«Όταν οι αστοί τρόμαξαν»: συνέντευξη με τον ιστορικό Κ. Παλούκη

Διαβάστε παρακάτω συνέντευξη με τον Κώστα Παλούκη, ιστορικό, μέλος της οργάνωσης «Κομμουνιστική Απελευθέρωση», σχετικά με το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Όταν οι αστοί τρόμαξαν» από τις εκδόσεις «Ο Μωβ Σκίουρος». Πρόκειται για ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο γύρω από την ιστορία του Μιχάλη Μπεζεντάκου, που κυκλοφορεί εδώ και λίγο καιρό.

  • Η ιστορία του Μιχάλη Μπεζεντάκου εκτυλίσσεται κατά την περίοδο του μεσοπολέμου. Πες μας αρχικά λίγα λόγια για το πολιτικό κλίμα της εποχής. Στο βιβλίο μιλάς για έναν «κοινωνικό εμφύλιο πόλεμο χαμηλής έντασης».

Το πολιτικό κλίμα του ελληνικού Μεσοπολέμου εντάσσεται σε αυτό που η διεθνής ιστοριογραφία έχει ονομάσει έναν ευρύτερο ευρωπαϊκό κοινωνικό εμφύλιο πόλεμο, με χρονικά όρια από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έως το 1945. Όπως επισημαίνουν ιστορικοί όπως ο Enzo Traverso, ο Chris Millington και ο James McMillan, πρόκειται για μια εποχή γενικευμένης βίας, ταξικής πόλωσης και πολιτικής ριζοσπαστικοποίησης, όπου η ειρήνη λειτουργεί περισσότερο ως τυπική συνθήκη παρά ως πραγματική κοινωνική κατάσταση.

Σε αυτό το πλαίσιο χρησιμοποιώ τον όρο «κοινωνικός εμφύλιος πόλεμος χαμηλής έντασης» για να περιγράψω μια ενδιάμεση κατάσταση: ούτε ανοιχτό εμφύλιο πόλεμο με εδαφική διαίρεση και μαζικούς στρατούς, αλλά ούτε και μια ειρηνευμένη κοινοβουλευτική δημοκρατία. Πρόκειται για μια διαρκή κατάσταση σύγκρουσης, όπου η πολιτική, η κοινωνική και η ποινική βία διαπλέκονται, και όπου η ταξική πόλωση αμφισβητεί έμπρακτα το κρατικό μονοπώλιο της βίας μέσω συνεχών «ένοπλων εσωτερικών προκλήσεων».

Κεντρικό στοιχείο αυτής της συνθήκης είναι αυτό που ονομάζουμε Μεγάλο Φόβο. Στον Μεσοπόλεμο, ο φόβος της επανάστασης —πραγματικής ή φαντασιακής— διαμορφώνει τις κρατικές πολιτικές, τις πρακτικές καταστολής και τη δημόσια σφαίρα. Δεν πρόκειται απλώς για πανικό ή παραπληροφόρηση, αλλά για έναν μηχανισμό διαρκούς κινητοποίησης της συναίνεσης μέσω της ανασφάλειας, που οδηγεί συχνά σε καθεστώτα εξαίρεσης και σε περιορισμό των δημοκρατικών ελευθεριών. Στην Ελλάδα, αυτός ο κομμουνιστικός φόβος αναπτύσσεται ιδιαίτερα μετά το 1922, σε μια κοινωνία βαθιά τραυματισμένη, φτωχοποιημένη και πολιτικά αποσταθεροποιημένη.

Παράλληλα, η εμπειρία του πολέμου και της μαζικής στράτευσης αφήνει πίσω της μια ισχυρή κουλτούρα του πολέμου. Οι κοινωνίες του Μεσοπολέμου δεν «αποστρατεύονται» πολιτισμικά. Εργάτες, αγρότες, πρόσφυγες και βετεράνοι μεταφέρουν στη συνθήκη της ειρήνης πρακτικές, νοοτροπίες και ρεπερτόρια δράσης του πολέμου. Η βία νομιμοποιείται ιδεολογικά ως εργαλείο πολιτικής και κοινωνικής αλλαγής, ενώ η καθημερινή σύγκρουση με την αστυνομία, τον στρατό ή τις φασιστικές οργανώσεις μεταφέρει τη βία από το ατομικό στο συλλογικό επίπεδο και από την ιδιωτική στην πολιτική σφαίρα.

Στην ελληνική περίπτωση, ο κοινωνικός εμφύλιος πόλεμος χαμηλής έντασης εκδηλώνεται μέσα από τη σκληρή καταστολή των εργατικών και λαϊκών κινητοποιήσεων, τη θεσμοποίηση του αυταρχισμού (ιδιώνυμο, εξορίες, φυλακίσεις), τη δράση φασιστικών και παρακρατικών οργανώσεων, αλλά και την κλιμάκωση της λαϊκής και εργατικής βίας ως επιθετικής άμυνας. Η βία δεν αποτελεί αρχική επιλογή των λαϊκών στρωμάτων, αλλά προκύπτει ως απάντηση στη συστηματική παραβίαση δικαιωμάτων και στη λειτουργία ενός κράτους εξαίρεσης.

Έτσι, χωρίς να έχουμε έναν «τυπικό» εμφύλιο πόλεμο, συγκροτείται μια εμφυλιοπολεμική συνθήκη: με υψηλή κοινωνική πόλωση, διάχυτη και καθημερινή βία, πολλαπλές κατηγορίες θυμάτων και μια ιδεολογία που αντιμετωπίζει τον αντίπαλο ως απόλυτο εχθρό. Σε αυτό το πεδίο εγγράφεται και η ιστορία του Μιχάλη Μπεζεντάκου — όχι ως μεμονωμένο ποινικό επεισόδιο, αλλά ως προϊόν και έκφραση ενός κοινωνικού πολέμου που διεξάγεται «εν ειρήνη», με χαμηλή ένταση αλλά διάρκεια.

  • Ο Μπεζεντάκος εμπλέκεται στον φόνο του αστυνομικού Γυφτοδημόπουλου την 1η Αυγούστου του 1931, κατά τις αντιπολεμικές συγκεντρώσεις που προσπαθεί να οργανώσει το ΚΚΕ. Ποια είναι τα γεγονότα της ημέρας, και πως προσπαθεί να αξιοποιήσει το ελληνικό κράτος τον φόνο του αστυνομικού;

Την 1η Αυγούστου 1931, στο πλαίσιο της διεθνούς αντιπολεμικής κινητοποίησης που είχε κηρύξει η Κομμουνιστική Διεθνής, το ΚΚΕ επιχείρησε να οργανώσει συγκεντρώσεις ενάντια στον επερχόμενο ιμπεριαλιστικό πόλεμο και υπέρ της ΕΣΣΔ. Οι αρχές απαγόρευσαν κάθε εκδήλωση και έθεσαν σε επιφυλακή αστυνομία, χωροφυλακή και στρατό, με ρητές εντολές διάλυσης «διά παντός μέσου». Οι περισσότερες απόπειρες συγκεντρώσεων διαλύθηκαν προληπτικά. Το ίδιο βράδυ, στη Δραπετσώνα, κατά τη μεταγωγή συλληφθέντος κομμουνιστή, ο αστυφύλακας Γεώργιος Γυφτοδημόπουλος δολοφονήθηκε από τον Μιχάλη Μπεζεντάκο και την παρέα του.

Το ελληνικό κράτος αξιοποίησε άμεσα τη δολοφονία ως καταλύτη ενός εκτεταμένου «κόκκινου πανικού». Η πράξη παρουσιάστηκε όχι ως μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά ως απόδειξη οργανωμένου σχεδίου κομμουνιστικής τρομοκρατίας, συνδεδεμένου με τη Σοβιετική Ένωση. Με τη σύμπραξη του Τύπου και της πολιτικής ελίτ, κατασκευάστηκε το σενάριο μιας ασύμμετρης εσωτερικής–εξωτερικής απειλής, που νομιμοποίησε μαζικές συλλήψεις, διοικητικές εκτοπίσεις, βασανιστήρια και την κλιμάκωση της αντικομμουνιστικής καταστολής. Η υπόθεση Γυφτοδημόπουλου λειτούργησε έτσι ως κρίσιμος σταθμός στη μετάβαση από την «κανονική» καταστολή σε καθεστώς δημοκρατικής εξαίρεσης, ενισχύοντας τον αυταρχισμό και προετοιμάζοντας το έδαφος για τον εκφασισμό της δεκαετίας του 1930.

Το γεγονός ότι ο αρχιτέκτονας συνωμοσιολογικών σεναρίων ως υπεύθυνος των ανακρίσεων, Ιωάννης Πολυχρονόπουλος, πρωταγωνίστησε δύο χρόνια αργότερα στην απόπειρα κατά του Βενιζέλου, υπογραμμίζει τη μετατόπιση των παρακρατικών μεθόδων από την καταπολέμηση του κομμουνισμού στην υπονόμευση της ίδιας της Δημοκρατίας. Οι μηχανισμοί που σχεδιάστηκαν για να πλήξουν τους κομμουνιστές σε αγαστή συνεργασία με εφημερίδες και κράτος φαίνεται ότι αυτονομήθηκαν και στράφηκαν εύκολα εναντίον πολιτικών αντιπάλων, εντείνοντας τον εσωτερικό διχασμό και απογυμνώνοντας τη Δημοκρατία από τις θεσμικές της άμυνες.

  • Ποια είναι η προέλευση και η πολιτική διαδρομή του Μιχάλη Μπεζεντάκου;

Ο Μιχάλης Μπεζεντάκος γεννήθηκε το 1908 στη Μάνη, στην Πάνιτσα ή Μυρσίνη Γυθείου, σε μια πολυμελή αγροτική οικογένεια με βαθιές ρίζες στην τοπική κοινωνία και έντονη εμπειρία εσωτερικής και υπερατλαντικής μετανάστευσης. Σε ηλικία 13 ετών εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στον Πειραιά, στα Ταμπούρια και αργότερα στα Μανιάτικα της Δραπετσώνας. Εκπαιδεύτηκε ως ηλεκτρομηχανικός και εργάστηκε σε μηχανουργεία και εργοστάσια, αλλά η εργασιακή του διαδρομή ήταν διακεκομμένη λόγω της ενεργού συμμετοχής του σε απεργίες και κινητοποιήσεις.

Το 1927, σε ηλικία 19 ετών, στρατεύθηκε στην αρχειομαρξιστική οργάνωση, με καθοριστικό ρόλο της μεγαλύτερης αδελφής του Κρυστάλλως και του συζύγου της, αρτεργάτη με ισχυρούς δεσμούς με τους αρχειομαρξιστές. Η ένταξή του συνοδεύτηκε από ενεργό συνδικαλιστική δράση στο Σωματείο Μηχανουργών Πειραιά και συμμετοχή στα αρχειομαρξιστικά «Κόκκινα Σχολεία», όπου διαμορφώθηκε μια πολιτική κουλτούρα έντονα ηθικοποιημένη, βασισμένη στις έννοιες της εργατικής τιμής, της αφοσίωσης και της μαχητικότητας.

Ωστόσο, η πολιτική διαδρομή του Μιχάλη Μπεζεντάκου καθορίζεται πρωτίστως από την αρχειομαρξιστική διάσπαση, δηλαδή τους φραξιονιστές, και την ιδιαίτερη πολιτικής κουλτούρα που αυτή εξέφρασε στη Δραπετσώνα. Ακολουθώντας τον κύκλο του Μήτσου Σούλα και της ΚΕΟ, ο Μπεζεντάκος εντάχθηκε σε ένα ρεύμα που απέρριπτε τον αρχειομαρξιστικό ηθικισμό μέσα από τη μαχητικότητα και την ενσωμάτωση στοιχείων της τοπικής λαϊκής κουλτούρας. Η εξοικείωσή του με την οπλοφορία, η έμφαση στην ανδρική τιμή και η αποδοχή της βίας ως πολιτικού μέσου δεν αποτελούσαν κατάλοιπα ενός «παραδοσιακού» ή προπολιτικού ήθους, αλλά συνειδητές πρακτικές μιας στρατηγικής που στόχευε να αποδείξει έμπρακτα την επαναστατική της αξιοπιστία και να διεκδικήσει εκ νέου τη νομιμοποίησή της απέναντι στο ΚΚΕ. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετατόπιση έπαιξε η λογική του Ενιαίου Μετώπου, όπως την επεξεργάστηκε η φραξιονιστική ομάδα στον Πειραιά. Για τον Μπεζεντάκο και τον κύκλο του, η προσέγγιση του ΚΚΕ δεν σήμαινε ιδεολογική υποταγή ή άρση της κριτικής προς τον «σταλινισμό», αλλά μια τακτική αναγνώριση του κόμματος ως του βασικού φορέα μαζικής επιρροής στο εργατικό κίνημα. Η κοινή δράση σε απεργίες, αντιφασιστικές κινητοποιήσεις και παράνομες συγκεντρώσεις αντιμετωπιζόταν ως πεδίο δοκιμασίας και πιστοποίησης της επαναστατικής αξιοπιστίας των πρώην αρχειομαρξιστών. Στο πλαίσιο αυτό, η επιλογή της σύγκρουσης με τις δυνάμεις καταστολής, ιδίως σε στιγμές υψηλής έντασης όπως η 1η Αυγούστου, εγγράφεται ακριβώς σε αυτή τη λογική: ως απόπειρα να αποδειχθεί, με όρους πολιτικής πράξης και κινδύνου, ότι οι φραξιονιστές και πρόσωπα όπως ο Μπεζεντάκος είχαν αποκοπεί οριστικά από το αρχειομαρξιστικό παρελθόν και μπορούσαν να σταθούν δίπλα στο ΚΚΕ ως αξιόπιστοι σύντροφοι στον «κοινωνικό εμφύλιο» του Μεσοπολέμου.

  • Η κινηματογραφική απόδραση πανηγυρίστηκε από το ΚΚΕ, το οποίο μάλιστα ανακοίνωσε δημόσια ότι αυτή οργανώθηκε κατόπιν απόφασης του Πολιτικού του Γραφείου. Τι επίδραση είχε στο ηθικό του κόσμου της αριστεράς και πως αντέδρασε το κράτος και η αστυνομία;

Η απόδραση λειτούργησε ως ισχυρό ηθικό σοκ υπέρ της Αριστεράς. Το ΚΚΕ τη μετέτρεψε άμεσα σε πολιτικό γεγονός, αναλαμβάνοντας δημόσια την ευθύνη της οργάνωσής της και παρουσιάζοντάς τη ως απόδειξη πειθαρχίας, συλλογικότητας και επιχειρησιακής επάρκειας μέσα στον «κοινωνικό εμφύλιο» του Μεσοπολέμου. Σε μια περίοδο διαρκών συλλήψεων και καταστολής, η επιτυχία της απόδρασης του Μπεζεντάκου λειτούργησε ως συμβολική αντιστροφή της σχέσης ισχύος: οι κομμουνιστές εμφανίζονταν ικανοί όχι μόνο να αντέχουν την καταστολή, αλλά και να τη διαρρηγνύουν μέσα από την ίδια την καρδιά του κρατικού μηχανισμού, τις φυλακές.

Για το κράτος και την αστυνομία, αντίθετα, η απόδραση αποτέλεσε μια πρωτοφανή ταπείνωση. Παρά τη στενή παρακολούθηση των ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ, των πιθανών δικτύων υποστήριξης και ακόμη και της σοβιετικής πρεσβείας, ο μηχανισμός ασφαλείας αποδείχθηκε ανίκανος να αποτρέψει ή έστω να ελέγξει τη φυγάδευση. Οι αλλεπάλληλες πληροφορίες, οι έλεγχοι στο ρωσικό ατμόπλοιο Ίλιτς και η κινητοποίηση του λιμενικού και του στόλου δεν απέδωσαν, αφήνοντας για ημέρες τις αρχές σε κατάσταση αβεβαιότητας για το τι είχε πραγματικά συμβεί.

Ο αστικός Τύπος αποτύπωσε ανάγλυφα το σοκ: η απόδραση παρουσιάστηκε ως άνευ προηγουμένου ήττα του κράτους και ως σχεδόν μυθιστορηματικό κατόρθωμα των κομμουνιστών. Οι ευθύνες αποδόθηκαν στη διοίκηση των φυλακών, ιδίως στην ανοχή της «Κόκκινης Φωλιάς», δηλαδή της κολεκτίβας των κομμουνιστών μέσα στις φυλακές, αλλά και στη γενικότερη ανεπάρκεια της αστυνομικής επιτήρησης. Το γεγονός ότι η απόδραση συνέπεσε χρονικά με την ανακοίνωση της χρεοκοπίας του 1932 από την κυβέρνηση Βενιζέλου και με το κλίμα χαλάρωσης των αποκριών ενίσχυσε ακόμη περισσότερο το αίσθημα πανικού και απώλειας ελέγχου: το κράτος εμφανιζόταν να ηττάται ταυτόχρονα στο οικονομικό, το πολιτικό και το συμβολικό πεδίο, απέναντι σε έναν εσωτερικό εχθρό που δρούσε πλέον με αυτοπεποίθηση και τόλμη.

  • Μετά την απόδραση ο Μπεζεντάκος βρίσκει καταφύγιο στη Σοβιετική Ένωση, όπου δουλεύει και κάνει οικογένεια. Πότε και πως μπαίνει στο στόχαστρο των σταλινικών εκκαθαρίσεων και τι ρόλο παίζει το αρχειομαρξιστικό του παρελθόν και η ιδιότητά του ως πολιτικού πρόσφυγα;

Ο Μπεζεντάκος μπαίνει στο στόχαστρο των σταλινικών εκκαθαρίσεων το 1936–1937, στο αποκορύφωμα της «Μεγάλης Τρομοκρατίας», όταν το καθεστώς στρέφεται μαζικά εναντίον ξένων κομμουνιστών, πολιτικών προσφύγων και προσώπων με “ύποπτο” παρελθόν. Παρότι είχε ενταχθεί πλήρως στη σοβιετική ζωή –εργασία στη ΖΙS, οικογένεια, σοβιετική υπηκοότητα– η θέση του παρέμενε δομικά εύθραυστη: ήταν πολιτικός πρόσφυγας, με ψευδώνυμη ταυτότητα, εκτός των σκληρών κομματικών μηχανισμών και χωρίς ισχυρή θεσμική προστασία.

Καθοριστικό ρόλο έπαιξε το αρχειομαρξιστικό του παρελθόν, το οποίο, μέσα στο νέο ιδεολογικό κλίμα, αναγνώστηκε αναδρομικά ως ένδειξη «τροτσκιστικής παρέκκλισης». Οι παλαιές πολιτικές διαδρομές, οι κοινωνικές σχέσεις με άλλους Έλληνες πρόσφυγες αντίστοιχης προέλευσης και η ένταξή του σε έναν πυκνό κύκλο πρώην δραπετών και κομματικά στιγματισμένων προσώπων μετατράπηκαν σε ενοχοποιητικό πλέγμα. Η εργασία του μάλιστα σε στρατηγικής σημασίας βιομηχανία (Αυτοκινητοβιομηχανία Στάλιν) επέτεινε την καχυποψία, επιτρέποντας την απόδοση κατηγοριών για σαμποτάζ και αντεπαναστατική δράση.

Έτσι, ο Μπεζεντάκος δεν διώχθηκε για κάτι που έκανε στη Σοβιετική Ένωση, αλλά για αυτό που υπήρξε και αυτό που εκπροσωπούσε: έναν ξένο επαναστάτη με «λανθασμένη» προϊστορία, σε μια στιγμή που το σταλινικό κράτος μετέτρεπε τη μνήμη, τις παλιές ταυτότητες και τις διαδρομές προσφυγιάς σε αποδεικτικά ενοχής.

  • Τελικά εκτελέστηκε ως τροτσκιστής που σχεδίαζε σαμποτάζ σε εργοστάσια σε περίπτωση πολέμου. Ποιο ήταν το κλίμα που επικρατούσε κατά την περίοδο των σταλινικών διώξεων στη Σοβιετική Ένωση;

Η περίοδος των Μεγάλων Εκκαθαρίσεων (1936–1938) χαρακτηρίζεται από μια γενικευμένη κατάσταση φόβου, καχυποψίας και ιδεολογικού πανικού, που συνδέεται άμεσα με την αίσθηση επικείμενου πολέμου και την ανάγκη του σταλινικού καθεστώτος να «θωρακίσει» το εσωτερικό μέτωπο. Ο τροτσκισμός παύει να νοείται ως πολιτική διαφωνία και ανανοηματοδοτείται ως εγκληματική συνωμοσία: ένα δίκτυο σαμποτέρ, κατασκόπων και πρακτόρων των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, με στόχο την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Από τη στιγμή αυτή, το παρελθόν –ιδίως ένα «λανθασμένο» πολιτικό παρελθόν– μετατρέπεται σε βασικό τεκμήριο ενοχής.

Στο πλαίσιο αυτό, η καταστολή αποκτά μαζικό, αδιακρίτως επεκτατικό χαρακτήρα. Οι εκκαθαρίσεις δεν περιορίζονται πλέον στην κομματική ελίτ, αλλά κατεβαίνουν στο επίπεδο των εργοστασίων, των συνοικιών και των εθνοτικών κοινοτήτων. Η συμμετοχή των ίδιων των κομματικών μελών στην καταγγελία «εχθρών του λαού» δημιουργεί ένα καθεστώς γενικευμένης αλληλοϋπονόμευσης, όπου η αυτοπροστασία περνά μέσα από την ενοχοποίηση του άλλου. Το αποτέλεσμα είναι ένα χαοτικό σύστημα καταστολής, στο οποίο η αλήθεια παύει να έχει σημασία και προέχει η κατασκευή πειστικών αφηγήσεων απειλής.

Ιδιαίτερη θέση σε αυτό το σκηνικό καταλαμβάνουν οι ξένοι κομμουνιστές και οι πολιτικοί πρόσφυγες, που θεωρούνται εκ προοιμίου φορείς διπλής ενοχής: αφενός λόγω των παλαιών πολιτικών τους διαδρομών, αφετέρου λόγω της εθνικής τους προέλευσης. Οι «εθνικές επιχειρήσεις» της NKVD –όπως η ελληνική επιχείρηση του 1937– εντάσσονται ακριβώς σε αυτή τη λογική. Οι Έλληνες πρόσφυγες αντιμετωπίζονται ως εν δυνάμει κατάσκοποι, σαμποτέρ και εθνικιστές, ιδίως όταν εργάζονται σε βιομηχανίες αμυντικής σημασίας. Οι συλλήψεις, οι συνοπτικές δίκες από τρόικες και οι μαζικές εκτελέσεις συγκροτούν έναν μηχανισμό διοικητικής εξόντωσης, όπου η ομολογία –συχνά προϊόν βίας, όπως μάλλον στην περίπτωση του Μπεζεντάκου– αντικαθιστά κάθε έννοια αποδεικτικού στοιχείου.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, η υπόθεση του Μπεζεντάκου αποτελεί μια τυπική περίπτωση και όχι μια εξαίρεση. Η εκτέλεσή του ως «εχθρό του σοβιετικού λαού» και «τροτσκιστή σαμποτέρ» δεν προκύπτει από πραγματικές πράξεις, αλλά από τη συνάντηση τριών παραγόντων: ενός «επικίνδυνου» πολιτικού παρελθόντος, της ένταξής του σε δίκτυα Ελλήνων προσφύγων που βρίσκονταν ήδη στο στόχαστρο και της ανάγκης της NKVD να αποδείξει ότι εντοπίζει και εξουδετερώνει εσωτερικούς εχθρούς ενόψει πολέμου. Ο Μεγάλος Τρόμος, με άλλα λόγια, δεν αναζητούσε την αλήθεια, αλλά κατασκεύαζε εχθρούς για να επιβεβαιώσει τον εαυτό του.

  • Κλείνοντας, θα μας πεις δυο λόγια για το τραγούδι που περιγράφει την απόδραση του Μπεζεντάκου από τις φυλακές Συγγρού;

Κλείνοντας, αξίζει να σταθούμε στο ίδιο το γνωστό σε όλους τους αριστερούς τραγούδι που αφηγείται την απόδραση του Μπεζεντάκου από τις φυλακές Συγγρού. Κατά την άποψή μου, το «Οι αστοί τρομάξανε» είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή αφήγηση ενός κατορθώματος. Πρωτίστως, αποτελεί ένα τραγούδι επαναστατικής αισιοδοξίας, όπου η ταξική σύγκρουση μεταφράζεται σε χαρά, χλευασμό και πανηγυρική ανατροπή των ιεραρχιών. Οι στίχοι δεν εξυμνούν τη βία, αλλά την ταπείνωση της εξουσίας. Οι «αστοί» εμφανίζονται τρομαγμένοι, γελοιοποιημένοι, εγκλωβισμένοι στα ίδια τους τα «κάστρα», ενώ οι εργάτες –«τα παιδιά των εργατών»– σπάνε τα δεσμά «με μια γροθιά» και μετατρέπουν την απόδραση σε συλλογικό θρίαμβο. Η ατομική πράξη του Μπεζεντάκου συμβολοποιείται και εντάσσεται στη φαντασιακή κοινότητα της εργατικής τάξης.

Ιδιαίτερο βάρος έχει η καρναβαλική αισθητική του τραγουδιού. Η αναφορά στο καρναβάλι, η πρόποση («εβίβα βρε παιδιά»), ο περιπαικτικός τόνος και η αισθητικοποίηση του αστικού πανικού παραπέμπουν σε μια μπαχτινική ανατροπή: ο κόσμος γυρίζει ανάποδα, οι από κάτω γελούν και οι από πάνω πανικοβάλλονται. Πρόκειται για μια μορφή πολιτικής «πρόγκας», όπου η εξουσία δεν καταγγέλλεται μόνο, αλλά γελοιοποιείται. Αυτή η επιλογή καθιστά το τραγούδι μάλλον μοναδικό στο μεσοπολεμικό αριστερό ρεπερτόριο, καθώς συνδυάζει τον επαναστατικό λόγο με το γλέντι, τη χαρά και τη λαϊκή συμποσιακή κουλτούρα, έξω από τις επίσημες, σοβαρές τελετουργίες του κομμουνιστικού κινήματος.

Ακριβώς γι’ αυτό το τραγούδι έμεινε για δεκαετίες στο περιθώριο: παράνομο όχι μόνο απέναντι στο κράτος, αλλά και απέναντι στις κομματικές νόρμες της εποχής. Δεν τραγουδήθηκε σε συγκεντρώσεις ή απεργίες, αλλά σε ταβέρνες, καφενεία, φυλακές και κλειστούς κύκλους. Όταν ανασύρθηκε από τη λήθη τη δεκαετία του 1970, λειτούργησε διαφορετικά: ως γέφυρα ανάμεσα σε δύο εποχές καταστολής, μεταφέροντας στη γενιά της δικτατορίας και της μεταπολίτευσης ένα μήνυμα ότι η ήττα δεν είναι ποτέ οριστική. Έτσι, το τραγούδι του Μπεζεντάκου παραμένει ένα σπάνιο παράδειγμα πολιτισμικής αντίστασης μέσω της χαράς, ένα τεκμήριο ενός «χαμηλής έντασης κοινωνικού εμφυλίου» που δεν διεξαγόταν μόνο με όπλα και νόμους, αλλά και με τραγούδια, γέλιο και συλλογική μνήμη.


Οι αναγνώστες/τριες που ενδιαφέρονται μπορούν να προμηθευτούν το βιβλίο  «Όταν οι αστοί τρόμαξαν» από το «Ξ» επικοινωνώντας με τους τρόπους που υπάρχουν εδώ.

Ακολουθήστε το «Ξ» στο Google News για να ενημερώνεστε για τα τελευταία άρθρα μας.

Μπορείτε επίσης να βρείτε αναρτήσεις, φωτογραφίες, γραφικά, βίντεο και ηχητικά μας σε facebook, twitter, instagram, youtube, spotify.

Ενισχύστε οικονομικά το xekinima.org

διαβάστε επίσης:

7,273ΥποστηρικτέςΚάντε Like
990ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
1,118ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
446ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Επίκαιρες θεματικές

Πρόσφατα άρθρα