ασφάλτου, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί η ανάγκη κατασκευής και λειτουργίας άρτιων αυτοκινητοδρόμων.

Ο σοσιαλισμός δεν αντιπροσωπεύει τη «μετεξέλιξη» ενός ενδιάμεσου κοινωνικού καθεστώτος, σοσιαλδημοκρατικού ή άλλου τύπου, που κάτω από ορισμένες συνθήκες και όρους θα μπορούσε κι’ αυτός να έλθει στο προσκήνιο. Και από την άλλη πλευρά, η κατάσταση γενικευμένου κοινωνικού ολέθρου, παραγωγικής καταστροφής και οικονομικής εξαθλίωσης όπως στην σημερινή ελληνική πραγματικότητα, δεν μπορεί να οδηγεί στην αναζήτηση λύσεων «ενδιάμεσου τύπου», γιατί απλά δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν τα μείζονα κοινωνικά λαϊκά ζητήματα (υπερμεγέθης ανεργία, κατάρρευση ασφαλιστικών ταμείων, κλείσιμο εκατοντάδων εργοστασίων κλπ.).

Απεναντίας αποτελεί την ζωτική αναγκαιότητα του εξαθλιωμένου ιστορικού παρόντος, που δεν μπορεί ούτε να μετατίθεται για «μεθύστερα στάδια», ούτε να παρακάμπτεται και να μπαίνει στο περιθώριο. Απέναντι στην σημερινή ολοσχερή χρεοκοπία του συστήματος αστικής μνημονιακής πολιτικής διαχείρισης, και μπροστά σε έναν «παραπαίοντα» ελληνικό καπιταλισμό που αδυνατεί να εξασφαλίσει την οικονομική ανάταξη, και τρέφεται αποκλειστικά από τις σάρκες τόσο του ίδιου του εαυτού του (εκκαθαρίσεις επιχειρήσεων με ζημιογόνα αποτελέσματα), όσο και της εργατικής τάξης, η σοσιαλιστική διέξοδος δεν αντιπροσωπεύει μια «ουτοπική» αναφορά, μια «ιδεολογική επιλογή» του μέλλοντος, αλλά την επιτακτική αναγκαιότητα στα σημερινά ανυπέρβλητα αδιέξοδα της αστικής πολιτικής. Η ανάληψη της ευθύνης της κοινωνικής παραγωγής, η σχεδιασμένη κάλυψη των λαϊκών αναγκών, ο εθνικός δημοκρατικός λαϊκός προγραμματισμός, η κοινωνικοποίηση και ο εργατικός έλεγχος κλπ. από μια αριστερή ριζοσπαστική διακυβέρνηση, από κοινού με τις εργατικές συνδικαλιστικές συλλογικότητες, τα συνεταιριστικά εγχειρήματα και τις κάθε μορφής συλλογικής παραγωγικής οργάνωσης, να ποιο μπορεί να είναι το σημερινό νόημα της πολιτικής επιλογής της Ριζοσπαστικής Αριστεράς από τις εργαζόμενες λαϊκές τάξεις.

Ακολουθήστε το «Ξ» στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία άρθρα μας.

Μπορείτε επίσης να βρείτε αναρτήσεις, φωτογραφίες, γραφικά, βίντεο και ηχητικά μας σε facebook, twitter, instagram, youtube, spotify.

Ενισχύστε οικονομικά το xekinima.org

διαβάστε επίσης:

7,283ΥποστηρικτέςΚάντε Like
1,000ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,118ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
425ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Επίκαιρες θεματικές

Πρόσφατα άρθρα