Το παρακάτω κείμενο είναι βασισμένο στην εισήγηση του Κώστα Μάντζου στα πλαίσια της συζήτησης «Η εμπορευματοποίηση της ευτυχίας» που πραγματοποιήθηκε στο 33ο κάμπινγκ Antinazizone–YRE.
Θα ήθελα να ξεκινήσω με τρεις εικόνες από την καθημερινότητα.
Ένας φοιτητής κοιτάζει στο κινητό του ανθρώπους περίπου στην ηλικία του. Κάποια παράγει εικόνες επαγγελματικής επιτυχίας, κάποιος δείχνει τον εαυτό του σε ταξίδι, κάποιο άλλο δείχνει μάλλον περήφανα (αν κι αυτή η περηφάνια πρέπει να κρύβεται) το σώμα του, και ο φοιτητής μας συγκρίνεται, και αξιολογεί τον εαυτό του διαρκώς και σκέφτεται τι ακόμη πρέπει να κάνει για να μη μείνει πίσω.
Ένας εργαζόμενος σε πλατφόρμα διανομής περιμένει την επόμενη παραγγελία. Δεν πληρώνεται για την αναμονή, αλλά ούτε μπορεί να χρησιμοποιήσει πραγματικά τον χρόνο του. Πρέπει να βρίσκεται σε ετοιμότητα, να κοιτάζει την εφαρμογή, να υπολογίζει τη βαθμολογία του και να είναι διαθέσιμος όταν τον χρειαστεί ο αλγόριθμος.
Μια εργαζόμενη σε γραφείο, μία τεχνικός ή μία εκπαιδευτικός λαμβάνει στις δέκα το βράδυ ένα επαγγελματικό μήνυμα. Τυπικά έχει σχολάσει. Το σώμα βρίσκεται στο σπίτι, αλλά ένα μέρος της προσοχής παραμένει στη δουλειά: «Να απαντήσω τώρα; Θα θεωρηθεί ότι αδιαφορώ; Μήπως αύριο είναι αργά;»
Διαφορετικές θέσεις, διαφορετικές δουλειές, κοινό τους ότι:
η εργασία, η αξιολόγηση και η αγορά διεκδικούν όλο και μεγαλύτερο μέρος όχι μόνο του χρόνου τους, αλλά και της προσοχής, των σχέσεων, των επιθυμιών και της εικόνας που έχουν για τον εαυτό τους.
Η βασική μου θέση είναι η εξής:
Η καπιταλιστική οικονομία, δεν σχεδιάζει/δημιουργεί/πουλά απλώς προϊόντα που υπόσχονται ευτυχία. Οργανώνει τις ανάγκες μας, παράγει μεγάλο μέρος της ανασφάλειας και της εξάντλησής μας και, στη συνέχεια, μας πουλά προσωρινές μορφές ανακούφισης. Παράλληλα, μετατρέπει την ευτυχία σε ατομικό καθήκον, σε ένδειξη επιτυχίας και σε εργαλείο παραγωγικότητας.
Η πορεία που προτείνω εδώ εμπεριέχει εννιά στάσεις: από την υπόσχεση του εμπορεύματος, περνώντας από την εργασία, τις ανάγκες, την ιδιωτικοποίηση της δυστυχίας, το πρεκαριάτο, την πλατφόρμα και τα κοινωνικά δίκτυα, ως αυτό που μας ενώνει και, τέλος, σε μια πιθανή απάντηση.
1. Η ευτυχία ως υπόσχεση του εμπορεύματος
Στον Μαρξ, το εμπόρευμα δεν είναι απλώς ένα χρήσιμο αντικείμενο. Είναι ένα προϊόν που παράγεται για να πουληθεί. Πίσω του υπάρχουν ανθρώπινη εργασία, κοινωνικές σχέσεις και σχέσεις εξουσίας. Στην αγορά, όμως, όλα αυτά συχνά εξαφανίζονται από την εικόνα.
Βλέπουμε το κινητό, αλλά όχι την εργασία που χρειάστηκε για να κατασκευαστεί. Βλέπουμε το γρήγορο delivery, αλλά όχι πάντα τον εργαζόμενο που κινείται μέσα στη ζέστη, στη βροχή ή στην κίνηση. Βλέπουμε ένα φθηνό ρούχο, αλλά όχι τις συνθήκες εργασίας μέσα στις οποίες παράχθηκε.
Αυτό είναι ένα μέρος εκείνου που ο Μαρξ ονομάζει «φετιχισμό του εμπορεύματος»: οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους εμφανίζονται σαν σχέσεις ανάμεσα σε πράγματα.
Το εμπόρευμα πρέπει όμως να είναι πολύ περισσότερα.
Το αυτοκίνητο πωλείται ως ελευθερία.
Το κινητό ως σύνδεση και κοινωνική αναγνώριση.
Το ταξίδι ως αυθεντική ζωή.
Το καλλυντικό ως αυτοπεποίθηση.
Η εφαρμογή ευεξίας ως ψυχική ισορροπία.
Ένα σεμινάριο ως υπόσχεση επαγγελματικής και προσωπικής επιτυχίας.
Η διαφήμιση δεν μας λέει μόνο «αγόρασε αυτό». Μας λέει:
«Αγόρασε αυτό για να γίνεις ο άνθρωπος που θα ήθελες να είσαι».
Το προϊόν δεν υπόσχεται απλώς ευχαρίστηση. Υπόσχεται μια ταυτότητα.
Η κριτική εδώ δεν είναι ότι είναι λάθος να αγοράζουμε πράγματα που μας αρέσουν ή να χαιρόμαστε ένα ταξίδι, ένα γεύμα, ένα ρούχο ή μια νέα συσκευή. Μια τέτοια θέση θα ήταν ηθικολογική και θα ενοχοποιούσε τους ανθρώπους αντί να εξετάζει το σύστημα.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι άλλο:
Γιατί τόσο πολλές ανάγκες μας μπορούν να αναγνωριστούν και να ικανοποιηθούν μόνο όταν παίρνουν τη μορφή εμπορεύματος;
Και ακόμη:
Ποιος έχει τη δύναμη να ορίζει τι σημαίνει επιτυχία, ελευθερία, ομορφιά και καλή ζωή;
2. Εργασία, αποξένωση και αγορά της ανακούφισης
Στα νεανικά του χειρόγραφα, ο Μαρξ περιγράφει την αποξένωση όπως προκύπτει από την εργασία εντός του καπιταλισμού. Ο εργαζόμενος δεν ελέγχει το προϊόν που παράγει και συχνά δεν ελέγχει ούτε τον τρόπο, τον ρυθμό και τον σκοπό της εργασίας του. Η εργασία γίνεται κυρίως το μέσο για να εξασφαλίσει την επιβίωσή του.
Αυτό μπορούμε να το αναγνωρίσουμε σε πολύ διαφορετικούς χώρους.
Στο εργοστάσιο, όπου ο ρυθμός καθορίζεται από τη γραμμή παραγωγής.
Στην αποθήκη, όπου ο εργαζόμενος ακολουθεί τις εντολές ενός σκάνερ.
Στη διανομή, όπου τη δουλειά κατανέμει μια εφαρμογή.
Στο τηλεφωνικό κέντρο, όπου μετριέται κάθε λεπτό.
Στο γραφείο, όπου οι στόχοι, τα email και οι αξιολογήσεις ακολουθούν τον εργαζόμενο και μετά το ωράριο.
Στο πανεπιστήμιο, όπου η γνώση κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν αγώνα συγκέντρωσης προσόντων και ενίσχυσης της «απασχολησιμότητας».
Αν ένα μεγάλο μέρος της ημέρας μας οργανώνεται με τρόπους που δεν ελέγχουμε, η κατανάλωση εμφανίζεται ως ο χώρος στον οποίο μπορούμε, έστω προσωρινά, να επιλέξουμε.
Δεν ελέγχω την εργασία μου, αλλά μπορώ να επιλέξω τι θα αγοράσω.
Δεν ελέγχω το ωράριό μου, αλλά μπορώ να παραγγείλω κάτι που θα με κάνει να νιώσω καλύτερα.
Δεν έχω αρκετό χρόνο, αλλά μπορώ να αγοράσω μια έντονη εμπειρία μέσα σε ένα Σαββατοκύριακο.
Έτσι, πολλές φορές δεν αγοράζουμε ακριβώς την ευτυχία. Αγοράζουμε προσωρινή αποκατάσταση από την εξάντληση και την έλλειψη ελέγχου.
Ο κύκλος μοιάζει κάπως έτσι:
εργασία – εξάντληση – κατανάλωση – προσωρινή ανακούφιση – επιστροφή στην εργασία.
Το πρόβλημα δεν είναι το delivery, μια σειρά ή μια βραδιά διασκέδασης. Το πολιτικό ερώτημα είναι γιατί η ανάπαυση και η χαρά παίρνουν τόσο συχνά τη μορφή μιας υπηρεσίας που πρέπει να αγοράσουμε, αντί να αποτελούν μέρος ενός χρόνου που πραγματικά μας ανήκει.
3. Η Ágnes Heller και η κοινωνική παραγωγή των αναγκών
Εδώ είναι ιδιαίτερα χρήσιμη η Θεωρία των αναγκών στον Μαρξ της Ágnes Heller.
Η Heller μας βοηθά να δούμε ότι οι ανθρώπινες ανάγκες δεν αποτελούν μια αιώνια και αμετάβλητη λίστα. Υπάρχουν προφανώς βασικές ανάγκες, όπως η τροφή, η στέγη και η σωματική ασφάλεια. Όμως ο τρόπος με τον οποίο κατανοούμε, εκφράζουμε και ικανοποιούμε τις ανάγκες μας διαμορφώνεται ιστορικά και κοινωνικά.
Δεν έχουμε απλώς ανάγκες μέσα στην κοινωνία. Κάθε κοινωνία παράγει ένα ολόκληρο σύστημα αναγκών.
Η ανάγκη για αναγνώριση μπορεί να γίνει ανάγκη για likes.
Η ανάγκη για επικοινωνία μπορεί να περιοριστεί στην παρουσία σε μια εμπορική πλατφόρμα.
Η ανάγκη για δημιουργία μπορεί να γίνει υποχρέωση παραγωγής περιεχομένου.
Η ανάγκη για γνώση μπορεί να μετατραπεί σε διαρκή συλλογή πιστοποιήσεων.
Η ανάγκη για αυτονομία μπορεί να μας προσφερθεί ως επισφαλής αυτοαπασχόληση.
Η ανάγκη για ξεκούραση μπορεί να επιστρέψει ως προϊόν wellness.
Δεν εμπορευματοποιείται, λοιπόν, μόνο το αντικείμενο που ικανοποιεί την ανάγκη. Αλλάζει και η ίδια η μορφή της ανάγκης.
Η Heller αναφέρεται επίσης στις ριζικές ανάγκες. Πρόκειται για ανάγκες που γεννιούνται μέσα στην καπιταλιστική κοινωνία, αλλά δεν μπορούν να ικανοποιηθούν ολοκληρωμένα στο εσωτερικό της.
Τέτοιες ανάγκες είναι η ουσιαστική αυτονομία, η δημιουργική δραστηριότητα, ο ελεύθερος χρόνος, οι ανθρώπινες σχέσεις που δεν βασίζονται στη χρησιμοθηρία και η πραγματική συμμετοχή στις αποφάσεις που επηρεάζουν τη ζωή μας.
Εδώ υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση.
Ο καπιταλισμός καλλιεργεί την ανάγκη για αυτονομία, αλλά συχνά μας προσφέρει αυτοαπασχόληση χωρίς ασφάλεια.
Καλλιεργεί την ανάγκη για δημιουργικότητα, αλλά μας ζητά να μετατρέψουμε κάθε δημιουργική δραστηριότητα σε επαγγελματικό προσόν ή προσωπικό brand.
Καλλιεργεί την ανάγκη για κοινωνικότητα, αλλά οργανώνει μεγάλο μέρος της μέσα από ιδιωτικές πλατφόρμες.
Καλλιεργεί την ανάγκη για ελεύθερο χρόνο, αλλά ταυτόχρονα καταργεί τα σταθερά όρια ανάμεσα στην εργασία και την υπόλοιπη ζωή.
Η αγορά δεν αγνοεί τις ριζικές ανάγκες μας. Τις αναγνωρίζει, τις ιδιοποιείται και μας προσφέρει υποκατάστατά τους:
- αυτονομία χωρίς έλεγχο
- κοινωνικότητα χωρίς κοινότητα
- δημιουργικότητα χωρίς ελεύθερη δημιουργία
- αναγνώριση μέσω αριθμών και αξιολογήσεων
- ελεύθερο χρόνο αφιερωμένο κυρίως στην ανάκτηση της παραγωγικότητάς μας
Όταν, όμως, οι ριζικές μας ανάγκες μένουν ανικανοποίητες, κάτι πρέπει να απορροφήσει την ένταση — και συνήθως αυτό γίνεται στο επίπεδο του ατόμου.
4. Η ιδιωτικοποίηση της δυστυχίας
Όταν ένας άνθρωπος αισθάνεται εξαντλημένος, αγχωμένος ή αποτυχημένος, η κυρίαρχη απάντηση είναι συχνά:
«Δεν διαχειρίζεσαι σωστά τον χρόνο σου».
«Δεν είσαι αρκετά ανθεκτικός».
«Πρέπει να σκέφτεσαι πιο θετικά».
«Επένδυσε περισσότερο στον εαυτό σου».
«Δούλεψε με το mindset σου».
Με αυτόν τον τρόπο, η κοινωνική δυσφορία μεταφράζεται σε ατομική ανεπάρκεια.
Η επισφάλεια γίνεται πρόβλημα αυτοπεποίθησης.
Η υπερβολική εργασία γίνεται πρόβλημα διαχείρισης χρόνου.
Η επαγγελματική εξουθένωση γίνεται έλλειψη ανθεκτικότητας.
Η μοναξιά γίνεται αποτυχία προσωπικής ανάπτυξης.
Δεν είναι πρόβλημα η ψυχοθεραπεία, η άσκηση, η αυτοφροντίδα ή ο διαλογισμός. Μπορούν να είναι πολύτιμα και αναγκαία.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο της κοινωνικής αλλαγής.
Όταν, για παράδειγμα, μια επιχείρηση προσφέρει σεμινάρια mindfulness, αλλά δεν αντιμετωπίζει την υποστελέχωση, τα απρόβλεπτα ωράρια και τους χαμηλούς μισθούς, το μήνυμα προς τον εργαζόμενο είναι:
«Δεν θα αλλάξουμε τις συνθήκες που σε εξαντλούν. Θα σε εκπαιδεύσουμε να τις αντέχεις καλύτερα».
Η ευτυχία γίνεται έτσι και μέσο πειθάρχησης.
Ο «καλός» εργαζόμενος πρέπει να είναι θετικός, ευέλικτος, διαθέσιμος, ενθουσιώδης και διαρκώς πρόθυμος να εξελίσσεται.
Δεν αρκεί να κάνει τη δουλειά του. Πρέπει να δείχνει ότι αγαπά τη δουλειά του.
5. Το πρεκαριάτο και η απώλεια ελέγχου του χρόνου
Ο Guy Standing χρησιμοποιεί τον όρο πρεκαριάτο [σημ: σύνθεση των λέξεων precarious / επισφαλής και προλεταριάτο] για να περιγράψει ανθρώπους που ζουν χωρίς σταθερότητα στην εργασία, στο εισόδημα, στα δικαιώματα και στην επαγγελματική τους ταυτότητα.
Το πρεκαριάτο δεν αποτελείται απλώς από ανθρώπους με χαμηλό μισθό. Περιλαμβάνει ανθρώπους που δεν γνωρίζουν:
- πόσο θα εργαστούν τον επόμενο μήνα
- πόσα θα πληρωθούν
- πότε θα έχουν δουλειά
- αν θα έχουν άδεια ή ασφάλιση
- αν η σημερινή εμπειρία τους οδηγεί σε ένα αναγνωρίσιμο επαγγελματικό μέλλον
- αν μια αρνητική αξιολόγηση ή μια αυτοματοποιημένη απόφαση θα τους αποκλείσει από την εργασία.
[Μπορούμε να συζητήσουμε αν το πρεκαριάτο αποτελεί μια εντελώς νέα κοινωνική τάξη, όπως υποστηρίζει ο Standing, ή αν είναι περισσότερο μια γενικευμένη διαδικασία επισφαλειοποίησης διαφορετικών τμημάτων της εργατικής τάξης.]
Σε κάθε περίπτωση, η έννοια είναι χρήσιμη επειδή δείχνει ότι η επισφάλεια δεν αφορά μόνο το εισόδημα. Αφορά και την αδυναμία να σχεδιάσουμε τον χρόνο και τη ζωή μας.
Ο Standing μιλά επίσης για το work-for-labour: για όλη τη δουλειά που κάνουμε χωρίς να πληρωνόμαστε, προκειμένου να μπορέσουμε να βρούμε ή να διατηρήσουμε αμειβόμενη εργασία.
Ψάχνουμε αγγελίες και συμπληρώνουμε αιτήσεις.
Προετοιμαζόμαστε για συνεντεύξεις και δικτυωνόμαστε.
Ανανεώνουμε βιογραφικό, LinkedIn και πιστοποιήσεις.
Περιμένουμε ειδοποιήσεις για μια βάρδια ή ένα μεροκάματο.
Απαντάμε σε μηνύματα εκτός ωραρίου.
Προετοιμάζουμε υλικό στο σπίτι.
Όλος αυτός ο χρόνος είναι πραγματική προσπάθεια. Συχνά, όμως, παραμένει αόρατος και απλήρωτος.
Δημιουργείται έτσι ένας επισφαλειοποιημένος νους: ένας νους που πρέπει διαρκώς να προβλέπει, να προσαρμόζεται, να κοιτάζει το κινητό και να αναζητά την επόμενη ευκαιρία.
6. Ο καπιταλισμός της πλατφόρμας και το αόρατο αφεντικό
Όταν μιλάμε για καπιταλισμό της πλατφόρμας, δεν μιλάμε απλώς για νέες εφαρμογές.
Οι πλατφόρμες αποτελούν επιχειρηματικές υποδομές που συνδέουν εργαζόμενους, πελάτες, διαφημιζόμενους και επιχειρήσεις. Οργανώνουν τις μεταξύ τους συναλλαγές, συλλέγουν δεδομένα και καθορίζουν τους κανόνες πρόσβασης.
Στην πλατφορμική εργασία το αφεντικό δεν εξαφανίζεται. Ενσωματώνεται στην εφαρμογή.
Εμφανίζεται ως:
- αλγόριθμος που μοιράζει τις εργασίες
- rating πελατών
- μεταβαλλόμενη αμοιβή
- χρονόμετρο
- σύστημα στόχων
- αδιαφανής κατάταξη
- δυνατότητα απενεργοποίησης του λογαριασμού.
Ο εργαζόμενος μπορεί να παρουσιάζεται ως «ανεξάρτητος συνεργάτης». Ωστόσο, η πλατφόρμα συχνά καθορίζει την τιμή, την πρόσβαση στους πελάτες, τον τρόπο αξιολόγησης και τους όρους αποκλεισμού του.
Έχουμε έτσι μια παράδοξη μορφή ελευθερίας:
Ο εργαζόμενος είναι υπεύθυνος για όλα, αλλά δεν ελέγχει σχεδόν τίποτα.
Αναλαμβάνει το κόστος του εξοπλισμού, της μετακίνησης, της ασφάλισης, της αναμονής και του επαγγελματικού κινδύνου. Η πλατφόρμα κρατά τον έλεγχο των δεδομένων, των κανόνων και της αγοράς.
Αλλά η πλατφορμική λογική δεν περιορίζεται στους οδηγούς και στους διανομείς.
Επεκτείνεται στη συνεχή ψηφιακή παρακολούθηση της απόδοσης, στους μετρήσιμους στόχους, στην τηλεργασία χωρίς σαφή όρια, στην υποχρέωση ηλεκτρονικής διαθεσιμότητας και στην αξιολόγηση σχεδόν κάθε δραστηριότητας.
Το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ότι δουλεύουμε πολλές ώρες.
Είναι ότι δυσκολευόμαστε να γνωρίζουμε πότε ακριβώς δεν δουλεύουμε.
Ένας άνθρωπος που περιμένει να του ανακοινώσουν τη βάρδια της επόμενης ημέρας μπορεί εκείνη τη στιγμή να μην εργάζεται. Μπορεί όμως να οργανώσει μια έξοδο, να φροντίσει ένα παιδί, να συμμετάσχει σε μια συνέλευση ή να κάνει ένα σχέδιο για την επόμενη εβδομάδα;
Ένας τεχνικός σε επιφυλακή δεν εργάζεται κάθε λεπτό. Δεν είναι όμως πραγματικά ελεύθερος.
Ένας εργαζόμενος μπορεί να μην απαντήσει στο βραδινό email. Το μήνυμα, όμως, έχει ήδη καταλάβει μέρος της προσοχής του.
Μπορούμε να ονομάσουμε αυτή την κατάσταση χρονική απαλλοτρίωση.
Δεν μας αφαιρείται μόνο ο χρόνος κατά τον οποίο εργαζόμαστε. Μας αφαιρείται η δυνατότητα να οργανώνουμε τον χρόνο μας με σταθερότητα και αυτονομία.
Ο χρόνος αναμονής, επιφυλακής και διαρκούς ετοιμότητας δεν αναγνωρίζεται ως εργασία. Δεν είναι, όμως, ούτε πραγματικός ελεύθερος χρόνος.
Και αυτό έχει σαφή ταξική διάσταση.
Η πραγματική πολυτέλεια δεν είναι μόνο να διαθέτει κάποιος χρήματα. Είναι να μπορεί να κλείσει το κινητό, να αρνηθεί μια βάρδια, να αρρωστήσει, να ξεκουραστεί ή να σχεδιάσει τη ζωή του χωρίς να κινδυνεύει να χάσει το εισόδημά του.
Ό,τι συμβαίνει στην πλατφορμική εργασία, όμως, δεν μένει εκεί. Η ίδια λογική περνάει και στον χώρο όπου νομίζουμε ότι απλώς χαλαρώνουμε.
7. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: η ευτυχία ως παράσταση και εργασία
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ένα ιδιαίτερο πεδίο, επειδή εκεί η κατανάλωση, η κοινωνικότητα και η παραγωγή μπλέκονται μεταξύ τους.
Όταν χρησιμοποιούμε μια πλατφόρμα, δεν είμαστε μόνο καταναλωτές μιας υπηρεσίας. Παράγουμε περιεχόμενο, δεδομένα, σχέσεις, προτιμήσεις και προφίλ συμπεριφοράς.
Στα κοινωνικά δίκτυα δεν καταναλώνουμε απλώς εικόνες ευτυχίας. Συμμετέχουμε και στην παραγωγή τους.
Επιλέγουμε την εικόνα.
Γράφουμε το κατάλληλο κείμενο.
Μετράμε την ανταπόκριση.
Παρακολουθούμε τι κάνουν οι άλλοι.
Προσπαθούμε να παραμείνουμε ορατοί.
Προσαρμοζόμαστε σε αυτό που επιβραβεύει ο αλγόριθμος.
Η εμπειρία κινδυνεύει να αποκτά αξία μόνο όταν μπορεί να δημοσιευτεί.
Το ταξίδι γίνεται περιεχόμενο.
Η σχέση γίνεται δημόσια επιβεβαίωση.
Η άσκηση γίνεται επίδοση.
Η πολιτική συμμετοχή γίνεται engagement.
Ακόμη και η ξεκούραση γίνεται κάτι που πρέπει να παρουσιαστεί.
Ο Guy Debord είχε περιγράψει το θέαμα όχι απλώς ως μια συλλογή εικόνων, αλλά ως μια κοινωνική σχέση που μεσολαβείται από εικόνες.
Σήμερα η ευτυχία δεν αρκεί να βιώνεται. Πρέπει και να αποδεικνύεται.
Και επειδή οι άλλοι παρουσιάζουν κυρίως επιλεγμένες στιγμές της ζωής τους, συγκρίνουμε συχνά ολόκληρη τη δική μας καθημερινότητα με τις πιο επεξεργασμένες στιγμές των άλλων.
Το αποτέλεσμα είναι ένας μηχανισμός που παράγει ταυτόχρονα επιθυμία και ανεπάρκεια:
«Οι άλλοι ζουν. Εγώ πρέπει να προσπαθήσω περισσότερο».
Η πλατφορμική εργασία και τα κοινωνικά δίκτυα δεν είναι το ίδιο πράγμα. Μοιράζονται, όμως, μια κοινή λογική.
Στην εργασία υπάρχει rating.
Στο κοινωνικό δίκτυο υπάρχουν likes.
Στην εργασία υπάρχει αλγοριθμική κατανομή των ευκαιριών.
Στο κοινωνικό δίκτυο υπάρχει αλγοριθμική κατανομή της ορατότητας.
Στην εργασία πρέπει να παραμένεις διαθέσιμος.
Στο κοινωνικό δίκτυο πρέπει να παραμένεις ενεργός.
Στην εργασία διαχειρίζεσαι την απασχολησιμότητά σου.
Στο κοινωνικό δίκτυο διαχειρίζεσαι το προσωπικό σου brand.
Καλούμαστε να συμπεριφερθούμε σαν μια μικρή επιχείρηση. Να επενδύσουμε στις δεξιότητες μας, στην εμφάνιση, στις σχέσεις, στη φήμη και στα συναισθήματά μας.
Ο φοιτητής δεν καλείται απλώς να μάθει. Καλείται να χτίσει βιογραφικό.
Ο εργαζόμενος δεν καλείται απλώς να κάνει καλά τη δουλειά του. Καλείται να επιδεικνύει ενθουσιασμό, ευελιξία και συνεχή διάθεση εξέλιξης.
Ο άνθρωπος δεν καλείται απλώς να ζήσει. Καλείται να παρουσιάζει μια ελκυστική και διαρκώς βελτιούμενη εκδοχή του εαυτού του.
Η ευτυχία γίνεται εργασία πάνω στον εαυτό.
8. Τι κοινό έχουν οι διαφορετικές μορφές εργασίας;
Δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι όλοι ζουν την ίδια κατάσταση: δεν είναι το ίδιο να εργάζεται κάποιος σε βαριά χειρωνακτική εργασία, να δουλεύει περιστασιακά σε μια πλατφόρμα, να εργάζεται από το σπίτι ή να βρίσκεται σε μια καλά αμειβόμενη επαγγελματική θέση.
Οι αλγόριθμοι δεν καταργούν την κούραση του σώματος, τον κίνδυνο εργατικού ατυχήματος, την εντατικοποίηση της παραγωγής ή την εργοδοτική αυθαιρεσία. Συχνά προστίθενται σε αυτά.
Υπάρχουν, όμως, ορισμένα κοινά ερωτήματα:
Ποιος ελέγχει τον ρυθμό της εργασίας;
Ποιος αποφασίζει πότε αρχίζει και πότε τελειώνει;
Ποιος αναλαμβάνει το κόστος και τον κίνδυνο;
Ποιος έχει το δικαίωμα να αξιολογεί ποιον;
Μπορεί ο εργαζόμενος να αρνηθεί χωρίς να τιμωρηθεί;
Μπορεί να κάνει σχέδια για το μέλλον;
Μπορεί να οργανωθεί συλλογικά;
Αυτά τα ερωτήματα μπορούν να συνδέσουν τον εργάτη στο εργοστάσιο, τον διανομέα, τον τεχνικό, τον επισφαλή ερευνητή, τον εργαζόμενο γραφείου και τον φοιτητή που μπαίνει τώρα στην αγορά εργασίας.
Όχι επειδή έχουν όλοι ακριβώς την ίδια εμπειρία, αλλά επειδή η συλλογική οργάνωση αρχίζει όταν αναγνωρίζουμε τις διαφορετικές μορφές με τις οποίες το κεφάλαιο διεκδικεί την εργασία και τον χρόνο μας.
Αν λοιπόν το πρόβλημα είναι κοινό, έστω και σε διαφορετικό βαθμό για τον καθένα, τότε γεννιέται εύλογα το επόμενο ερώτημα.
9. Ποια θα μπορούσε να είναι η απάντηση;
Η απάντηση στην εμπορευματοποίηση της ευτυχίας δεν είναι να αρνηθούμε τη χαρά.
Δεν είναι να πούμε στους ανθρώπους να μην αγοράζουν πράγματα, να μην ταξιδεύουν, να μη χρησιμοποιούν τεχνολογία ή να μη φροντίζουν τον εαυτό τους.
Το αντίθετο της εμπορευματοποιημένης ευτυχίας δεν είναι η δυστυχία.
Είναι η συλλογική διεκδίκηση των υλικών και κοινωνικών προϋποθέσεων μιας καλής ζωής.
Αυτό σημαίνει:
- σταθερό και επαρκές εισόδημα
- μείωση του εργάσιμου χρόνου χωρίς μείωση αποδοχών
- σταθερά και προβλέψιμα ωράρια
- πληρωμή της αναμονής και της επιφυλακής
- πραγματικό δικαίωμα στην αποσύνδεση
- προστασία απέναντι στην ψευδο-αυτοαπασχόληση
- συνδικαλιστική οργάνωση και συλλογικές συμβάσεις
- διαφάνεια και εργατικό έλεγχο των αλγοριθμικών συστημάτων
- δημόσιες υπηρεσίες υγείας, παιδείας, φροντίδας και πολιτισμού
- πρόσβαση στη στέγη, στη φύση και στους δημόσιους χώρους
- χρόνο για δημιουργία, πολιτική συμμετοχή και σχέσεις που δεν χρειάζεται να αποφέρουν κέρδος.
Από τη σκοπιά της Heller, το ζήτημα δεν είναι απλώς να μοιραστούν δικαιότερα τα εμπορεύματα. Είναι να μετασχηματιστεί δημοκρατικά το ίδιο το σύστημα των αναγκών.
Τι παράγουμε;
Για ποιον το παράγουμε;
Ποιος αποφασίζει;
Ποιες ανάγκες αναγνωρίζονται;
Ποιες ανάγκες μένουν αόρατες επειδή δεν συνοδεύονται από αγοραστική δύναμη;
Ποιος διαθέτει χρόνο για να ζήσει και ποιος πρέπει πρώτα να τον πουλήσει;
Κατακλείδα
Προσπάθησα λοιπόν να καλύψω τη διαδρομή που υποσχέθηκα στην αρχή, από το εμπόρευμα ως την πιθανή απάντηση. Τι μένει, λοιπόν;
Ο σύγχρονος καπιταλισμός μάς υπόσχεται ελευθερία μέσω της ευελιξίας, κοινότητα μέσω των πλατφορμών, αναγνώριση μέσω των αριθμών και ευτυχία μέσω της κατανάλωσης.
Στην πράξη, όμως, η ευελιξία μπορεί να γίνει διαρκής διαθεσιμότητα.
Η αυτονομία μπορεί να γίνει ατομική ανάληψη κάθε κινδύνου.
Η κοινότητα μπορεί να γίνει δεδομένο προς εμπορική αξιοποίηση.
Η αναγνώριση μπορεί να γίνει rating, like και αξιολόγηση.
Η δημιουργικότητα μπορεί να γίνει προσωπικό brand.
Και η ευτυχία μπορεί να γίνει μια διαρκής εργασία πάνω στον εαυτό μας.
Το πολιτικό ερώτημα δεν είναι μόνο ποια προϊόντα αγοράζουμε για να νιώσουμε ευτυχισμένοι.
Είναι ποιος ελέγχει τον χρόνο μας.
Ποιος οργανώνει τις ανάγκες μας.
Ποιος κερδίζει από την ανασφάλειά μας.
Και ποιος ιδιοποιείται την αξία που παράγουμε ακόμη και όταν πιστεύουμε ότι απλώς επικοινωνούμε, ξεκουραζόμαστε ή εκφραζόμαστε.
Μια χειραφετητική πολιτική της ευτυχίας αρχίζει όταν η ασφάλεια, ο ελεύθερος χρόνος, η δημιουργία, η φροντίδα και η κοινωνικότητα παύουν να αντιμετωπίζονται ως ατομικά προνόμια ή εμπορεύματα και αναγνωρίζονται ως συλλογικά δικαιώματα/αγαθά και κοινές δυνατότητες ζωής.
Γιατί ίσως η μεγαλύτερη πολυτέλεια σήμερα δεν είναι να μπορούμε να αγοράσουμε περισσότερα.
Είναι να διαθέτουμε χρόνο που δεν χρειάζεται να αποδείξει σε κανέναν ότι είναι παραγωγικός.



![[ΒΙΝΤΕΟ] Παρουσίαση θέσεων και εκλογικής πρότασης της Πρωτοβουλίας για μια Νέα Ενωτική και Ανατρεπτική Αριστερά](https://xekinima.org/wp-content/uploads/2026/10/856325005_1543330837835168_2617246691707503068_n-100x70.jpg)







