Ένα πρώτο σχόλιο από το Internationalist Standpoint
Η απρόκλητη στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ στο Καράκας, όπως και η απαγωγή του εκλεγμένου προέδρου της χώρας Ν. Μαδούρο και της συζύγου του Σ. Φλόρες που ακολουθήθηκαν από ποινικές διώξεις εναντίον τους (για εμπόριο ναρκωτικών, εγκληματική οργάνωση, κ.α.) προκαλούν σοκ και οργή σε ολόκληρο τον κόσμο. Πρόκειται για την κορύφωση της επιθετικότητας που εκδηλώνεται όλο το τελευταίο διάστημα ενάντια στη χώρα με πρόσχημα τον υποτιθέμενο πόλεμο ενάντια στα ναρκωτικά, που περιλαμβάνει επιθέσεις ενάντια σε αλιευτικά πλοία, κατά τις οποίες τους τελευταίους μήνες έχουν σκοτωθεί πάνω από εκατό Βενεζουελάνοι πολίτες.
Πρόκειται επίσης για μια επικίνδυνη κίνηση, που προσθέτει ένα ακόμη μέτωπο σε έναν πλανήτη συγκρούσεων, αστάθειας, ανταγωνισμών και πολέμων. Μόλις λίγες εβδομάδες πριν, οι ΗΠΑ βομβάρδισαν την Νιγηρία, ενώ τις τελευταίες μέρες απειλούν ξανά το Ιράν, αυτή τη φορά με πρόσχημα την ασφάλεια των διαδηλωτών που βγαίνουν στους δρόμους ενάντια στην κυβέρνηση της χώρας. Όλα αυτά βέβαια την ώρα που μέσα στις ίδιες τις ΗΠΑ, οι διαμαρτυρίες αντιμετωπίζονται με ακραία αστυνομική καταστολή, συλλήψεις και βία.
Τα επιχειρήματα περί εμπόρων ναρκωτικών δεν πείθουν πλέον κανέναν που παρακολουθεί έστω και στοιχειωδώς τα διεθνή νέα. Η ίδια η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει παρουσιάσει πειστικά στοιχεία για τον υποτιθέμενο κίνδυνο που αποτελεί για τις ΗΠΑ το καρτέλ ναρκωτικών της Βενεζουέλας. Αντίθετα, σύμφωνα με στοιχεία του γραφείου του ΟΗΕ για τα ναρκωτικά και την εγκληματικότητα, τόσο η παραγωγή, όσο και τα δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών που φτάνουν στις ΗΠΑ από τη Νότια Αμερική, βασίζονται κυρίως στην Κολομβία, το Περού και τη Βολιβία.
Καθόλου τυχαία, μόλις λίγες ώρες μετά την απομάκρυνση του Ν. Μαδούρο από τη χώρα, ο Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα αναλάβουν ισχυρό ρόλο στη βιομηχανία πετρελαίου της χώρας – κάτι που δείχνει να είναι πιο κοντά στα πραγματικά κίνητρα της επίθεσης.
Μπροστά στην κατάφωρη παραβίαση κάθε έννοιας δημοκρατίας και σεβασμού της ανεξαρτησίας άλλων εθνικών κρατών από την κυβέρνηση Τραμπ, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ παρακολουθούν αδιάφοροι. Η ΕΕ καλεί σε «αυτοσυγκράτηση» και χώρες όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ισπανία μιλάνε γενικόλογα για την ανάγκη αποκλιμάκωσης και σεβασμού στο διεθνές δίκαιο. Ήταν οι ίδιες δυνάμεις που λίγα χρόνια πριν, μετά την επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία, έφτασαν στο σημείο να απαγορεύουν ακόμη και ρωσικά έργα τέχνης στο εσωτερικό των χωρών τους, και βέβαια να δαπανούν υπέρογκα ποσά στην ενίσχυση του ουκρανικού στρατού.
Η επόμενη μέρα στη Βενεζουέλα είναι γεμάτη αβεβαιότητες. Όλα δείχνουν πως οι ΗΠΑ θα προσπαθήσουν να εγκαταστήσουν στη χώρα μια κυβέρνηση – μαριονέτα, που θα διευκολύνει την πρόσβασή τους στις πλουτοπαραγωγικές πηγές της και θα δίνει το «παράδειγμα» της συνεργασίας, αντί για αυτό της αντίστασης στα σχέδια του ιμπεριαλισμού – κάτι το οποίο για μεγάλο διάστημα ενσάρκωσαν οι κυβερνήσεις Τσάβεζ και Μαδούρο, ιδιαίτερα η πρώτη, παρά τα σοβαρά ελλείμματα και ανεπάρκειες στις πολιτικές τους, συνδυασμένα με διαφθορά και γραφειοκρατία.
Το αν θα οι ΗΠΑ του Τραμπ θα πετύχουν τους άμεσους στόχους τους είναι αμφίβολο. Σε μακροχρόνια βάση, πάντως, οι πολιτικές τους είναι σίγουρα καταδικασμένες σε αποτυχία. Οι εργαζόμενοι σ’ όλο τον κόσμο πρέπει να σταθούν αλληλέγγυοι στους εργαζόμενους και τα φτωχά λαϊκά στρώματα της Βενεζουέλας, στον αγώνα τους ενάντια στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και τους συμμάχους του και υπέρ των δημοκρατικών και εθνικών τους δικαιωμάτων. Ο αγώνας δεν πρέπει να στοχεύει μόνο ενάντια στη στρατιωτική εισβολή των ΗΠΑ, αλλά και σε έναν πραγματικό, δημοκρατικό σοσιαλισμό, στη Βενεζουέλα και όλη την Λατινική Αμερική.












