Υπάρχουν θάνατοι που δεν αποτελούν απλώς προσωπικές τραγωδίες. Αποτελούν πολιτικά γεγονότα. Υπάρχουν υποθέσεις που αποκαλύπτουν κάτι πολύ βαθύτερο από την αυθαιρεσία μεμονωμένων προσώπων: αποκαλύπτουν τη σχέση της εξουσίας με την καταστολή, την κοινωνική ανισότητα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Υπάρχουν λέξεις που δεν σβήνουν. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν ξεχνιούνται. Και υπάρχουν αγώνες που δεν τελειώνουν με μια δικαστική απόφαση, γιατί η δικαιοσύνη δεν είναι απλώς μια ποινή. Είναι η άρνηση μιας κοινωνίας να αποδεχτεί τη βία, την αυθαιρεσία και την ατιμωρησία ως κανονικότητα.
Η υπόθεση του Βασίλη Μάγγου ήταν μία από αυτές τις υποθεσεις – πληγές.
13 Ιουνίου 2020.
Στον Βόλο πραγματοποιείται κινητοποίηση ενάντια στην καύση απορριμμάτων από την τσιμεντοβιομηχανία ΑΓΕΤ. Την επόμενη ημέρα, 14 Ιουνίου, ο 26χρονος Βασίλης Μάγγος βρίσκεται έξω από τα δικαστήρια της πόλης, σε συγκέντρωση αλληλεγγύης προς συλληφθέντες διαδηλωτές.
Εκεί, μπροστά σε κόσμο, δέχεται βίαιη επίθεση από αστυνομικούς. Μέρος του ξυλοδαρμού του έχει καταγραφεί σε βίντεο.
Ο ξυλοδαρμός του δεν σταματά έξω από τα δικαστήρια αλλά συνεχίζεται, κατά τη μεταφορά του και κυρίως μέσα στην Αστυνομική Διεύθυνση Μαγνησίας, σύμφωνα με τις καταγγελίες του ίδιου και τα στοιχεία της δικογραφίας.
Ο Βασίλης βασανίζεται για ώρες από τους αστυνομικούς, οι οποίοι στη συνέχεια τον πετάνε στο δρόμο σε άθλια κατάσταση αφού δεν μπορεί ούτε να σταθεί όρθιος. Περαστικοί τον μεταφέρουν στο Νοσοκομείο του Βόλου όπου νοσηλεύεται με εξι κατάγματα στα πλευρά και κακώσεις στο ήπαρ. Καταγγέλλει δημόσια την κακοποίησή του.
Στις 13 Ιουλίου 2020, έναν μήνα μετά, βρίσκεται νεκρός. Η ιατροδικαστική εξέταση απέδωσε τον θάνατο του σε πνευμονικό οίδημα.
Η σύνδεση του θανάτου του με την αστυνομική βία αποτέλεσε αντικείμενο ξεχωριστής δικαστικής διερεύνησης, η οποία αρχειοθετήθηκε. Όμως η υπόθεση του βασανισμού του δεν σταμάτησε εκεί. Η οικογένειά του συνέχισε να αγωνίζεται. Ο πατέρας του, Γιάννης Μάγγος, δεν επέτρεψε στη σιωπή να γίνει η τελευταία λέξη, αρνήθηκε να αφήσει τη μνήμη του παιδιού του να θαφτεί κάτω από τη γραφειοκρατία και συνέχισε να διεκδικεί τα αυτονόητα, δηλαδή την δικαιοσύνη. Ήταν και είναι παρών σε κάθε κινητοποίηση, σε κάθε διαδήλωση, σε κάθε πορεία με ένα πλακάτ ή την φωτογραφία του γιου του στα χέρια και με ένα μεγάλο ζεστό χαμόγελο στα χείλη.
Η οικογένεια του Βασίλη, όπως και του Π. Φύσσα, του Ζακ Κωστόπουλου, των νεκρών στα Τέμπη, και τόσων άλλων, βρήκε το κουράγιο και προσπάθησε να κάνει την υπόθεση βασανισμού υπόθεση του κινήματος και της κοινωνίας. Να συνδέσει τον αγώνα για δικαιοσύνη στην συγκεκριμένη περίπτωση με τον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτό ήταν που κράτησε το ζήτημα στην επιφάνεια και την πίεση ισχυρή.
Και στις 31 Οκτωβρίου 2026, έξι χρόνια μετά, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Καρδίτσας έκρινε ενόχους πέντε από τους έξι κατηγορούμενους αστυνομικούς για τις πράξεις που τους αποδίδονταν στο κατηγορητήριο, δηλαδή για βασανισμό Είναι μια από τις σπάνιες περιπτώσεις όπου αστυνομικοί καταδικάζονται ως βασανιστές!
Η συνολική ποινή που ανακοινώθηκε ήταν έξι χρόνια κάθειρξης και δέκα μήνες φυλάκισης. Οι καταδικασθέντες άσκησαν έφεση με ανασταλτικό αποτέλεσμα και παραμένουν ελεύθεροι μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό.
Έξι χρόνια για να ακουστεί μια αλήθεια που δεν έπρεπε ποτέ να χρειαστεί να αποδειχθεί.
Μια απόφαση που έχει τεράστια σημασία.
Όχι επειδή μπορεί να φέρει πίσω τον Βασίλη. Δεν μπορεί.
Όχι επειδή σβήνει την απώλεια και τον πόνο μιας οικογένειας.
Αποτελεί, όμως, μια σημαντική κατάκτηση: ότι η αστυνομική βία δεν μπορεί πάντα να μένει χωρίς λογοδοσία.
Γιατί η οποιαδήποτε στολή δεν πρέπει να δίνει ασυλία σε κανέναν.
Αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε πως ο Βασίλης ήταν μια εξαίρεση. Η ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας έχει σημαδευτεί από ανθρώπους που ξυλοκοπήθηκαν, βασανίστηκαν ή έχασαν τη ζωή τους σε περιστατικά αστυνομικής βίας.
Είναι αδύνατον να μιλήσουμε για την αστυνομική βία στην Ελλάδα χωρίς να θυμηθούμε τον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, τον δεκαπεντάχρονο μαθητή που στις 6 Δεκεμβρίου 2008, δολοφονήθηκε από την σφαίρα του ειδικού φρουρού Επαμεινώνδα Κορκονέα στα Εξάρχεια.
Μια ζωή που κόπηκε από το όπλο ενός ανθρώπου που εκπροσωπούσε το κράτος.
Δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε τον Ζακ Κωστόπουλο, που έχασε τη ζωή του στις 21 Σεπτεμβρίου 2018 στο κέντρο της Αθήνας από αστυνομικούς, έναν μεσίτη και έναν κοσμηματοπώλη. Για την υπόθεσή του, οι αστυνομικοί κατηγορούμενοι αθωώθηκαν, ενώ δύο πολίτες καταδικάστηκαν.
Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε τον Νίκο Σαμπάνη, τον 18χρονο Ρομά που σκοτώθηκε από πυρά 7 αστυνομικών που τον πυροβόλησαν 36 φορές, στις 22 Οκτωβρίου του 2021 στο Πέραμα.
Ούτε τον Κώστα Φραγκούλη, τον 16χρονο Ρομά που τραυματίστηκε θανάσιμα από πυροβολισμό αστυνομικού της ομάδας Δίας στις 5 Δεκέμβριο του 2022.
Στις 08 Ιουλίου 2023 σε ένα χωριό της Λάρισας ένας 45χρονος αστυνομικός πυροβολεί και σκοτώνει έναν 20χρονο!
Ο Χρήστος Μιχαλόπουλος, 17 ετών, έπεσε νεκρός από πυροβολισμό αστυνομικού στη Βοιωτία, τον Νοέμβριο του 2023.
Στις 8 Ιουλίου 2026 στο Άργος, 2 αστυνομικοί της ΟΠΚΕ πυροβόλησαν και σκότωσαν με 20 πυροβολισμούς τον 20χρονο Θοδωρή Ζαβραδινό – Καραμπαμπά. Οι αστυνομικοί ισχυρίστηκαν ότι οι πυροβολισμοί ήταν προειδοποιητικοί!
Όλες αυτές οι οικογένειες βρέθηκαν αντιμέτωπες με την απώλεια και την αναζήτηση δικαιοσύνης.
Και πίσω από αυτές τις υποθέσεις βρίσκεται ένα ερώτημα που δεν μπορεί να αποσιωπηθεί: ποια είναι η θέση της ανθρώπινης ζωής όταν ο άνθρωπος ανήκει σε μια κοινωνικά αποκλεισμένη ομάδα, ανήκει στο κίνημα ή είναι έξω από την κανονικότητα που θέλουν να μας επιβάλλουν; Τι γίνεται όταν ένας άνθρωπος δεν σιωπά και διεκδικεί πολεμώντας για τα αυτονόητα;
Δεν είναι όλες αυτές οι υποθέσεις ίδιες, ούτε έχουν την ίδια δικαστική εξέλιξη. Δεν δικαιούμαστε, όμως, να αγνοούμε τα κοινά ερωτήματα που θέτουν για την αστυνομική εξουσία, τον ρατσισμό, την καταστολή και τη λογοδοσία.
Γιατί η καταστολή δεν ασκείται σε κοινωνικό κενό. Αγγίζει το κίνημα, τους διαδηλωτές, τους ανθρώπους που έχουν αναγκαστεί να ζουν στο περιθώριο, τους φτωχούς, τις μειονότητες και όσους αμφισβητούν τις κυρίαρχες επιλογές.
Και εδώ βρίσκεται η πολιτική διάσταση της υπόθεσης του Βασίλη Μάγγου.
Ο Βασίλης δεν βρέθηκε εκεί επειδή αποδέχτηκε την αδικία. Βρέθηκε εκεί επειδή συμμετείχε σε έναν αγώνα, σε μια κινητοποίηση, σε μια συλλογική διεκδίκηση.
Η υπόθεσή του θέτει στο τραπέζι κρίσιμα ζητήματα για την κοινωνία όπως το δικαίωμα στη διαμαρτυρία, την κρατική καταστολή, τα όρια της αστυνομικής εξουσίας και το ποιος τελικά λογοδοτεί όταν αυτή ξεπερνά τα όριά της.
Δεν υπάρχει δημοκρατία χωρίς δικαίωμα στην αμφισβήτηση.
Δεν υπάρχει ειρήνη χωρίς δικαιοσύνη.
Δεν υπάρχει ελευθερία όταν ο φόβος γίνεται μέσο πειθάρχησης.
Δεν υπάρχει κράτος δικαίου όταν η λογοδοσία εξαρτάται από την επιμονή μιας οικογένειας επί έξι ολόκληρα χρόνια.
Και δεν υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη όταν κάποιες ζωές αντιμετωπίζονται σαν να αξίζουν λιγότερο.
Δεν ξεχνάμε τον Αλέξη.
Δεν ξεχνάμε τον Ζακ.
Δεν ξεχνάμε τον Νίκο, τον Κώστα και τον Χρήστο.
Δεν ξεχνάμε τον Θοδωρή.
Δεν ξεχνάμε τον Βασίλη.
Δεν ξεχνάμε ούτε τον Παύλο Φύσσα, που δολοφονήθηκε από τον νεοναζί της Χρυσής Αυγής. Γιατί ο αντιφασιστικός αγώνας είναι αγώνας υπεράσπισης της ελευθερίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Δεν ζητάμε εκδίκηση. Απαιτούμε δικαιοσύνη.
Δεν αποδεχόμαστε την αστυνομική αυθαιρεσία ως αναγκαίο τίμημα της ασφάλειας. Δεν αποδεχόμαστε την καταστολή ως απάντηση στην κοινωνική διαμαρτυρία. Δεν αποδεχόμαστε πως η εξουσία μπορεί να ελέγχει τους πάντες αλλά να μην ελέγχεται.
Η μνήμη δεν είναι μια επέτειος.
Δεν είναι ένα λουλούδι σε ένα μνημείο.
Δεν είναι μια ανάρτηση που θα ξεχαστεί την επόμενη ημέρα.
Η μνήμη είναι πολιτική πράξη. Είναι αντίσταση. Είναι η άρνηση να συμφιλιωθούμε με την αδικία.
Και η υπόθεση του Βασίλη Μάγγου μας υπενθυμίζει πως τίποτα δεν χαρίζεται. Η δικαιοσύνη διεκδικείται με σκληρούς αγώνες, η αλήθεια υπερασπίζεται και η κοινωνική αλληλεγγύη χτίζεται μέσα από συλλογικούς αγώνες.
Για τον Βασίλη, για τον Αλέξη, για τον Ζακ, για τον Νίκο, για τον Κώστα, για τον Χρήστο, για τον Θοδωρη και για κάθε άνθρωπο που χάθηκε και για κάθε οικογένεια που εξακολουθεί να ζητά απαντήσεις και δικαιοσύνη.
Κανένας νεκρός ξεχασμένος.
Καμία εξουσία ανεξέλεγκτη.
Καμία ζωή αναλώσιμη.
Δεν θα συνηθίσουμε τη βία. Δεν θα αποδεχτούμε τη σιωπή. Δεν θα αφήσουμε την εξουσία να αποφασίζει ποιες ζωές αξίζουν και ποιες περισσεύουν.
Γιατί όταν η αδικία γίνεται νόμος η αντίσταση γίνεται καθήκον!
Βασίλης Μάγγος πάντα παρών!



![[ΒΙΝΤΕΟ] Παρουσίαση θέσεων και εκλογικής πρότασης της Πρωτοβουλίας για μια Νέα Ενωτική και Ανατρεπτική Αριστερά](https://xekinima.org/wp-content/uploads/2026/10/856325005_1543330837835168_2617246691707503068_n-100x70.jpg)








